Βασεόφιλα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Τα βασεόφιλα κοκκιοκύτταρα, που τις περισσότερες φορές αναφέρονται ως βασεόφιλα, καλύπτουν έναν πολύ μικρό πληθυσμό των λευκοκυττάρων του αίματος, σε ποσοστά που ανέρχονται από 0,01% έως 0,3% των κυκλοφορούντων λευκών αιμοσφαιρίων. Το όνομα τους προέρχεται από το γεγονός ότι είναι βασεοφιλικά, δηλαδή, είναι ευαίσθητα στην χρώση από τις βασικές χρωστικές ουσίες, όπως φαίνεται στην εικόνα.

Βασεόφιλο μετά από χρώση May Grunwald - Giemsa

Ανακάλυψη - παραγωγή - μορφολογία των βασεόφιλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα βασεόφιλα πρωτοπεριγράφηκαν από τον Paul Echrich το 1879, ο οποίος ένα χρόνο νωρίτερα είχε ανακαλύψει μορφολογικά όμοια κύτταρα στους ιστούς, τα οποία είχε ονομάσει μαστοκύτταρα (mastzellen). Λόγω της ομοιότητας τους με τα μαστοκύτταρα τα βασεόφιλα μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν μια υποκατηγορία «κυκλοφορούντων μαστοκυττάρων». Νεότερες μελέτες έδειξαν πως τα βασεόφιλα ολοκληρώνουν τη διαφοροποίηση τους στον μυελό των οστών και στη συνέχεια εισέρχονται στην κυκλοφορία, ενώ αντίθετα ώριμα μαστοκύτταρα δεν είναι ανιχνεύσιμα στο αίμα, αλλά κυκλοφορούν μόνο πρώιμες μορφές, οι οποίες στην συνέχεια θα ολοκληρώσουν την διαφοροποίησή τους στους ιστούς. Επιπλέον, τα ώριμα μαστοκύτταρα των ιστών φαίνεται ότι μπορούν να πολλαπλασιαστούν και στην συνέχεια να επανέλθουν στην κυκλοφορία, ενώ τα ώριμα, κυκλοφορούντα βασεόφιλα έχουν χάσει την δυνατότητα πολλαπλασιασμού. Τα δεδομένα αυτά σε συνδυασμό με την πληρέστερη μελέτη των κυττάρων αυτών οδήγησε στην άποψη ότι πρόκειται για όμοια αλλά όχι για ταυτόσημα κύτταρα.[1]

Τα βασεόφιλα περιέχουν μεγάλους κυτταροπλασματικούς κόκκους που επισκιάζουν τον πυρήνα των κυττάρων καθώς παρατηρούνται στο μικροσκόπιο. Ωστόσο, όταν είναι ο πυρήνας τους είναι ακηλιδωτός ορατός με δύο λοβούς. Τα σιτευτικά κύτταρα (κύτταρα των ιστών) έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τα βασεόφιλα. Για παράδειγμα, και τα δυο είδη κυττάρων αποθηκεύουν ισταμίνη, μια χημική ουσία που εκκρίνεται από τα κύτταρα όταν διεγείρονται με συγκεκριμένους τρόπους. Η ισταμίνη προκαλεί μερικά από τα συμπτώματα μιας αλλεργικής αντίδρασης. Όπως όλα τα κυκλοφορούντα κοκκιοκύτταρα, έτσι και τα βασεόφιλα μπορούν να επιστρατευτούν από το αίμα σε έναν ιστό όταν χρειάζεται.

Αναπαράσταση βασεόφιλου κυττάρου

Η δράση των βασεοφίλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα βασεόφιλα εμφανίζονται σε συγκεκριμένα είδη φλεγμονωδών αντιδράσεων, ειδικά σε εκείνες που προκαλούν αλλεργικά συμπτώματα. Τα κοκκία των βασεόφιλων περιέχουν ηπαρίνη, μια ουσία που εμποδίζει τη γρήγορη πήξη του αίματος. Περιέχουν επίσης την αγγειοδιασταλτική ουσία ισταμίνη, η οποία προωθεί τη ροή του αίματος στους ιστούς. Όπως και τα ηωσινόφιλα, έτσι και τα βασεόφιλα παίζουν σημαντικό ρόλο σε παρασιτικές λοιμώξεις και αλλεργίες. Έτσι βρίσκονται σε ασυνήθιστα υψηλό αριθμό σε λοιμώδεις καταστάσεις που προέρχονται από παράσιτα όπως είναι τα εξωπαράσιτα (π.χ. τα τσιμπούρια). Βρίσκονται σε ιστούς όπου συμβαίνουν αλλεργικές αντιδράσεις και πιθανόν συμβάλλουν στη σοβαρότητα αυτών των αντιδράσεων. Τα βασεόφιλα έχουν στην επιφάνεια τους υποδοχείς πρωτεϊνών, που δεσμεύουν την IgE, μία ανοσοσφαιρίνη που συμβάλλει στην άμυνα του οργανισμού έναντι αλλεργιών και παρασίτων, όπως είναι τα μακροπαράσιτα. Πρόκειται για το συνδεδεμένο αντίσωμα IgE που προσδίδει μια επιλεκτική αντίδραση των κυττάρων αυτών σε περιβαλλοντικές ουσίες, για παράδειγμα, αλλεργικές πρωτεΐνες ή ελμινθικά αντιγόνα. Τα βασεόφιλα μπορούν να δράσουν και χωρίς την συμμετοχή του ανοσοσυμπλέγματος IgE-αντισώματος, διαδικασία η οποία δεν πλήρως ξεκάθαρη μέχρι σήμερα.

Λόγω του ρόλου των βασεόφιλων σε αλλεργικές καταστάσεις (όπως είναι η αναφυλαξία και το άσθμα), θεωρούνταν μέχρι πρόσφατα κύτταρα «εχθρικά» για τον οργανισμό. Από πρόσφατες μελέτες ωστόσο υπάρχουν ενδείξεις ή και αποδείξεις και για μια καλή πλευρά τους η οποία μπορεί να εκφραστεί τόσο μέσω ανοσολογικών IgE - αντιδράσεων όσο και μέσω ανοσολογικών προσδιορισμών που δεν περιλαμβάνουν την IgE ανοσοσφαιρίνη. Πρόσφατες μελέτες σε ποντίκια υποδεικνύουν ότι τα βασεόφιλα μπορούν επίσης να ρυθμίζουν τη συμπεριφορά των Τ-λεμφοκυττάρων και να μεσολαβούν για την σπουδαιότητα της δευτερογενούς ανοσολογικής απόκρισης.

Ο ανοσοφαινότυπος των βασεόφιλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα βασεόφιλα του ποντικιού και του ανθρώπου έχουν τους ακόλουθους ανοσοφαινότυπους: FCεRI+, CD123, CD49b(DX-5)+, CD69+, Thy-1.2+, 2B4+, CD11bdull, CD117(c-kit)-, CD24-, CD19-, CD80- , CD14-, CD23-, Ly49c-, CD122-, CD11c-, Gr-1-, ΝΚ1.1-,B220-, CD3-, γδTCR-, αβTCR-, α4 και β4- αρνητικής ιντεγκρίνης. Πρόσφατα, ο Heneberg πρότεινε ότι τα βασεόφιλα μπορούν να καθοριστούν ως θετικά κύτταρα για τα αντιγόνα CD13, CD44, CD54, CD63, CD69, CD107a, CD123, CD164, CD193 / CCR3, CD203c, TLR-4, και FCεRI. Όταν ενεργοποιηθούν, μερικοί πρόσθετοι επιφανειακοί δείκτες είναι γνωστό ότι υπερεκφράζονται (CD13, CD107a, CD164) ή εκτίθενται στην επιφάνεια (CD63, CD203c).

Οι εκκρίσεις των βασεόφιλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ενεργοποιούνται, τα βασεόφιλα αποσυντίθενται και απελευθερώνουν ισταμίνη, πρωτεογλυκάνες (π.χ. ηπαρίνη και χονδροϊτίνη) και πρωτεολυτικά ένζυμα (π.χ. ελαστάση και λυσοφωσφολιπάση). Μπορούν επίσης να εκκρίνουν μεσολαβητές των λιπιδίων όπως λευκοτριένια και μερικές κυτταροκίνες. Η ισταμίνη και οι πρωτεογλυκάνες είναι προ-αποθηκευμένες σε κόκκους του κυττάρου, ενώ οι άλλες ουσίες που εκκρίνονται, δημιουργούνται άμεσα. Κάθε μια από αυτές τις ουσίες συμβάλλει στη φλεγμονή. Πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι τα βασεόφιλα αποτελούν σημαντική πηγή της κυτοκίνης, της ιντερλευκίνης-4, ίσως και πιο σημαντική από τα Τ λεμφοκύτταρα. Η ιντερλευκίνη-4 θεωρείται μια από τις πιο σημαντικές κυτταροκίνες στην ανάπτυξη των αλλεργιών και την παραγωγή των αντισωμάτων IgE από το ανοσοποιητικό σύστημα. Υπάρχουν και άλλες ουσίες που εκκρίνονται μετά από την ενεργοποίησή τους από τα βασεόφιλα, γεγονός το οποίο δείχνει ότι τα κύτταρα αυτά έχουν και άλλους ρόλους στην φλεγμονή.

Ασθένειες που σχετίζονται με τα βασεόφιλα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κυτταροπενία των βασεόφιλων (χαμηλός αριθμός βασεοφίλων) είναι δύσκολο να αποδειχθεί αφού ο φυσιολογικός αριθμός βασεοφίλων είναι τόσο χαμηλός. Κυτταροπενία των βασεόφιλων έχει παρατηρηθεί σε άτομα που πάσχουν από αυτοάνοση κνίδωση (μια χρόνια κατάσταση φαγούρας). Η βασεοφιλία είναι συχνή και μπορεί να παρατηρηθεί σε ορισμένες μορφές λευχαιμίας ή λεμφώματος. Συγκεκριμένα βασεοφιλία ονομάζεται η παθολογική κατάσταση κατά την οποία αυξάνεται ο αριθμός των βασεοφίλων .Η μεμονωμένη βασεοφιλία δεν αποτελεί κλινικό πρόβλημα και μπορεί να συνοδεύει καταστάσεις υπερευαισθησίας, μυξοίδημα, ελκώδη κολίτιδα.

Βασεοφιλία, και μάλιστα σημαντικού βαθμού, συνοδεύει τις χρόνιες μυελοϋπερπλαστικές διαταραχές (αληθής πολυκυτταραιμία, χρόνια μυελογενής λευχαιμία, πρωτοπαθής θρομβοκυττάρωση, πρωτοπαθής μυελοσκλήρυνση) και τη σπάνια βασεοφιλική λευχαιμία. Στις περιπτώσεις αυτές συνυπάρχουν και άλλες διαταραχές των έμμορφων στοιχείων του αίματος. Απαιτείται παραπομπή του ασθενούς σε αιματολόγο.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Πάγκαλης Γ. Αιματολογία στην Κλινική Πράξη. Εκδόσεις ΑΘΗΝΑ 2008 ISBN 9789603997764
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Basophil της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).