Αποσταλινοποίηση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Νικίτα Χρουστσόφ υπήρξε ο εμπνευστής της αποσταλινοποίησης

Aποσταλινοποίηση αποκαλείται η φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος της ΕΣΣΔ μετά το θάνατο του Ιωσήφ Στάλιν. Πρόκειται για μία αμφιλεγόμενη ως προς τις μεθόδους και τα αποτελέσματά της διαδικασία, η οποία έχει ταυτιστεί ιστορικά με τον Νικίτα Χρουστσόφ και την ομιλία του «Περί της προσωπολατρείας και των συνεπειών της» στο 20ό συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης.

Συχνά περιγράφεται λανθασμένα ως αποσταλινοποίηση το σύνολο της πολιτικής του Χρουστσιόφ (κυβ. 1953 - 1964), η οποία περιελάμβανε επίσης αναθέρμανση των σχέσεων με τη Δύση, στροφή της έρευνας σε ειρηνικές επενδύσεις, αναδιάρθρωση του βιομηχανικού και αγροτικού τομέα. Αν και όλα αυτά τα κομμάτια είναι διαλεκτικά δεμένα μεταξύ τους, η αποσταλινοποίηση ως έννοια αφορά την αποκατάσταση των βασικών δικαιωμάτων έκφρασης και στον περιορισμό της καταστολής των αντιφρονούντων.

Ιστορικό περιβάλλον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Στάλιν είχε κυβερνήσει τη χώρα με σιδηρά πυγμή από το 1922, όταν ανέλαβε την ηγεσία του ΚΚΣΕ λόγω της βαριάς ασθένειας του Λένιν, έως το 1953 που πέθανε. Για να εδραιώσει την εξουσία του, είχε εξολοθρεύσει σχεδόν το σύνολο της ιστορικής ηγεσίας του κόμματος[1], με αποκορύφωμα τις διαβόητες Δίκες της Μόσχας (1936-1938) που οδήγησαν ιστορικούς ηγέτες της Επανάστασης στο εκτελεστικό απόσπασμα, με κατηγορητήρια για τροσκισμό ή κατασκοπεία υπέρ των Γερμανών[2].

Αλλά και πέρα από τα υψηλά κλιμάκια, για τον απλό λαό η σταλινική περίοδος ήταν μία περίοδος καταστολής και παντοκρατορίας των μυστικών υπηρεσιών. Πάνω από τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι[3] σύρθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα ή σε εξοντωτική καταναγκαστική εργασία στα γκούλαγκ, μόνο και μόνο επειδή διατυπώθηκαν υποψίες για την ακεραιότητά τους ή την αφοσίωσή τους στην ηγεσία. Χαρακτηριστικό (και ενδεικτικό για αμέτρητες παρόμοιες περιπτώσεις) είναι το παράδειγμα του δημοφιλούς τενόρου Βαντίμ Κόζιν, ο οποίος εξορίστηκε στα χρυσωρυχεία του Μαγκαντάν, επειδή δεν συμπεριελάμβανε στα κονσέρτα του ύμνους για τον Στάλιν.[4]

Μεταβατική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον θάνατο του Στάλιν τον Μάρτιο του 1953, τις τύχες της Σοβιετικής Ένωσης ανέλαβαν οι δύο στενότεροι συνεργάτες του Γκεόργκι Μαλενκόφ και Λαβρέντι Μπέρια - ο πρώτος ως πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου και ο δεύτερος ως κομισάριος Εσωτερικών, υπεύθυνος για τις παντοδύναμες μυστικές υπηρεσίες. Σύντομα προστέθηκε ένας τρίτος, ο Νικίτα Χρουστσόφ, τον οποίο προωθούσαν κύκλοι του ΚΚΣΕ για τη θέση του γενικού γραμματέα του κόμματος (εκλέχτηκε επίσημα το Σεπτέμβριο).

Η νέα ηγεσία έλαβε κάποια πρώτα μέτρα φιλελευθεροποίησης (αμνηστεύτηκαν άμεσα περίπου ενάμισι εκατομμύριο κρατούμενοι[5]), όμως η κατάσταση ήταν προσωρινή. Στο εσωτερικό της υπέφωσκαν οι συνομωσίες για τη διαμόρφωση των συσχετισμών εξουσίας, από τους οποίους θα προέκυπτε ο νέος ηγέτης της χώρας. Ο Μπέρια κατηγορήθηκε από τους άλλους δύο για προδοσία και εκτελέστηκε την προπαραμονή των Χριστουγέννων του 1953, με τις ίδιες διάτρητες και συνοπτικές διαδικασίες που χρησιμοποιούσε το σταλινικό καθεστώς - στην πραγματικότητα οι Χρουστσόφ και Μαλενκόφ έσπευσαν να τον εξολοθρεύσουν πριν πέσουν θύματά του.

Χρουστσιόφ και Στάλιν σε φωτογραφία του 1936, είκοσι χρόνια πριν ο πρώτος αποκηρύξει τον δεύτερο

Δεκατέσσερις μήνες αργότερα παύθηκε και ο Μαλενκόφ από την κυβέρνηση, με την κατηγορία ότι στο παρελθόν ήταν πολύ στενός φίλος του Μπέρια - επίσημα ανακοινώθηκε ότι παραιτήθηκε διότι ήταν αναποτελεσματικός στην προώθηση των οικονομικών μεταρρυθμίσεων [6]. Ο δρόμος ήταν πλέον ανοιχτός για την παντοδυναμία του Χρουστσόφ στο σοβιετικό πολιτικό σκηνικό.

Το 20ό Συνέδριο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως «επίσημη ημερομηνία» έναρξης της αποσταλινοποίησης θεωρείται η 25η Φεβρουαρίου 1956, όταν στα πλαίσια του 20ού συνεδρίου του ΚΚΣΕ, ο Νικίτα Χρουστσιόφ εκφώνησε κεκλεισμένων των θυρών το μνημειώδη λόγο «Περί της προσωπολατρείας και των συνεπειών της»[7].

Ο λόγος αποτελούσε κόλαφο για το Στάλιν. Ξεκινούσε με κάποιες επιστολές που ο Λένιν είχε υπαγορεύσει λίγο πριν πεθάνει, όπου ο Στάλιν περιγραφόταν ως ο χειρότερος εκ των πιθανών διαδόχων του[8], και συνέχιζε με τα πορίσματα της Επιτροπής Ποσπέλοφ που διερεύνησε την τύχη των συμμετασχόντων στο Συνέδριο του 1934 (17ο): από τους 1.966 συνέδρους, 1.108 κηρύχτηκαν στη συνέχεια «αντεπαναστάτες» και στάλθηκαν στα γκούλαγκ ή εκτελέστηκαν. Επίσης, από τους 139 που είχαν εκλεγεί στην Κεντρική Επιτροπή, οι 98 χαρακτηρίστηκαν αργότερα «εχθροί του λαού» και τουφεκίστηκαν (κυρίως τη διετία 1937 - 1938). Μέσα από πληθώρα παρομοίων ιστορικών αναφορών και αποκαλύψεων, ο Χρουστσόφ τεκμηρίωνε το συμπέρασμα πως ο Ιωσήφ Στάλιν είχε σκόπιμα διαστρεβλώσει τις αρχές του μαρξισμού και της επανάστασης ώστε να εγκαθιδρύσει ένα καθεστώς σκληρής καταπίεσης, έναν «κομμουνισμό της προσωπολατρείας και του στρατοπέδου».

Το 20ό συνέδριο έμεινε άναυδο. Ο νικητής του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου και μέχρι πρόσφατα «πατερούλης» του σοβιετικού λαού, περιγραφόταν ως στυγνός δικτάτορας από τον ίδιο τον Γενικό Γραμματέα του Κόμματος. Λέγεται ότι επιστρέφοντας στο κάθισμά του μετά την αγόρευση, ο Χρουστσόφ βρήκε ένα ανυπόγραφο σημείωμα που έγραφε «Κι εσύ τι έκανες τότε, σύντροφε;» υπενθυμίζοντάς του ότι υπήρξε εξέχον στέλεχος του σταλινικού καθεστώτος. Τότε σηκώθηκε όρθιος και αναφώνησε οργισμένος «Ό,τι κάνεις κι εσύ τώρα, σύντροφε που δεν αποκαλύπτεις το όνομά σου. Δεν τολμούσα να εκφράσω ευθέως τις απόψεις μου.»

Εφαρμογή της αποσταλινοποίησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την επικύρωση της πολιτικής φιλελευθεροποίησης από το 20ό Συνέδριο, οι αποφάσεις (χωρίς το πλήρες κείμενο της μυστικής ομιλίας που όμως διέρρευσε σύντομα) τυπώθηκαν σε συντομευμένη μορφή και στάλθηκαν σε όλη τη χώρα, κατοχυρώνοντας το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση. Στα χρόνια που ακολούθησαν, τα περισσότερα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας έκλεισαν για πάντα (έμειναν μόνο λίγα για ποινικούς κρατουμένους) και οι περισσότεροι πρώην έγκλειστοι αποκαταστάθηκαν ως «θύματα του σταλινισμού» (617.000 αποκαταστάσεις μόνο τους δέκα πρώτους μήνες[9]), λαμβάνοντας το δικαίωμα να επιστρέψουν στις εργασίες τους. Χαλάρωσε ο ασφυκτικός έλεγχος των επιτροπών λογοκρισίας στον τύπο, την εκπαίδευση και τις τέχνες, εκδόθηκαν για πρώτη φορά απαγορευμένα βιβλία, επιτράπηκε ο δυτικός κινηματογράφος και μουσική, ξεκίνησαν πολιτιστικές, εκπαιδευτικές και αθλητικές ανταλλαγές ανάμεσα στη Σοβιετική Ένωση και το δυτικό μπλοκ. Σε συμβολικό επίπεδο ξηλώθηκαν τα αγάλματα του Στάλιν, απομακρύνθηκε η σορός του από το Μαυσωλείο του Λένιν και αφαιρέθηκε το όνομά του από το Στάλινγκραντ, το οποίο ονομάστηκε ξανά Βόλγκογκραντ.

Στα πλαίσια των αλλαγών, διατάχτηκαν να «αποσταλινοποιηθούν» και τα αδελφά κόμματα, δηλ. όσα κομμουνιστικά κόμματα ξένων χωρών ελέγχονταν από το Κρεμλίνο. Παράδειγμα είναι το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, του οποίου ο ηγέτης Νίκος Ζαχαριάδης καθαιρέθηκε σχεδόν πραξικοπηματικά[ασαφές] και στάλθηκε στη Γιακουτία της Σιβηρίας (κοντά στον Αρκτικό Ωκεανό) για να υπηρετήσει ως δασοφύλακας[10], ενώ οι Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες συγκρούονταν στην Τασκένδη αλληλοκατηγορούμενοι ως πράκτορες.[11]

Συνολικά η αποσταλινοποίηση λειτούργησε προωθητικά για τη Σοβιετική Ένωση. Η φιλελευθεροποίηση οδήγησε σε πνευματική και καλλιτεχνική άνθηση, ιδιαίτερα χάρη στην αποκατάσταση και την ελευθερία έκφρασης των διανοουμένων. Συχνά λέγεται ότι στην ΕΣΣΔ η δεκαετία του '60 άρχισε δέκα χρόνια νωρίτερα. Αλλά και στο οικονομικό επίπεδο, η επιστροφή πολλών προγραμμένων επιστημόνων στις εργασίες τους και η διάχυτη αισιοδοξία της κοινωνίας ότι «γίνεται μια νέα αρχή» ενίσχυσαν τις παραγωγικές αναδιαρθρώσεις που διεξάγονταν παράλληλα. Οι ρυθμοί ανάπτυξης ξεπέρασαν ακόμα και μεγάλες καπιταλιστικές χώρες όπως οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο[12], το βιοτικό επίπεδο βελτιώθηκε κατακόρυφα, κατακτήθηκαν στόχοι παγκόσμιας εμβέλειας όπως η πρώτη διαστημική πτήση (Γκαγκάριν, 1961) και η κυριαρχία στον αθλητισμό που λειτούργησαν ως ο καλύτερος προπαγανδιστής του καθεστώτος[13].

Επίσης σε διεθνές επίπεδο η εικόνα της ΕΣΣΔ έγινε διαφορετική. Παρά τις προσπάθειες των δυτικών κυβερνήσεων να τον εμφανίσουν ως τον άξεστο χωριάτη του Κουρσκ εξ αιτίας της αυθόρμητης και συχνά αντισυμβατικής συμπεριφοράς του[14], ο Χρουστσόφ έστρεψε τους προβολείς στη χώρα του. Για μεγάλη μερίδα της παγκόσμιας κοινής γνώμης, η σύγκριση στη δεδομένη συγκυρία ήταν καταλυτική: οι μεν σοβιετικοί «διόρθωναν» το σοσιαλιστικό πείραμα εμπλουτίζοντάς το με ατομικές ελευθερίες, οι δε ΗΠΑ ακολουθούσαν την αντίθετη πορεία περιστέλλοντας το δικαίωμα έκφρασης με τη «Μαύρη Λίστα».

Αντιδράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η όλη διαδικασία δεν πέρασε χωρίς εσωκομματικές αντιδράσεις. Η Σοβιετική Ένωση ήταν ένα κράτος που για τριάντα χρόνια κυβερνιόταν με τις μυστικές υπηρεσίες και είχαν διαμορφωθεί στεγανά που δύσκολα έσπαγαν. Τμήμα των γραφειοκρατών του ΚΚΣΕ, ακόμα και ανώτατα στελέχη που αρχικά είχαν στηρίξει τις αλλαγές, έτρεμε στην ιδέα ότι αυτές μπορούσαν να συμπαρασύρουν και τους ίδιους και τους μηχανισμούς που τους στήριζαν.

Η πρώτη απόπειρα να ανακοπούν οι αλλαγές έγινε τον Ιούνιο του 1957, ενώ ο Χρουστσόφ βρισκόταν σε διακοπές. Το Πολιτικό Γραφείο του κόμματος συνήλθε μυστικά (με την πρωτοβουλία μιας ομάδας που έμεινε στην ιστορία ως «Αντικομματική») και αποφάσισε με ψήφους 8-4 να τον καθαιρέσει. Όταν τον κάλεσαν να επιστρέψει στη Μόσχα για να παραιτηθεί, ο Χρουστσόφ έκανε δύο «κινήσεις ματ»: εξασφάλισε την υποστήριξη του θρυλικού στρατηγού Ζούκοφ, υπουργού Αμύνης στην κυβέρνηση, και κατόπιν συγκάλεσε την Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ, όπου εξέθεσε αναλυτικά τα γεγονότα. Τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής τάχθηκαν υπέρ της συνέχισης της αποσταλινοποίησης και καθαίρεσαν τους Αντικομματικούς, οι οποίοι εν συνεχεία μετακινήθηκαν σε ταπεινωτικά πόστα. Χαρακτηριστικά ο Βιατσεσλάβ Μόλοτοφ, επικεφαλής της σοβιετικής διπλωματίας για σχεδόν δύο δεκαετίες, στάλθηκε πρέσβης στη Μογγολία[15], ενώ ο Μαλενκόφ μετατέθηκε σε ένα υδροηλεκτρικό φράγμα στο Καζακστάν.

Η δεύτερη απόπειρα, η οποία τελικά ήταν επιτυχημένη, έγινε τον Οκτώβριο του 1964. Με το πρόσχημα της αποτυχίας του Χρουστσόφ στην εξωτερική πολιτική (Κρίση της Κούβας, σχίσμα με την Κίνα), το Πολιτικό Γραφείο τον καθαίρεσε με πρωτοβουλία του Μπρέζνιεφ - οι πραγματικοί λόγοι πρέπει να αναζητηθούν στη δυσαρέσκεια των στρατιωτικών για την προϊούσα αποσταλινοποίηση και τον περιορισμό των στρατιωτικών δαπανών. Ο Χρουστσόφ που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στη Γεωργία, μεταφέρθηκε συνοδευόμενος (για να μη μπορεί να αντιδράσει όπως το '57) στη Μόσχα και ανακοίνωσε ότι «βγαίνει στη σύνταξη για λόγους υγείας».[16]

Κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από πολλές πλευρές διατυπώθηκαν επικριτικές απόψεις για την ορθότητα ή την ειλικρίνεια των επιλογών. Οι κυριότερες είναι οι ακόλουθες:

  • Η Δύση κατηγόρησε τον Χρουστσόφ πως οι προθέσεις του ήταν υποκριτικές[17], αφού δεν κατάργησε το μονοκομματικό σύστημα, ενώ επίσης επί των ημερών του καταπνίγηκε με τα σοβιετικά τανκς η ουγγρική εξέγερση του 1956 που ζητούσε εκδημοκρατισμό, ο κόσμος έφθασε στα πρόθυρα του πυρηνικού πολέμου με την κρίση της Κούβας και υψώθηκε το Τείχος του Βερολίνου. Η κριτική αυτή παραγνωρίζει δύο δεδομένα: (α) ουδέποτε ο Χρουστσόφ είχε δηλώσει ότι αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση Δημοκρατίας «δυτικού τύπου», (β) η αποσταλινοποίηση ήταν κυρίως διαδικασία που απευθυνόταν στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ και δεν αφορούσε την εξωτερική της πολιτική ως υπερδύναμης, στο δεδομένο παγκόσμιο συσχετισμό ισχύος και συμφερόντων.
  • Έντονη κριτική έχει διατυπωθεί επίσης για τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν, οι οποίες συχνά ήταν εξίσου αντιδημοκρατικές και αδιαφανείς με το παρελθόν που η αποσταλινοποίηση ήθελε να αλλάξει. Η κατηγορία για σταλινισμό αποτελούσε πια μομφή παρόμοια με τον «εχθρό του λαού» στη σταλινική περίοδο, με τη διαφορά ότι ο Χρουστσόφ προτιμούσε να εκμηδενίζει πολιτικά τους αντιπάλους του παρά να τους στέλνει στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι - Στάλιν - Ζαν-Ζακ Μαρί, εκδ. Οδυσσέας, 2003, ISBN 960-210-450-3. Πλήρης βιογραφία και ανάλυση της πολιτικής του.
  2. Le Livre Rouge sur les proces de Moscou - Λέον Σεντόφ, Παρίσι, 1936. Γράφτηκε από τον γιο του Τρότσκι μετά τις δύο πρώτες δίκες. Ολόκληρη η αγγλόγλωσση έκδοση του βιβλίου (Red Book on the Moscow Trials - εκδ. New Park, 1980) είναι διαθέσιμη στον ιστοχώρο του University College Cork.
  3. Comment juger Staline - άρθρο της Ιταλίδας κομμουνίστριας Ροσάνα Ροσάντα στο Nouvel Observateur, τ. 2015.
  4. Βιογραφία του Βαντίμ Κόζιν στο Arthistoryclub.com
  5. The end of the Gulag - Alexei Tikhonov. Χρονικό της αμνηστίας και τεκμηρίωσή της από οικονομική σκοπιά.
  6. Malenkov Resigns as Soviet Premier - Ανακοίνωση της παραίτησης του Μαλενκόφ στους Τάιμς της Νέας Υόρκης, 8 Φεβρουαρίου 1955.
  7. H πλήρης ομιλία από τη σειρά Great speeches of the 20th century της βρετανικής εφημερίδας Guardian
  8. Στην ελληνική γλώσσα, οι επιστολές βρίσκονται στο Η Πολιτική Διαθήκη του Λένιν - Γεβγένι Πλίμακ, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1991, ISBN 960-224-623-5
  9. De-Stalinisation - Naomi Reid, University of St. Andrews
  10. Η καθαίρεση του Νίκου Ζαχαριάδη - επιμέλεια Γ. Πετρόπουλος, εκδ. Προσκήνιο, 2003, ISBN 960-8318-14-9.
  11. Τασκένδη, 30 χρόνια προσφυγιά - Στέλιος Γιατρουδάκης, εκδ. Διογένης, 1999, ISBN 960-7153-32-4.
  12. Economic performance under Khruschev in power - Byung-Woo Kim. Ανάλυση των οικονομικών αποτελεσμάτων της διακυβέρνησης Χρουστσιόφ
  13. Προπαγανδιστικό φυλλάδιο για το Γκαγκάριν με τη μορφή φωτογραφικού χρονικού, στην αγγλική γλώσσα, ψηφιοποιημένο από την ιστοσελίδα Kosmonaut.se
  14. Khrushchev anger erupts at UN - η διάσημη διαμαρτυρία στην Ολομέλεια του ΟΗΕ. Από ανταπόκριση του BBC, 29/09/1960
  15. Εσωτερικό έγγραφο του αμερικανικού Radio Free Europe για τη δυσμενή μετάθεση του Μόλοτοφ, όπου περιγράφεται η απροθυμία των Μογγόλων κομμουνιστών να δεχθούν τον «αντικομματικό» πρώην ΥΠΕΞ.
  16. Khrushchev 'retires' as head of USSR - η κάλυψη της παραίτησης Χρουστσόφ από το BBC, 15/10/1964.
  17. Rosy Myths about the Soviets - άρθρο του περιοδικού Time (31/01/1961), όπου αναπαράγεται η άποψη ότι ο Χρουστσιόφ συνεχίζει την πολιτική του Στάλιν.
  18. 15 χρόνια από το θάνατο του Στάλιν - Γιάννης Χοντζέας, αναδημοσίευση στην εφημερίδα Αριστερά! Κείμενο του 1968 που περιέχει την κριτική του μαοϊκού χώρου προς την αποσταλινοποίηση.