Βορρελίωση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βορρελίωση

Τόσο οι νύμφες όσο και τα ενήλικα τσιμπούρια μπορεί να είναι φορείς της βορρελίωσης.
Ταξινόμηση ICD-10 A69.2
Ταξινόμηση ICD-9 088.81
DiseasesDB 1531
MedlinePlus 001319
eMedicine article/330178 article/965922 article/786767
MeSH D008193

Η Βορρελίωση ή Νόσος του Lyme [Λάιμ] (Αγγλ. Lyme Disease) είναι μια ασθένεια που προκαλείται από το βακτήριο Borrelia burgdorferi. Το βακτήριο αυτό μεταδίδεται μέσω τσιμπήματος από το τσιμπούρι Ixodes ricinus.

Η παρουσίαση της νόσου ποικίλει και μπορεί να περιλαμβάνει συμπτώματα γρίπης στα αρχικά στάδια και έπειτα εκδηλώνεται με μυοσκελετικά, αρθριτικά, νευρολογικά, ψυχιατρικά και καρδιακά συμπτώματα. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων η νόσος θεραπεύεται με αντιβιοτικά, ειδικά εάν η θεραπεία ξεκινήσει στα αρχικά στάδια της ασθένειας. Καθυστερημένη θεραπεία συχνά οδηγεί σε «προχωρημένη» βορρελίωση η οποία είναι δύσκολο να θεραπευτεί.

Συμπτώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πιο χαρακτηριστικό σημάδι της βορρελίωσης είναι το κόκκινο σημείο το οποίο σταδιακά μεγαλώνει ενώ στο κέντρο του σημείου το χρώμα του δέρματος είναι πιο ανοιχτό, αυτό το κόκκινο σημείο ονομάζεται «μεταναστευτικό ερύθημα». Συνήθως αυτό το κόκκινο σημείο εμφανίζεται μέσα σε τρεις εβδομάδες μετά το τσίμπημα από τσιμπούρι. Οι μισοί από τους ασθενείς που έχουν το μεταναστευτικό ερύθημα (κόκκινο σημείο) δεν το γνωρίζουν ή δεν ξέρουν ότι προέρχεται από κάποιο τσίμπημα από τσιμπούρι, σύμπτωμα το οποίο εμφανίζεται στο 80% περίπου των ασθενών με βορρελίωση.

Χαρακτηριστικό κόκκινο σημείο της Βορρελίωσης (μεταναστευτικό ερύθημα)

Κάποιο διάστημα μετά από το τσίμπημα από το Ixodes ricinus (τσιμπούρι) το βακτήριο μπορεί να μπει στην κυκλοφορία του αίματος και με αυτό τον τρόπο η ασθένεια να εξαπλωθεί σε ολόκληρο το σώμα. Επειδή κάποιος μπορεί να μην παρουσιάσει μεταναστευτικό ερύθημα είναι δυνατό ο γιατρός να μην μπορέσει να αντιληφθεί ότι ο ασθενής πάσχει από Βορρελίωση. Τα συμπτώματα της εμφανίζονται κυρίως στις αρθρώσεις, στην καρδιά και στο νευρικό σύστημα (κεντρικό ή περιφερικό).

Στις περισσότερες περιπτώσεις το βακτήριο επιτίθεται στις μήνιγγες του εγκεφάλου προκαλώντας ένα είδος μηνιγγίτιδας, το οποίο μπορεί να συνοδεύεται από μόλυνση στο νωτιαίο μυελό ή στα νεύρα του εγκεφάλου. Όταν η Βορρελίωση επηρεάσει τις μήνιγγες και προκαλέσει μηνιγγίτιδα τα συμπτώματα είναι ελάχιστα —συνήθως δεν παρουσιάζονται πονοκέφαλοι, πυρετός ή ακαμψία στον αυχένα— ενώ όταν υπάρξει μόλυνση και κατά συνέπεια φλεγμονή των νεύρων του εγκεφάλου παρουσιάζεται κυρίως παράλυση από τη μία μεριά του προσώπου. Πιο σπάνια παρουσιάζεται διπλωπία, που σημαίνει ότι ο ασθενής βλέπει τα αντικείμενα διπλά. Μόλυνση του νωτιαίου μυελού προκαλεί πόνους στα άκρα και στο σώμα καθώς και εξάντληση. Πιο σπάνια προκαλείται και ακράτεια ούρων. Τα προηγούμενα συμπτώματα μπορεί να διαρκέσουν αρκετό καιρό καθώς για μπορέσουμε να μιλήσουμε για προχωρημένη Βορρελίωση χρειάζεται να περάσει τουλάχιστον ένας χρόνος. Ένα σύμπτωμα που συνοδεύει την προχωρημένη Βορρελίωση είναι η χρόνια ατροφική ακροδερματίτιδα. Στην αρχή δε της μόλυνσης συνήθως εμφανίζονται και συμπτώματα γρίπης.


Ακόμα μερικά από τα συμπτώματα της νόσου του Lyme είναι τα εξής:

  • Ζαλάδα
  • Πονοκέφαλος
  • Πυρετός
  • Έντονος πόνος στα άκρα
  • Μία ή περισσότερες πρησμένες με πόνο αρθρώσεις
  • Σύγχυση και δυσκολίες συγκέντρωσης
  • Ωτορινολαρυγγολογικά συμπτώματα
  • Σπασμοί μυών
  • Εξάντληση

Αυτά είναι μερικά μόνο από τα συμπτώματα που μπορεί να προκαλέσει η Βορρελίωση. Φυσικά τα προαναφερθέντα συμπτώματα δεν προκαλούνται μόνο από τη νόσο Lyme αλλά μπορεί να είναι συμπτώματα και άλλων ασθενειών.

Διάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βακτήριο Borrelia

Η βορρελίωση μπορεί να διαγνωσθεί με διάφορες εξετάσεις αίματος (αντισώματα). Η εξέταση που γίνεται συνήθως πρώτη ονομάζεται ανοσοενζυμική ανάλυση, και σε περίπτωση που βρεθούν σε αυτήν αντισώματα IgG έναντι της Borrelia burgdorferi θα πρέπει να διενεργηθεί μια εξέταση επαλήθευσης που ονομάζεται Immunoblot ή Western Blot. Σημαντικό για να μπορέσουμε να προσδιορίσουμε την βορρελίωση είναι η ένδειξη μηνιγγίτιδας και ένδειξη για αντισώματα κατά του βακτηρίου Borrelia burgdorferi. Όταν τα συμπτώματα της ασθένειας επικρατούν για μικρό διάστημα τα αντισώματα δεν μπορούν να εντοπιστούν.

Η διάγνωση της ασθένειας είναι ιδιαίτερα δύσκολη και ίσως στην αρχή ο γιατρός να μην σκεφτεί ότι ο ασθενής πάσχει από βορρελίωση. Ακόμα και αν η εξέταση δείξει αντισώματα έναντι της Borrelia burgdorferi στον οργανισμό αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο ασθενής πάσχει από βορρελίωση. Ίσως να χρειαστεί να επαναληφθούν αρκετές φορές οι εξετάσεις για να διαγνωσθεί τελικά η ασθένεια.

Θεραπεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θεραπεία γίνεται με αντιβιοτικά, —συνήθως δοξυκικλίνη για τους ενήλικες και παιδιά άνω των 8 ή αμοξυκιλλίνη για ενήλικες, παιδιά μικρότερης ηλικίας και γυναίκες που θηλάζουν— είναι η συνηθισμένη θεραπεία για την βορρελίωση στα αρχικά στάδια. Αυτά τα φάρμακα συνήθως καθαρίζουν τον οργανισμό από τη λοίμωξη και αποτρέπουν τις περαιτέρω επιπλοκές. Η θεραπεία συνήθως γίνεται για 14 με 21 μέρες αλλά ορισμένες έρευνες έχουν δείξει πως η θεραπεία 10 έως 14 ημερών είναι εξίσου αποδοτική.

Στην προχωρημένη βορρελίωση η θεραπεία συνεχίζεται για 14 με 28 ημέρες. Αυτό είναι συνήθως αποδοτικό αν και μπορεί να πάρει αρκετό χρόνο για να θεραπευτεί πλήρως η νόσος.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]