Ανοιχτή πώληση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σχηματική αναπαράσταση της πώλησης Short σε 2 βήματα. Ο πωλητής short δανείζεται τα χρεόγραφα τα οποία πουλάει αμέσως. Αργότερα περιμένει ελπίζοντας η τιμή των χρεογράφων να πέσει, για να τα αγοράσει και να τα επιστρέψει στον δανειστή.

Η πρακτική της ανοιχτής πώλησης[1][2] (short selling, σορτ σέλινγκ, γνωστή και ως shorting ή going short ή ακάλυπτη πώληση[3][4] ή σόρτινγκ ή πάω για την πτώση ή ποντάρισμα στην πτώση) στη χρηματοοικονομική είναι η πώληση περιουσιακών στοιχείων, συνήθως χρεογράφων, τα οποία ο πωλητής-short έχει «δανειστεί» από τρίτον (συνήθως χρηματιστηριακό μεσάζοντα), με την πρόθεση να αγοράσει πανομοιότυπα χρεόγραφα αργότερα για να τα επιστρέψει στον δανειστή. Ο πωλητής short ελπίζει να επωφεληθεί από μια πιθανή πτώση της τιμής των χρεογράφων στο χρονικό διάστημα μεταξύ της πώλησης και επαναγοράς, αφού ο πωλητής θα πληρώσει λιγότερα για να αγοράσει τα χρεόγραφα από όσα έλαβε όταν τα πούλησε. Αντιστρόφως αν η τιμή των χρεογράφων αυξηθεί τότε ο πωλητής short θα έχει ζημιωθεί. Καλείται και ακάλυπτη πώληση διότι ο πωλητής-short πουλάει στοιχεία των οποίων δεν έχει την κατοχή (δεν τα'χει αγοράσει) τη στιγμή που τα πουλάει. Αποκτά την κατοχή τους μόνο αργότερα, τη στιγμή που τα επαναγοράζει. Επίσης, αφότου ο πωλητής-short πουλήσει τα δανεισμένα χρεόγραφα βρίσκεται σε «ακάλυπτη» ή ανοιχτή θέση την οποία θα πρέπει να καλύψει αγοράζοντας, όταν ο δανειστής ζητήσει να τα λάβει πίσω. Ο όρος του «δανεισμού» χρεογράφων χρησιμοποιείται εδώ κατά την ίδια έννοια όπως όταν κάποιος δανείζεται 10 ευρώ, τα οποία μετά οφείλει να επιστρέψει.

Ο όρος σορτάρισμα ή σόρτινγκ επίσης αναφέρεται σε οποιαδήποτε συναλλαγή αφορά παράγωγα ή άλλες συμφωνίες κατά την οποία ο επενδυτής αποκομίζει κέρδος από την πτώση της τιμής ενός περιουσιακού στοιχείου.

Η έννοια going short (πάω για την πτώση) είναι σε αντιδιαστολή με την έννοια going long (πάω για την άνοδο), κατά την οποία ο επενδυτής επωφελείται της ανόδου της τιμής ενός περιουσιακού στοιχείου (π.χ. μετοχής ομολόγου κ.τ.λ.).

Έννοια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για να κερδίσει από μια πτώση της τιμής του χρεογράφου, ο πωλητής σορτ μπορεί να δανειστεί το χρεόγραφο και να το πουλήσει, προσδοκώντας ότι θα το ξαναγοράσει φθηνότερα στο μέλλον για να το επιστρέψει στον δανειστή. Όταν ο πωλητής αποφασίσει ότι είναι η κατάλληλη στιγμή (ή όταν ο δανειστής απαιτήσει πίσω τα χρεόγραφα) ο πωλητής αγοράζει όμοια χρεόγραφα και τα επιστρέφει στον δανειστή. Η διαδικασία συνίσταται στο γεγονός ότι τα χρεόγραφα (ή άλλες αξίες που έχουν πωληθεί short) είναι εναλλάξιμα (fungible) εφόσον είναι ανώνυμα.

Ο πωλητής σορτ συνήθως δανείζεται από κάποιον μεσίτη ο οποίος διαχειρίζεται τα χρεόγραφα κάποιου επενδυτή, ο οποίος κατέχει τα χρεόγραφα. Ο μεσίτης σπάνια αγοράζει τα χρεόγραφα για να τα δανείσει στον πωλητή σορτ.[5] Ο δανειστής δεν χάνει το δικαίωμα να πωλήσει τα χρεόγραφα στο διάστημα που τα έχει ήδη δανείσει, αφού συνήθως διαχειρίζεται αρκετά από αυτά για ένα μεγάλο αριθμό επενδυτών-πελατών, τα οποία μπορεί να μεταβιβάσει σε οποιονδήποτε αγοραστή.

Η ενέργεια επαναγοράς των χρεογράφων που έχουν πουληθεί σορτ ονομάζεται κάλυψη του σορτ ή κάλυψη της θέσεως. Μια θέση σορτ μπορεί να καλυφθεί οποτεδήποτε πριν από την στιγμή που τα χρεόγραφα θα πρέπει να επιστραφούν. Όταν η θέση καλυφθεί, τότε ο πωλητής σορτ παύει να επηρεάζεται από κάθε ενδεχόμενη αύξηση ή πτώση της τιμής του χρεογράφου, αφού έχει αγοράσει ήδη τα χρεόγραφα για να τα επιστρέψει στον δανειστή.

Οι όροι shorting ή going short χρησιμοποιούνται και ως γενικοί όροι για συναλλαγές που επιτρέπουν σε έναν επενδυτή να αποκομίσει όφελος από την πτώση της τιμής ενός χρεογράφου. Τέτοιες τακτικές συνήθως είναι οι συναλλαγές παραγώγων όπως τα option, future ή άλλες synthetic θέσεις. Για παράδειγμα το option συνίσταται στο δικαίωμα να πουλήσει ένα χρεόγραφο σε μια συγκεκριμένη χτυπημένη τιμή. Ο κάτοχος του option επωφελείται όταν η τιμή του χρεογράφου πέσει χαμηλότερα της τιμής αυτής, αφού μπορεί να αγοράσει το χρεόγραφο στη νέα τιμή και να το πουλήσει στην συγκεκριμένη χτυπημένη τιμή. Ομοίως μία θέση σορτ σε μια συναλλαγή future σημαίνει ότι ο πωλητής σορτ έχει την υποχρέωση να πουλήσει το επικείμενο χρεόγραφο αργότερα σε μία δεδομένη τιμή, αν η τιμή πέσει κάτω της δεδομένης τιμής, αυτό σημαίνει ότι ο πωλητής μπορεί να αγοράσει το χρεόγραφο φθηνότερα και να το πουλήσει αργότερα ακριβότερα.

Παράδειγμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν οι μετοχές της εταιρείας C&C αυτή την στιγμή πωλούνται στην τιμή των 10€ η μετοχή, ένας πωλητής σορτ μπορεί να δανειστεί 100 μετοχές της εταιρείας και αμέσως να τις πουλήσει για 1000€. Αν αργότερα η τιμή της μετοχής πέσει στα 8€ η μετοχή, τότε ο πωλητής σορτ μπορεί να αγοράσει 100 μετοχές στην τιμή των 800€ για να τις επιστρέψει στον δανειστή αποκομίζοντας κέρδος 200€ (πλην αμοιβών δανεισμού). Ο δανειστής λαμβάνει τον ίδιο αριθμό μετοχών που αρχικά δάνεισε, παρότι η τιμή των μετοχών έχει πέσει. Αντίστροφα αν η τιμή των μετοχών αυξηθεί κατά 25€ η μετοχή, και ο πωλητής σορτ υποχρεούται να επιστρέψει τις μετοχές, τότε θα πρέπει να αγοράσει 100 μετοχές προς 2500€ και θα ζημιωθεί κατά 1500€ (συν τις αμοιβές δανεισμού).

Σύγκριση με το long position (θέση ανόδου)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το short selling (πώληση επωφελούμενη από πτώση) είναι το αντίθετο της έννοιας going long (πάω για την άνοδο). Ο πωλητής σορτ, διάκειται αρνητικά απέναντι στη μετοχή πιστεύοντας ότι η τιμή της θα πέσει. Οι επενδυτές που χρησιμοποιούν τις σορτ πωλήσεις, συχνά το κάνουν για να μπορέσουν να κερδίσουν από χρεόγραφα που θεωρούν υπερτιμημένα, έτσι ακριβώς όπως οι long, (κλασικοί) επενδυτές προσπαθούν να κερδίσουν από χρεόγραφα που θεωρούν υποτιμημένα.

Επειδή η θέση σορτ είναι το αντίθετο της θέσης long πολλά μέρη της συναλλαγής είναι αντεστραμμένα. Συγκεκριμένα, το κέρδος (αντί το χάσιμο) δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο της αξίας του χρεογράφου, ενώ αντίθετα το χάσιμο (αντί του κέρδους) μπορεί να είναι απεριόριστο. Στην πράξη, αν η τιμή του χρεογράφου ανεβαίνει, ο πωλητής σορτ θα λάβει μια ειδοποίηση περιθωρίων (margin call) από τον μεσίτη, που θα του ζητάει είτε να καλύψει τη θέση του (αγοράζοντας τα χρεόγραφα), είτε να δώσει παραπάνω χρήματα για να καλύψει το περιθώριο που του τέθηκε, οπού παίζει τον ρόλο του ορίου στο ποσό που μπορεί να χάσει κανείς.

Μηχανισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η short πώληση μετοχών συνίσταται στα ακόλουθα:

  • Ο πωλητής εξουσιοδοτεί τον μεσίτη του να πουλήσει τις μετοχές και τα διαδικαστικά έσοδα κατατίθενται στον λογαριασμό του μεσίτη. Γενικά ο πωλητής short δεν λαμβάνει ποσοστό επί των διαδικαστικών εσόδων.
  • Μετά την ολοκλήρωση της πώλησης, ο πωλητής έχει διορία 3 μέρες (Τ+3) (στις ΗΠΑ) να δανειστεί τις μετοχές. Αν υπάρχει νομοθεσία που να το υπαγορεύει, τότε ο πωλητής θα πρέπει να καταθέσει ίσο ποσό χρημάτων στο λογαριασμό του μεσίτη ως εχέγγυο για την έναρξη της διαδικασίας (initial short margin requirement).[6] Μερικοί sort πωλητές, κυρίως εταιρίες και διαχειριστές κεφαλαίων (hedge funds) επιδίδονται στην πρακτική των ακάλυπτων-γυμνών πωλήσεων short, στις οποίες δεν χρειάζεται να δανειστούν τις μετοχές.
  • Ο επενδυτής μπορεί να καλύψει τη θέση του αγοράζοντας πίσω τις μετοχές (covering). Αν η τιμή έχει πέσει, αποκομίζει κέρδος. Αν η μετοχή έχει ανέβει υφίσταται ζημιά.
  • Τέλος ο επενδυτής μπορεί να επιστρέψει τις μετοχές στον δανειστή ή να μείνει σε θέση short αιώνια.

Οποιαδήποτε στιγμή ο δανειστής μπορεί να ζητήσει να του επιστραφούν οι μετοχές π.χ. επειδή θέλει να τις πουλήσει. Τότε ο οφειλέτης θα πρέπει να αγοράσει μετοχές από την αγορά για να του τις επιστρέψει (ή θα πρέπει να δανειστεί τις μετοχές από αλλού). Με την επιστροφή των μετοχών η συναλλαγή ολοκληρώνεται και ονομάζεται “buy-in”.

Δανεισμός χρεογράφων (μετοχών, ομολόγων, κτλ)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν πωλείται ένα χρεόγραφο, ο πωλητής δεσμεύεται με συμβόλαιο να παραδώσει το χρεόγραφο στον αγοραστή. Αν ο πωλητής πουλήσει το χρεόγραφο χωρίς να το διαθέτει τότε χρειάζεται να το δανειστεί από τρίτον για να εκπληρώσει την υποχρέωση του απέναντι στον αγοραστή. Διαφορετικά μια αποτυχία στην παράδοση (fail to deliver) θα προκύψει, η συναλλαγή δεν θα διακανονιστεί (settle) και ο πωλητής μπορεί να υπόκειται σε διεκδικήσεις από τον αγοραστή (αντισυμβαλλόμενο). Ορισμένοι μεγάλοι κάτοχοι μετοχών όπως διαχειριστές εταιρειών ή χρηματιστηριακές εταιρείες, συχνά δανείζουν μετοχές για να αποκομίσουν επιπλέον εισόδημα, διαδικασία η οποία ονομάζεται securities lending (δανεισμός χρεογράφων). Ο δανειστής λαμβάνει αμοιβή για τις υπηρεσίες του. Ομοίως και οι κάτοχοι χρεογράφων μπορεί να λάβουν μια επιπλέον αμοιβή αν επιτρέπουν στον μεσίτη τους να τα δανείζει. Αυτό είναι δυνατό αν ο κάτοχος έχει την πλήρη κυριότητα του χρεογράφου και δεν το έχει τοποθετήσει ως εχέγγυο για αγοράσει κάποιο άλλο (margin buying).[7]

Ακάλυπτη ανοιχτή πώληση (naked short selling)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ακάλυπτη (ή γυμνή) ανοιχτή πώληση έχουμε όταν ένα χρεόγραφο έχει πουληθεί σορτ χωρίς να υπάρξει δανεισμός του χρεογράφου μέσα στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα που απαιτείται, τρεις μέρες (Τ+3) στις ΗΠΑ. Αυτό σημαίνει ότι ο αγοραστής ενός τέτοιου χρεογράφου, έχει αγοράσει την υπόσχεση του πωλητή πως θα του παραδώσει το χρεόγραφο, παρά το ίδιο το χρεόγραφο. Η υπόσχεση αυτή του πωλητή ονομάζεται υποθετική μετοχή.

Ενώ ο κάτοχος μιας πραγματικής μετοχής λαμβάνει ένα μέρισμα, ο κάτοχος μιας υποθετικής μετοχής λαμβάνει και αυτός ένα όμοιο μέρισμα από τον πωλητή σορτ.

Η ακάλυπτη ανοιχτή πώληση είναι παράνομη (όπως οι ακάλυπτες επιταγές) πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Το Depository Trust & Clearing Corporation στις ΗΠΑ την ορίζει ως αδυναμία παράδοσης (fail to deliver) ή απλώς αποτυχία (fail). Ενώ τα περισσότερα fail διακανονίζονται σε σύντομο χρονικό διάστημα, μερικά αφήνονται να παρατείνονται μέσα στο σύστημα.

Στις ΗΠΑ το να κανονίζει κανείς να δανειστεί ένα χρεόγραφο πριν το πουλήσει σορτ ονομάζεται εντοπισμός (locate). To 2005, για να αποφευχθεί μια γενικευμένη αποτυχία στην παράδοση χρεογράφων (fail to deliver), η επιτροπή κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ (SEC) εξέδωσε τον κανονισμό SHO, ο οποίος στόχευε στο να αποτρέπει τους επενδυτές να πωλούν μερικές μετοχές σορτ πριν κάνουν εντοπισμό δανειστών. Τον Σεπτέμβριο του 2008 οι κανονισμοί έγιναν πιο αυστηροί, για να αποτρέψουν την πρακτική του σορταρίσματος να παροξύνει τις ήδη πεσμένες αγορές. Οι κανόνες μονιμοποιήθηκαν το 2009. Μερικοί έχουν υπερασπιστεί την πρακτική του ακάλυπτου σορταρίσματος ενάντια σε αυτούς τους κανονισμούς.[8]

Τα τελευταία χρόνια, αρκετές εταιρείες έχουν κατηγορηθεί για πρακτική ακάλυπτων ανοιχτών πωλήσεων (naked short selling) σε επιθετικές προσπάθειες να μειώσουν τις τιμές των μετοχών, μερικές φορές χωρίς να σκοπεύουν να παραδώσουν τις μετοχές.[9] Αυτοί οι ισχυρισμοί εστιάζονται στο γεγονός ότι, τουλάχιστον θεωρήτικά, με την πρακτική αυτή επιτρέπεται να πουληθεί απεριόριστος αριθμός μετοχών. Σε μία έκθεση του Los Angeles Times τον Ιούλιο του 2008, αναφέρονταν ότι οι ακάλυπτες ανοιχτές πωλήσεις επιτρέπουν στους κερδοσκόπους να κατεβάζουν τις τιμές των μετοχών μιας εταιρείας επειδή προσφέρουν έναν συντριπτικό αριθμό μετοχών προς πώληση.[10] Με αυτόν τον τρόπο μπορεί κάποιος να δημιουργήσει μια εικονική υπερπροσφορά στην αγορά και η ίδια αυτή η υπερπροσφορά να ρίξει τις τιμές.

Πρακτικά η πτώση των τιμών γίνεται μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία και αυτός που εκτέλεσε την γυμνή πώληση το μόνο που έχει να κάνει, είναι εκμεταλλευόμενος τον πανικό να αγοράσει τις αξίες πίσω σε σημαντικά χαμηλότερες τιμές. Η πρακτική αυτή συνιστά υποτιμητική κερδοσκοπία.[11]

Απόψεις για τις ακάλυπτες και ανοιχτές πωλήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχετικά με την πρακτική των ανοιχτών ή και ακάλυπτων πωλήσεων τίθεται, εκτός των άλλων, ένα δεοντολογικό πρόβλημα. Διότι ο μεσίτης και διαχειριστής των χρεογράφων, που λειτουργεί πολλές φορές και ως χρηματοοικονομικός σύμβουλος επενδύσεων, έχει υποτίθεται συμβουλέψει κάποιον επενδυτή να τοποθετηθεί σε χρεόγραφα τα οποία θεωρεί ότι μπορούν να αποβούν κερδοφόρα μέσω ανόδου της τιμής τους. Και κατόπιν αυτός ο διαχειριστής δανείζει τα χρεόγραφα σε πωλητή-short, εν γνώση του ότι ο τελευταίος σκοπεύει να αποκομίσει κέρδος από την πτώση της τιμής τους. Ωστόσο, θεωρείται γενικά ότι η πρακτική της ακάλυπτης πώλησης καθαυτή δεν επηρεάζει άμεσα την τιμή, αν και αυξάνει τον όγκο των συναλλαγών χρεογράφων όταν αυτά έχουν πτωτική πορεία. Δηλαδή θεωρείται ότι ο δανειστής και ο πωλητής-short δεν επιδρούν άμεσα σε τυχόν πτώση της τιμής του χρεογράφου. Η τυχόν πτώση της τιμής υποτίθεται αντανακλά την αποτίμηση της αγοράς για την "πραγματική" αξία του χρεογράφου. Άλλωστε η όλη διαδικασία θεωρείται από κάποιους οικονομολόγους ότι είναι ουσιώδες μέρος του "μηχανισμού προσδιορισμού της τιμής" των μετοχών και θεωρείται από κάποιους ότι αποτελεί κίνητρο για διερεύνηση και αποκάλυψη εσφαλμένων εκτιμήσεων των αγορών, προβλημάτων στα οικονομικά αποτελέσματα επιχειρήσεων, και πιθανές "φούσκες". Αντίθετα, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σάουμπλε χαρακτήρισε τις ανοιχτές πωλήσεις και ιδιαίτερα τις ακάλυπτες ανοιχτές πωλήσεις (naked short selling) ως "επικίνδυνο χρηματοπιστωτικό μέσο" καθώς υποστήριξε ότι ενισχύουν την τάση των αγορών για υψηλές διακυμάνσεις τιμών, το οποίο είπε μπορεί να απειλήσει τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών.[12]

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάποιες θεωρίες λένε ότι η πρακτική αυτή επινοήθηκε το 1609 από έναν ολλανδό έμπορο τον Isaac Le Maire, έναν μεγαλομέτοχο της Ολλανδικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών (VOC). Το 1962, επένδυσε περίπου 85.000 γκίλντερ στη (VOC). Μέχρι το 1609, η (VOC) ακόμα δεν είχε πληρώσει μερίσματα, και τα πλοία του Le Maire στη Βαλτική δέχονταν μόνιμα επιθέσεις από αγγλικά πλοία λόγω του εμπορικού ανταγωνισμού των Βρετανών με την (VOC). Τότε ο Le Maire αποφάσισε να πουλήσει όλες τις μετοχές του και κατάφερε να πουλήσει παραπάνω από όσες είχε. Οι επίσημοι μίλησαν για αισχρή πράξη που οδήγησε στη θέσπιση των πρώτων κανονισμών της χρηματαγοράς που ήταν η απαγόρευση του short selling. Μερικά χρόνια μετά έγινε άρση της απαγόρευσης.[13]

Το short selling στοχοποιήθηκε από τον 18ο αιώνα όταν η Αγγλία το απαγόρευσε εντελώς. Θεωρήθηκε ότι μεγέθυνε την βίαιη πτώση στην αγορά της ολλανδικής τουλίπας κατά τον 17ο αιώνα. Σε ένα ακόμα πολυσυζητημένο παράδειγμα, ο Τζωρτζ Σόρος έγινε διάσημος για το «σπάσιμο» της κεντρικής τράπεζας της Αγγλίας (Bank of England) την Μαύρη Τετάρτη του 1992, όταν πούλησε περισσότερα από $10 δις σε αγγλικές στερλίνες.

Ο όρος short χρησιμοποιείται από τα μέσα του 19ου αιώνα. Είναι γενικώς κατανοητό ότι ο όρος αυτός που σημαίνει χαμηλός ή ελλιπής χρησιμοποιείται επειδή ο πωλητής short βρίσκεται σε ελλειμματική θέση σε σχέση με τον μεσίτη, τον δανειστή των μετοχών. Ο Jacob Little γνωστός και ως η μεγάλη αρκούδα της Wall Street, άρχισε να σορτάρει μετοχές στις Η.Π.Α. το 1822.

Οι πωλητές σόρτ κατηγορήθηκαν για το μεγάλο κραχ του 1929 της Wall Street.[14] Το 1929 και το 1940 ενεργοποιήθηκαν κανονισμοί ρύθμισης του short selling στις ΗΠΑ. Η πολιτική κρίση που ακολούθησε το κραχ του 1929 οδήγησε το κογκρέσο να θεσπίσει νόμο που απαγόρευε στους short sellers να πουλάνε μετοχές κατά την πτώση τους και τους επέτρεπε μόνο κατά την άνοδό τους. Ο νόμος αυτός έγινε γνωστός ως ο uptick rule, και ήταν εν ενεργεία μέχρι τον Ιούλιο του 2007 όταν καταργήθηκε από τη SEC (Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ, US Securities and Exchange Commission) (SEC Release No. 34-55970).[15] Ο πρόεδρος Χέρμπερτ Χούβερ καταδίκασε τους short sellers και ακόμα και ο J. Edgar Hoover είχε δηλώσει ότι θα εξέταζε τον ρόλο που έπαιξαν στην παράταση της κρίσης. Το 1940 θεσπίστηκε διάταγμα που απαγόρευε το short selling στα αμοιβαία κεφάλαια (νόμος που καταργήθηκε το 1997). Μερικά χρόνια αργότερα το 1949 Alfred Winslow Jones ίδρυσε ένα ταμείο (για το οποίο δεν υπήρχε νομοθεσία να ρυθμίζει τη λειτουργία του), το οποίο αγόραζε μετοχές ενώ ταυτόχρονα πωλούσε άλλες μετοχές short, αντισταθμίζοντας το χρηματιστηριακό ρίσκο και έτσι γεννήθηκε το hedge fund.[16]

Μερικά τυπικά παραδείγματα μαζικών πωλήσεων short είναι οι φούσκες όπως η Dot-com bubble. Σε τέτοιες περιόδους οι short sellers πουλάνε προσδοκώντας σε διόρθωση της αγοράς. Οι ανακοινώσεις του οργανισμού τροφίμων και φαρμάκων Food and Drug Administration (FDA), δείχνουν ότι μερικές φορές ένα φάρμακο μπορεί να κάνει τις αγορές να αντιδράσουν μη κανονικά, εξαιτίας της δημοσιότητας από τα ΜΜΕ και αυτό δίνει την ευκαιρία στους short sellers να πουλούν για όσο υπάρχει αγοραστική φρενίτιδα και να περιμένουν αργότερα το καλμάρισμα για να καλύψουν τις θέσεις τους. Επίσης δικαστική διαμάχη μιας εταιρείας ή οποία κατά κανόνα αποτελεί άσχημη είδηση, μπορεί να κάνει τους πωλητές μετοχών να πουλούν short.

Κατά τη διάρκεια της dot-com φούσκας, φάνηκε ότι το shorting σε μια πρωτοεμφανιζόμενη εταιρεία μπορεί να είναι και αυτοκτονικό αφού μπορεί η εταιρεία να αναληφθεί σε μεγαλύτερη τιμή από αυτή που υπέθεσαν οι κερδοσκόποι. Οι short sellers αναγκάστηκαν να καλύψουν τις θέσεις τους στην τιμή της αγοράς, ενώ η εταιρεία είναι υπερεκτιμημένη από το ξεκίνημα της.

Περιορισμοί στις ανοιχτές πωλήσεις το 2008[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Σεπτέμβριο του 2008, οι ανοιχτές πωλήσεις οξύνθηκαν από την ύπαρξη ακάλυπτων ανοιχτών πωλήσεων (Naked short selling), και αυτό θεωρήθηκε παράγοντας ανεπιθύμητης αστάθειας της αγοράς. Γι αυτόν τον λόγω απαγορεύθηκαν από την SEC για 799 χρηματιστηριακές εταιρείες, για τρεις εβδομάδες σε μια προσπάθεια σταθεροποίησης τους. Την ίδια περίοδο στην Μεγάλη Βρετανία η Financial Services Authority (FSA), απαγόρευσε τις ανοιχτές πωλήσεις σε 32 χρηματιστηριακές εταιρείες. Στις 22 Σεπτέμβριου, η Αυστραλία έλαβε ακόμα σκληρότερα μέτρα με μία πλήρη απαγόρευση των ανοιχτών πωλήσεων. Την ίδια ημερομηνία και η ισπανική επιτροπή κεφαλαιαγοράς, CNMV, υποχρέωσε τους επενδυτές να ανακοινώνουν τις ανοιχτές πωλήσεις τους αν αυτές ξεπερνούσαν το 0.25% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας και απαγόρευσε τις ακάλυπτες ανοιχτές πωλήσεις.

Σε μια συνέντευξη του προέδρου της αμερικανικής επιτροπής κεφαλαιαγοράς (SEC) Christopher Cox, στην εφημερίδα Washington Post στα τέλη Δεκεμβρίου του 2008, δήλωσε ότι η απόφαση να απαγορευθούν οι ανοιχτές πωλήσεις μετοχών για τρεις εβδομάδες, πάρθηκε αρχικά με μεγάλο δισταγμό. Αλλά η άποψη εκείνη τη στιγμή και του γραμματέα θησαυροφυλακίου των ΗΠΑ Henry M. Paulson και του προέδρου της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ (FED) Ben S. Bernanke, ήταν ότι «αν δεν δρούσαμε ακαριαία, αυτές οι εταιρείες θα κατέρρεαν και έτσι δεν θα έμενε τίποτα για να σώσουμε». Αργότερα άλλαξε γνώμη και θεώρησε την απαγόρευση αντιπαραγωγική. Τον Δεκέμβριο του 2008 σε μια συνέντευξή του στο Reuters, εξηγούσε ότι η SEC ακόμα αναλύει τις επιπτώσεις της προσωρινής απαγόρευσης και ότι τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ότι υπήρξαν πολλές ακούσιες συνέπειες και παράπλευρες επιδράσεις. «Παρότι οι πραγματικές επιδράσεις της κίνησης αυτής θα χρειαστεί μήνες ή χρόνια για να κατανοηθούν», δήλωσε, «με βάση όσα γνωρίζουμε μέχρι τώρα, πιστεύω ότι η επιτροπή δεν θα το αποτολμήσει ξανά».

Ανοιχτή πώληση μετοχών στις ΗΠΑ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις ΗΠΑ, για να μπορέσει κανείς να πουλήσει μετοχές ανοιχτά, ο πωλητής θα πρέπει να έχει βρει έναν μεσίτη που να επιβεβαιώνει ότι μπορεί να παραδώσει τις συγκεκριμένες μετοχές. Αυτό ονομάζεται εντοπισμός (locate). Οι μεσίτες έχουν μια πληθώρα τρόπων να δανείζονται μετοχές, ώστε να μπορούν να διευκολύνουν τους εντοπισμούς και να παραδίδουν τις μετοχές.

Ο μεγαλύτερος αριθμός μετοχών που δανείζονται οι μεσίτες των ΗΠΑ, προέρχονται από τις κυρίαρχες τράπεζες και χρηματιστηριακές εταιρείες. Διάφορα ιδρύματα συχνά δανείζουν τις μετοχές τους, με στόχο να κερδίσουν μερικά παραπάνω χρήματα. Αυτά τα δάνεια μετοχών συνήθως κανονίζονται από αυτών που διαχειρίζεται τα χρεόγραφα που κατέχουν. Σε ένα τέτοιο δάνειο ο οφειλέτης προσφέρει μετρητά ως εχέγγυο, συνήθως το 102% της τιμής των μετοχών που δανείζεται. Τα χρήματα αυτά συνήθως τοποθετούνται σε κάποια άλλη επένδυση και συχνά ένα μικρό ποσοστό επιστρέφεται ως έκπτωση στον οφειλέτη. Ο τόκος που κρατάει ο δανειστής είναι η αποζημίωση του για το δάνειο.

Οι μεσιτικές εταιρείες επίσης μπορούν να δανειστούν μετοχές από τους λογαριασμούς των πελατών τους. Τυπικές συμφωνίες που υπογράφουν με τους πελάτες τους, τους δίνουν το δικαίωμα να δανειστούν τις μετοχές των πελατών τους, χωρίς να τους ενημερώνουν. Γενικά στους μεσίτες επιτρέπεται να δανείζουν μετοχές από λογαριασμούς πελατών τους που έχουν «χρεωστικό υπόλοιπο», που σημαίνει ότι έχουν κάνει ανάληψη μετρητών από τον λογαριασμό. Ο κανονισμός Rule 15c3-3 της SEC επιβάλει αυστηρούς περιορισμούς στον δανεισμό μετοχών από λογαριασμούς που έχουν εξοφληθεί, και γι αυτό οι μεσίτες δεν δανείζουν από τέτοιους λογαριασμούς πλην ειδικών περιπτώσεων. (Οι περιορισμοί αυτοί επιβάλουν στο μεσίτη να έχει την ρητή εντολή του πελάτη του και να παρέχει εχέγγυα για τον δανεισμό.)

Οι περισσότεροι μεσίτες επιτρέπουν στους πωλητές short να δανειστούν μετοχές μόνο αν κάποιος από τους πελάτες τους έχει αγοράσει αυτές τις μετοχές. Οι μεσίτες θα μπουν στον κόπο να εντοπίσουν μετοχές για δανεισμό από άλλους μεσίτες μόνο αν τους το ζητήσουν μεγάλοι οργανισμοί.

Σε Χρηματιστήρια όπως το NYSE ή το NASDAQ τυπικά ανακοινώνεται ο δείκτης ‘ενδιαφέρον σορταρίσματος’ (short interest) μιας μετοχής και εκφράζει τον αριθμό των μετοχών που πωλήθηκαν νόμιμα short ως ποσοστό επί του συνόλου των διαθεσίμων προς πώληση μετοχών μιας εταιρείας (total float). Αυτός μπορεί να εκφραστεί και ως ’αναλογία ενδιαφέροντος σορταρίσματος’ (short interest ratio) και είναι ο αριθμός των μετοχών που πωλήθηκαν νόμιμα short ως πολλαπλάσιο του μέσου ημερήσιου όγκου. Οι δείκτες αυτοί μπορεί να είναι χρήσιμα εργαλεία σε κάποιον που θέλει να δει τις τάσεις στην αγορά αλλά για να είναι αξιόπιστοι θα πρέπει να διαπιστώσει κανείς και τον αριθμό μετοχών που γεννήθηκαν εκ του μηδενός μέσω των ακάλυπτων ανοιχτών πωλήσεων. Οι επενδυτές θα πρέπει προσεκτικά να θυμούνται ότι για κάθε μετοχή που πωλήθηκε short (ανήκει σε νέο κάτοχο), ένας φανταστικός κάτοχος υπάρχει (δηλαδή ο αρχικός κάτοχος) ο οποίος είναι επίσης μέρος του συνόλου των μετόχων της εταιρείας. Και παρότι δεν έχει δικαιώματα ψήφου ως μέτοχος, δεν έχει παραιτηθεί του ενδιαφέροντος του και μερικών δικαιωμάτων του από τις μετοχές αυτές.

Όροι που περιγράφουν τις ανοιχτές πωλήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Days to Cover (DTC) ή Ημέρες μέχρι την κάλυψη είναι ένας αριθμός που περιγράφει την σχέση μεταξύ του αριθμού των μετοχών ενός δεδομένου μετοχικού κεφαλαίου που έχουν νόμιμα πωληθεί ανοιχτά με τον αριθμό των ημερών που χρειάζονται για να καλυφθούν όλες οι εκκρεμείς ανοιχτές θέσεις. Για παράδειγμα, αν μια εταιρεία διαθέτει 10.000.000 μετοχές οι οποίες αυτή τη στιγμή έχουν νόμιμα πωληθεί σορτ και ο μέσος ημερήσιος όγκος συναλλαγών όλων των μετοχών της είναι 1.000.000 μετοχές συναλλάσσονται την ημέρα, τότε θα χρειαστούν τουλάχιστον 10 μέρες συναλλαγών για να καλυφθούν όλες οι εκκρεμείς ανοιχτές θέσεις. (10.000.000 / 1.000.000 = 10).

Ενδιαφέρον σορταρίσματος (short interest) είναι ο αριθμός που σχετίζει το αριθμό των μετοχών που έχουν νόμιμα πωληθεί ανοιχτά ενός δεδομένου μετοχικού κεφαλαίου μιας εταιρείας δια του συνόλου των μετοχών της εταιρείας και συνήθως εκφράζεται ως ποσοστό. Για παράδειγμα αν 10.000.000 μετοχές μιας εταιρείας αυτή τη στιγμή έχουν νόμιμα πωληθεί ανοιχτά και το σύνολο των μετοχών που έχει εκδώσει η εταιρεία είναι είναι 100.000.000, τότε το ενδιαφέρων σορταρίσματος είναι 10% (10.000.000 / 100.000.000 = 0.1 x 100 = 10% ). Αν παρόλα αυτά μετοχές δημιουργούνται μέσω των ακάλυπτων ανοιχτών πωλήσεων τότε για να βρει κανείς το πραγματικό ‘ενδιαφέρον σορταρίσματος’ θα πρέπει να έχει πρόσβαση στα δεδομένα που δείχνουν και τον αριθμό των ‘αποτυχιών στην παράδοση’ fail to deliver.

Πηγές δεδομένων ‘Ενδιαφέροντος σορταρίσματος’ (sort interest data)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στοιχεία που δείχνουν το ‘ενδιαφέρον σορταρίσματος’, με κάποια χρονική καθυστέρηση, είναι διαθέσιμα στις περισσότερες χώρες συμπεριλαμβανομένων και των ΗΠΑ, ΗΒ, Κίνα και Ισπανία. Μερικές εταιρείες ανάλυσης των αγορών (όπως η Data Explorers και η ShortSide.com) πιστεύουν ότι αν έχεις δεδομένα για τον αριθμό των μετοχών που έχουν δανειστεί τότε έχεις μια καλή εικόνα για το επίπεδο του ‘ενδιαφέροντος σορταρίσματος’ (συμπεριλαμβανομένου και του ακάλυπτου – γυμνού σορταρίσματος). Το ποσοστό μετοχών που σορτάρονται σε παγκόσμιο επίπεδο έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, για διάφορους δομικούς λόγους (π.χ. η αύξηση της 130/30 τύπου στρατηγηκής, short ή bear ETFs).

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Short (finance) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. ανοιχτή πώληση λεξικό ορολογίας iate
  2. Ο όρος χρησιμοποιείται συχνότερα από τον τύπο, τα ΜΜΕ και από φορείς όπως η Ελληνική Ένωση Τραπεζών και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Ελλάδας
  3. ακάλυπτη πώληση 1 λεξικό ορολογίας iate
  4. ακάλυπτη πώληση 2 λεξικό ορολογίας iate
  5. Understanding Short Selling - A Primer
  6. Η Καθημερινή,Oι ανοιχτές πωλήσεις κερδίζουν έδαφος παρά τα... εμπόδια,18/01/2003
  7. Margin Account (Αγορά Μετοχών Με Πιστωση)
  8. Don't Sell Short Selling Short - Gary Galles - Mises Daily
  9. Περιοδικό Time, Watch Out, They Bite!, 09.11.2005
  10. «The SEC finally steps in; As other regulators hustle to address the economy, the Securities and Exchange Commission needs to better enforce laws already on its books». Los Angeles Times. July 17, 2008. http://www.latimes.com/classified/realestate/news/la-ed-sec17-2008jul17,0,5572972.story. 
  11. in.gr Το υπουργικό συμβούλιο της Γερμανίας ενέκρινε το νομοσχέδιο για την απαγόρευση των ακάλυπτων ανοιχτών πωλήσεων/Το γυμνό short selling
  12. Schaeuble: Οι ακάλυπτες ανοιχτές πωλήσεις είναι πολύ επικίνδυνες
  13. NRC Handelsblad - Naked short selling is an old-Dutch trick (in Dutch only)
  14. «Short sellers have been the villain for 400 years». Reuters. 2008-09-26. http://www.reuters.com/article/reutersEdge/idUSTRE48P7CS20080926?PageNumber=2&virtualBrandChannel=0&sp=true. Ανακτήθηκε στις 2008-09-28. 
  15. http://www.sec.gov/rules/final/2007/34-55970.pdf SEC Release No. 34-55970
  16. New York Magazine - The Creation of the Hedge Fund