Αεροπειρατεία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Αεροπειρατεία χαρακτηρίζεται γενικά η παράνομη κατάληψη αεροσκάφους όταν βρίσκεται σε λειτουργία ή σε πτήση.

Πρόκειται για ποινικό αδίκημα (έγκλημα) με διεθνή χαρακτήρα που πρωτοεμφανίστηκε μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Πρώτη περίπτωση αεροπειρατείας που σημειώθηκε ήταν στις 25 Ιουλίου του 1947 σε ρουμανικό αεροσκάφος. Κατά τη δεκαετία του 1960 το αδίκημα αυτό άρχισε να λαμβάνει έκταση με συνέπεια η διεθνής κοινωνία ν΄ αναγκαστεί να λάβει μια σειρά μέτρων, θεσπίζοντας κανόνες Διεθνούς Δικαίου και κατ΄ επέκταση εσωτερικών εθνικών με συνομολόγηση διεθνών συμβάσεων για την προστασία των ταξιδιωτών, των αεροσκαφών και των πληρωμάτων τους.

Οι σημαντικότερες από αυτές τις συνθήκες είναι:

Πρωτοστάτης της διεθνούς κινητοποίησης για τη συνομολόγηση των συμβάσεων Χάγης και Μόντρεαλ ήταν ο ICAO του οποίου τα κράτη-μέλη έθεσαν αμέσως σε ισχύ, 83 επί συνόλου 185 κρατών-μελών τη σύμβαση της Χάγης και 80 επί ίδιου συνόλου για του Μόντρεαλ (1990). Η Ελλάδα έχει επικυρώσει και τις τρεις παραπάνω συμβάσεις, ενώ ειδικότερα έχει ψηφίσει και έχει θέσει σε ισχύ από το 1976 τον σχετικό Νόμο 480/1976 "Περί προλήψεως και καταστολής πράξεων τινών στρεφομένων κατά της ασφαλείας της αεροπλοΐας".