Αυτόφωρο έγκλημα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Με τον όρο αυτόφωρο έγκλημα ή επ' αυτοφώρω έγκλημα, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία και συγκεκριμένα με το άρθρο 242 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, χαρακτηρίζεται το "εν τω πράττεσθαι έγκλημα" (δηλαδή αυτό που γίνεται αντιληπτό κατά τη στιγμή που συμβαίνει) ή το έγκλημα που συνέβη μόλις πρόσφατα, όπου ο δράστης τελεί υπό καταδίωξη είτε των διωκτικών Αρχών είτε του παθόντος είτε υπό παρατυχόντων που με δημόσιες κραυγές υποδεικνύουν τον ένοχο.
Επίσης στο ίδιο άρθρο περιλαμβάνεται και η περίπτωση να εντοπιστεί άτομο σε χώρο, ανεξάρτητα της απόστασης από το σημείο της τέλεσης του εγκλήματος, όπου φέρει αντικείμενα ή ίχνη (πειστήρια), από τα οποία συνάγεται ότι αυτό διέπραξε το έγκλημα προ λίγου χρόνου.

  • Το αυτόφωρο έγκλημα αποδίδεται διεθνώς με τον λατινικό όρο In flagrante delicto (="φλεγόμενο" ή "φλέγον έγκλημα"). Στη δημώδη ελληνική αποδίδεται κατά την έννοια της άμεσης σύλληψης με τη φράση "τον/τους έπιασαν στα πράσα", επειδή τα πράσα είναι χαμηλά λαχανικά και όποιος κινείται μέσα σ΄ αυτά γίνεται άμεσα αντιληπτός.

Έννοιες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην έννοια «εν τω πράττεσθαι» περιλαμβάνονται επίσης το στάδιο της απόπειρας εγκλήματος[1], ως και τα διαρκή εγκλήματα[2], εξ ου και ο εξ αυτών χαρακτηρισμός «συνεχές αυτόφωρο». Η δε κρίση επί της έννοιας της τέλεσης του εγκλήματος, που ολοκληρώθηκε ή περατώθηκε "μόλις πρόσφατα" ή "προ λίγου χρόνου", ουσιαστικά επαφίεται στον ανακριτικό υπάλληλο. Η Ποινική Δικονομία ενδεικτικά αναφέρει την αμέσως, μετά την πράξη και ως συνέχεια αυτής, καταδίωξη, υπό οργάνων Αρχής ή δημόσιας δύναμης, όπου ο δράστης έχει γίνει αντιληπτός και τρέπεται σε φυγή, ή την υπό του παθόντα καταδίωξη ή την πρόκληση σε βοήθεια, ως και την δημόσια κραυγή. Ως δημόσια κραυγή θεωρείται η ουσιαστική υπόδειξη με κραυγές, όπως π.χ. "νάτος", "πιάστε τον", κ.λπ. και σε καμία περίπτωση μια απλή κακή φήμη.

Χρονικό όριο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με την §2 του ίδιου άρθρου (242 ΚΠΔ), ουδέποτε θεωρείται αυτόφωρο έγκλημα εκείνο που τελέστηκε και παρήλθε ολόκληρη η επόμενη ημέρα χωρίς να έχει συλληφθεί ο δράστης, οπότε καμία των παραπάνω περιπτώσεων δεν μπορεί να συντρέξει για τον χαρακτηρισμό του εγκλήματος ως αυτόφωρου.

Επί της έννοιας του όρου «ολόκληρη η επόμενη ημέρα» είχε δημιουργηθεί ζήτημα επί του προσδιορισμού και αναπτύχθηκαν διάφορες γνώμες ως προς τη λήξη αυτής. Έτσι κατά μία γνώμη (του Στάικου) θεωρείται να μη επέλθει η νύκτα της επόμενης ημέρας, που σημαίνει για το διάστημα από 1ης Οκτωβρίου μέχρι 31ης Μαρτίου μέχρι τις 08:00 μ.μ. της επομένης, και για το διάστημα από 1ης Απριλίου μέχρι της 30ης Σεπτεμβρίου μέχρι τις 21:00 της επομένης. Κατ΄ άλλη άποψη (του Βαβαρέτου) η διάρκεια του αυτόφωρου δεν μπορεί να υπερβεί τις 36 ώρες, δηλαδή πρώτο 24ωρο συν 12 ώρες της επομένης. Τέλος κατά μία την τρίτη άποψη που κρίθηκε ορθότερη ως ημερολογιακή, η ημέρα υπολογίζεται από μεσονυκτίου σε μεσονύκτιο. Η άποψη αυτή υπερίσχυσε των προηγουμένων η οποία και θέτει ως όριο το μεσονύκτιο (23:59) της επομένης του εγκλήματος. Συνεπώς το ανώτατο χρονικό όριο που μπορεί να παραταθεί ένα αυτόφωρο είναι 47 ώρες και 59 πρώτα λεπτά, (περίπτωση εγκλήματος που έγινε απόψε 2 λεπτά μετά τα μεσάνυχτα, το αυτόφωρο λήγει τα μεσάνυχτα της μεθαυριανής).

Σημειώνεται ότι τα τελούμενα υπό του Τύπου εγκλήματα (δημοσιεύματα εφημερίδων, περιοδικών με διασπορά ψευδών ειδήσεων κ.λπ.) θεωρούνται πάντοτε αυτόφωρα σύμφωνα με άρθρο 14, § 7 του Συντάγματος. Επίσης σημειώνεται ότι επί της αυτόφωρης λαθρεμπορίας ακολουθούνται ιδιαίτερες διατάξεις.

Συνέπειες αυτοφώρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρακτική σημασία του χαρακτηρισμού ενός εγκλήματος ως αυτοφώρου συνίσταται στην εφαρμογή άμεσης διαδικασίας προανάκρισης και προσαγωγής του δράστη σε δικαστική αρχή χωρίς προηγούμενη παραγγελία εισαγγελέως. Στις περιπτώσεις αυτές ο ανακριτικός υπάλληλος προχωρεί στη προανάκριση και στη συνέχεια ενημερώνει σχετικά τον Εισαγγελέα περί της έκθεσης που έχει στο μεταξύ συντάξει. Η ειδική αυτή συνοπτική διαδικασία γίνεται μόνο σε περιπτώσεις που το έγκλημα αφορά πταίσμα ή πλημμέλημα που υπάγεται στην αρμοδιότητα των μονομελών πλημμελειοδικείων, όπως π.χ. περιπτώσεις που αφορούν τραυματισμούς, σωματικές βλάβες εκ δόλου ή εξ αμελείας, κλοπές, ζωοκλοπές, παραβάσεις περί τυχερών παιγνίων, παρανόμου οπλοφορίας ή και οπλοχρησίας, λαθρεμπορίας, διακίνησης ναρκωτικών, ειδικών περιπτώσεων παρανόμου αλιείας.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Πλημ. Λάρισας 660/1966 προτ. Γ. Αρβανίτη - "Ποινικά Χρονικά" ΙΖ΄/504.
  2. Ανδρουλάκης: Πλημ. Θεσσαλονίκης, Απόφ.323/1968 - "Ποινικά Χρονικά" ΙΕ¨/330

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ελληνικός "Κώδικας Ποινικής Δικονομίας" άρθρο 242.
  • Δ. Τζιώρας «Σύστημα Ελληνικής Ποινικής Δικονομίας» τομ. Β΄, σελ.155 κ.ε.
  • Π. Πιστογιάννης «Ανακριτική» - Θεσσαλονίκη 1983. σελ.67 κ.ε.