Αλεντέζου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Θέση του Αλεντέζου στην Πορτογαλία
Δρυς η φελλοφόρος, χαρακτηριστική του Αλεντέζου

Το Αλεντέζου (στα πορτογαλικά Alentejo, προφέρεται σωστά ως Αλεν-τέζου) είναι μια από τις περιφέρειες της Πορτογαλίας και εκτείνεται στο κεντρικό και νότιο τμήμα της χώρας. Η ονομασία της περιφέρειας Alentejo προέρχεται από το Além-Tejo, που μεταφράζεται κατά λέξη "Πέρα από τον Τάγο". Η περιφέρεια χωρίζεται από το βορειότερο τμήμα της Πορτογαλίας από τον ποταμό Τάγο (εξού και το όνομα). Αποτελείται από τους νομούς (distritos) Portalegre (Πορταλέγκρε), Évora (Έβορα) και Beja (Μπέζα), αλλά και από το νότιο μισό του νομού Setúbal (Σετούμπαλ), καθώς και τμήμα του νομού Santarém (Σανταρέιν). Πρόκειται για τη μεγαλύτερη σε έκταση περιφέρεια της Πορτογαλίας. Βόρεια συνορεύει με την περιφέρεια Centro (Σέντρου), νότια με την τουριστική περιφέρεια Algarve (Αλγκάρβε), ανατολικά με την Ισπανία και δυτικά με την Περιφέρεια Lisboa (Λισαβώνα) και τον Ατλαντικό ωκεανό.΄Έχει συνολική έκταση 31.551,2 km² (33% της ηπειρωτικής Πορτογαλίας) και πληθυσμό 757.190 κατοίκων (απογραφή 2011), που αντιστοιχεί στο 7,2% του συνολικού πληθυσμού της Πορτογαλίας. Πρόκειται συνεπώς για μια αραιοκατοικημένη περιφέρεια[1] .

Η περιφέρεια χωρίζεται σε 5 υπο-περιφέρειες (Alentejo Central, Alentejo Litoral, Alto Alentejo, Baixo Alentejo και Lezíria do Tejo)και περιλαμβάνει 58 δήμους.

Να σημειωθεί ότι η παραδοσιακή περιφέρεια του Αλεντέζου ήταν κάπως μικρότερη από τη σημερινή, στην οποία προστέθηκε η υποπεριφέρεια Lezíria do Tejo.

Οι κύριες πόλεις του Αλεντέζου είναι οι εξής: Έβορα, Έλβας, Πορταλέγκρε, Μπέζα, Σέρπα και Σίνες.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τοπογραφικά η περιοχή παρουσιάζει διαφορές, με κυματιστές πεδιάδες στα νότια του Αλεντέζου και γρανιτένιους λόφους βορειοανατολικά, στα σύνορα με την Ισπανία. Για να καλυφθούν οι ανάγκες σε νερό σε αυτήν την εκτεταμένη περιφέρεια χτίστηκαν αρκετά δημόσια φράγματα, με κυριότερο το φράγμα της Αλκέβα (barragem de Alqueva) στον ποταμό Γουαδιάνα. Το κύριο χαρακτηριστικό του τοπίου είναι οι χαμηλοί κυματιστοί λόφοι και οι πεδιάδες, με ελαιόδεντρα, κλήματα και τις χαρακτηριστικές φελλοφόρους δρύες. Στο βόρειο τμήμα είναι έντονη και η παρουσία της κτηνοτροφίας με αγελάδες, πρόβατα και γουρούνια.

Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κλίμα της περιοχής είναι κατά κανόνα πολύ ξηρό για μεγάλα διαστήματα του έτους, με τις θερμοκρασίες το καλοκαίρι να φθάνουν τους 40 βαθμούς Κελσίου και ήπιους χειμώνες. Το Αλεντέζου συγκαταλέγεται στις θερμότερες περιοχές της Ευρώπης, όπως και το νότιο εσωτερικό τμήμα της Ισπανίας. Οι μέσες θερμοκρασίες είναι αρκετά υψηλές. Στο μεγαλύτερο τμήμα του Αλεντέζου το κλίμα είναι μεσογειακό, με θερμά καλοκαίρια, όμως υπάρχει και ένα τμήμα στα νότια της περιφέρειας του Αλεντέζου, στα νότια της Μπέζα, που το κλίμα είναι ημίξηρο κι όπου οι θερμοκρασίες είναι πραγματικά υψηλές. Οι περισσότερες βροχές ετησίως πέφτουν από τα τέλη Φθινοπώρου μέχρι τις αρχές της Άνοιξης.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Αλεντέζου είναι ευρέως γνωστό ως ο "σιτοβολώνας" της Πορτογαλίας, μια περιοχή με εκτεταμένες εκτάσεις από κυματιστές πεδιάδες και πλούσια εύφορα εδάφη. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, όλα τα κύρια αστικά και ημιαστικά κέντρα βασίζονται οικονομικά κυρίως στη γεωργία, την κτηνοτροφία και την ξυλεία. Υπάρχουν αρκετά είδη παραδοσιακών τυριών, κρασιών και καπνιστών ζαμπόν και λουκάνικων που παράγονται στην περιφέρεια αυτή. Γνωστά είναι τα τυριά (queijos) Queijo de Serpa, Queijo de Évora και Queijo de Nisa. Επίσης τα κρασιά (vinhos) και μάλιστα το Αλεντέζου αποτελεί περιοχή προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης. Φτιάχνεται επίσης τοπικό προσούτο (στα πορτογαλικά presunto). Μάρμαρο, φελλός, ελαιόλαδο και μεταλλευτικές δραστηριότητες αποτελούν άλλους σημαντικούς οικονομικούς πόρους για το Αλεντέζου. Το φράγμα της Αλκέβα συμβάλλει τόσο στην άρδευση της περιοχής, όσο και στην παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας. Η περιοχή του Αλεντέζου αποτελεί το κέντρο της σημαντικότερης περιοχής παγκοσμίως όσον αφορά το φελλό. Η δρυς η φελλοφόρος, γνωστή στην Πορτογαλία ως "sobreiro", καλλιεργείται για εμπορικούς σκοπούς στην περιοχή τα τελευταία 300 χρόνια, με τις εκτάσεις ανάμεσα στα δέντρα να δίνονται για βόσκηση κοπαδιών ή, στα πιο παραγωγικά εδάφη, για καλλιέργεια εσπεριδοειδών, αμπελιών και ελαιόδεντρων. Αυτό είχε ως συνέπεια να αναπτυχθεί ένα μοναδικά πλούσιο οικοσύστημα. Ο φλοιός της φελλοφόρου βελανιδιάς συλλέγεται από ομάδες αντρών που χρησιμοποιούν παραδοσιακά εργαλεία. Δεν έχει επινοηθεί μηχανική μέθοδος που να επιτρέπει να γίνεται εξίσου αποτελεσματικά η συγκομιδή. Η αφαίρεση του φλοιού γίνεται μόνο στα μέσα του καλοκαιριού, όταν ο φλοιός μπορεί να αφαιρεθεί πιο εύκολα. Η συγκομιδή από ένα ώριμο δέντρο παρέχει αρκετό φλοιό για την παραγωγή περίπου 4.000 φελλών για φιάλες οίνου. Ο τομέας αυτός απασχολεί 60.000 εργαζόμενους[2] . Το 2006, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της περιοχής εκτιμήθηκε στα 17.200€.

Φωτογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έβορα - Κεντρική πλατεία
Χαρακτηριστικό τοπίο του Αλεντέζου
Αλκάσερ ντου Σαλ
Μέρτολα
Μονσαράζ
Μονσαράζ
Πανοραμική άποψη του Πορταλέγκρε
Μπέζα
Βίλα Νόβα ντε Μιλφόντες
Το υδραγωγείο στο Έλβας






Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «População residente (N.º) por Local de residência e Sexo; Decenal (2011)». Instituto Nacional de Estatística. http://www.ine.pt/xportal/xmain?xpid=INE&xpgid=ine_indicadores&indOcorrCod=0005889&selTab=tab0. 
  2. BBC, "Natural World: Cork - Forest in a Bottle", BBC2, broadcast 8.00 pm, Tuesday, 9th December, 2008.