Αρακάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αρακάς
Τα σπέρματα αρακά μέσα στο λοβό
Τα σπέρματα αρακά μέσα στο λοβό
Το φυτό Pisum sativum
Το φυτό Pisum sativum
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία: Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Τάξη: Κυαμώδη (Fabales)
Οικογένεια: Κυαμοειδή (Fabaceae)
Υποοικογένεια: ψυχανθή (Faboideae)
Γένος: Πίσον (Pisum)
Είδος: Πίσον το ήμερον (P. sativum)
Διώνυμο
Pisum sativum
L.

Ως αρακάς ή μπιζέλι αναφέρεται συνήθως το μικρό σφαιρικό πράσινο σπέρμα-καρπός ή ο πολύσπερμος λοβός του φυτού Πίσον το ήμερον (Pisum sativum), όσο και το ίδιο το φυτό, το οποίο αναφέρεται και ως μπιζελιά. Οι λοβοί βοτανικά αποτελούν φρούτα,[1] που περιέχει αρκετά σπέρματα, τα οποία αναπτύσσονται από την ωοθήκη του άνθους. Το P. sativum είναι μονοετές φυτό. Η φύτευση μπορεί να λάβει χώρα από το χειμώνα μέχρι νωρίς το καλοκαίρι, ανάλογα με τη τοποθεσία. Το μέσο βάρος του κάθε μπιζελιού είναι ανάμεσα σε 0,1 και 0,36 γραμμάρια.[2] Τα ανώριμα μπιζέλια χρησιμοποιούνται ως λαχανικά, φρέσκα, κατεψυγμένα ή κοσερβοποιημένα.

Ο άγριος αρακάς απαντά στη Μεσόγειο και στην Εγγύς Ανατολή. Τα αρχαιότερα αρχαιολογικά ευρήματα αρακά χρονολογούνται από τη τέλος της Νεολιθικής Εποχής εκεί που σήμερα είναι η Ελλάδα, η Συρία, η Τουρκία και η Ιορδανία. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η καλλιέργειά του στο δέλτα του Νείλου γινόταν ήδη από το 4800-4400 π.Χ., καθώς και στη Γεωργία από την 5η χιλιετία π.Χ. Ανατολικότερα η καλλιέργεια άρχισε αργότερα. Στο Αφγανιστάν ο αρακάς έφτασε περίπου το 2000 π.Χ. και στο δεύτερο μισό της 2ης χιλιετία π.Χ. άρχισε η καλλιέργειά του στη λεκάνη του Γάγγη και στη νότια Ινδία.[3]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Rogers, Speed (2007). Man and the Biological World Read Books. pp. 169–170. ISBN 978-1-4067-3304-4 retrieved on 2009-04-15.
  2. Pea
  3. Zohary, Daniel and Hopf, Maria (2000). Domestication of Plants in the Old World, 3η έκδοση. Oxford: University Press. ISBN 978-0-19-850356-9 p. 105–107