Αγκούνγκ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 8°20′27″S 115°30′12″E / 8.34083°S 115.50333°E / -8.34083; 115.50333

Αγκούνγκ
Agung usgs.jpg
Ύψος 3.124 μέτρα
Νησί Μπαλί
Γεωλογικά και Γεωγραφικά στοιχεία
Ήπειρος Ασία
Χώρες Ινδονησία
Συντεταγμένες 8°20′S 115°30′E / 8.333°S 115.500°E / -8.333; 115.500°,°
Τελευταία έκρηξη 1964
Διάφορα
Χάρτης
Bali Locator Topography.png

Το όρος Αγκούνγκ (Gunung Agung) είναι βουνό και ενεργό ηφαίστειο στο Μπαλί της Ινδονησίας. Βρίσκεται στα ανατολικά του νησιού. Το βουνό είναι συμμετρικό, έχει ύψος 3.124 μέτρα και κάποιες πλαγιές του καλύπτονται από στερεοποιημένη λάβα. Η μεγαλύτερη έκρηξη του όρους Αγκούνγκ, στις αρχές του 1963, είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του ύψους του κατά 150 μ. Η αποπνιχτική στάχτη, η λάβα και ο επακόλουθος χείμαρρος λάσπης σκότωσαν περισσότερους από 1.000 ανθρώπους.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Όρος Αγκούνγκ, "ομφαλός του κόσμου" και σπουδαιότερο βουνό για το Μπαλί, δεσπόζει στο τοπίο του ανατολικού τμήματος του νησιού. Είναι το πιο ιερό βουνό για τους κατοίκους του Μπαλί και σε αυτό βρίσκεται ο σημαντικός Μητρικός Ναός του Μπεσακίχ, ο μεγαλύτερος του νησιού. Ο ναός κατασκευάστηκε τον 10ο αιώνα μ.Χ. στις πλαγιές του βουνού.[1] Στην κορυφή του βουνού βρίσκεται ένας κρατήρας διαμέτρου 500 μέτρων και βάθους 200 μέτρων. Πριν την έκρηξη του 1963 είχε βάθος 25 μέτρα, μετρούμενο από το χαμηλότερο σημείο των τοιχωμάτων στα βόρεια. Στην νοτιοανατολική πλαγιά του ηφαιστείου βρίσκεται ένας κώνος με το όνομα Πάβουν.[2] Μια μικρή κοιλάδα το χωρίζει από το όρος Μπατούρ.

Η συντομότερη διαδρομή προς την κορυφή του Όρους Αγκούνγκ ξεκινά από το Σόγκρα. Η θέα από το μυτερό χείλος του κρατήρα, την ώρα της δύσης και προτού το σύννεφο που καλύπτει το βουνό το περικυκλώσει, είναι εντυπωσιακή. Ωστόσο η άνοδος στο ομιχλώδες βασίλειο των θεών, πέρα από τη σπάνια περίσταση των τελετών, θεωρείται από τους Μπαλινέζους ως ασεβής κι επικίνδυνη. Πολλοί τουρίστες έχουν εξαφανιστεί χωρίς ν' αφήσουν ίχνη[3].

Πλησιάζοντας στο βορρά από τον ανατολικό παραθαλάσσιο δρόμο, μπορεί κανείς ν' ατενίσει τις ερημωμένες πλαγιές του Όρους Αγκούνγκ, καθώς περνά μέσα από μία ύπαιθρο ρημαγμένη από την έκρηξη του ηφαιστείου το 1963.

Ηφαιστειακή δραστηριότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η καταγραφή των εκρήξεων του Αγκούνγκ δεν ήταν συστηματική, με αποτέλεσμα να έχουν καταγραφεί λίγες μικρές εκρήξεις, με τελευταία το 1843, όλες στην περιοχή του κρατήρα. Από τότε η μόνη ηφαιστειακή δραστηριότητα στο Αγκούνγκ ήταν η ύπαρξη ενεργών φουμαρολών. Το ηφαίστειο δεν παρακαλουθούταν τακτικά μέχρι το 1963, οπότε και άρχισε εκ νέου η ηφαιστειακή δραστηριότητα και ερευνητές έφτιαξαν προσωρινά παρατηρητήρια. Εξαιτίας της έλλειψης οργάνων, τα προειδοποιητικά σημάδια της έκρηξης, κυρίως σεισμοί, έγιναν αντιληπτά από τους ντόπιους περίπου στις 18 Φεβρουαρίου του 1963. Επειδή δεν υπήρχαν αρχεία για την ηφαιστειακή δραστηριότητα του ηφαιστείου δεν ήταν γνωστό τι είδους μέτρα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν ώστε να ελαχιστοποιηθούν οι θάνατοι.[4]

Το ηφαίστειο άρχισε να παράγει μικρές εκρηκτικές στήλες το πρωϊ της 19ης Φεβρουαρίου και η δραστηριότητα συνεχίστηκε ακατάπαυστη. Στις 24 Φεβρουαρίου οι πρώτες ροές λάβας άρχισαν να κατέρχονται στη βόρεια πλαγιά του βουνού, συνοδευόμενες από πυροκλαστικές ροές. Αυτές οι πρώτες πυροκλαστικές ροές σκότωσαν 12 άτομα στο χωριό Μπολέγκ που είχαν γυρίσει για να πάρουν προσωπικά είδη. Την 1η Μαρτίου παχύρευστη λάβα με ανδεσιτική-βασαλτική σύσταση υπερχείλησε το βόρειο άκρο του κρατήρα και άρχισε να κατεβαίνει την απότομη βόρεια πλαγιά και μέχρι τα τέλη Μαρτίου η ροή λάβας είχε μήκος 7 χιλιόμετρα και είχε φτάσει δύο χιλιόμετρα νότια του χωριού Τζουτ-Τζουτ και είχε πλάτος ένα χιλιόμετρα και πάχος 75 μέτρα. Η ροή καλύφθηκε στη συνέχεια με πυροκλαστικά υλικά. Μέχρι τις πρώτες μέρες του Μαΐου η ροή είχε προχωρήσει άλλο μισό χιλιόμετρο. Υπολογίζεται ότι είχε όγκο 110 εκατομμύρια κυβικά μέτρα.[4]

Για την παροξυσμική έκρηξη που έλαβε χώρα στις 17 Μαρτίου του 1963 δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία. Η έκρηξη διήρκησε τέσσερις ώρες και αρχικά θεωρήθηκε βουλκανικού τύπου, αλλά σήμερα θεωρείται πλινιακού. Η εκρηκτική στήλη αερίων της έκρηξης θεωρείται ότι έφτασε σε ύψος 16 με 23 χιλιομέτρων πάνω από τον κρατήρα, στην στρατόσφαιρα. Αναφορές από αυτόπτες μάρτυες έκαναν λόγω ότι η εκρηκτική στήλη έφτασε σε ύψος 10 χιλιομέτρων πάνω από τον κρατήρα, όμως με βάση τον αριθμό σωματιδίων που διοχετεύθηκαν στην στρατόσφαιρα, η έκρηξη ξεπέρασε σε ύψος τα 15 με 17 χλμ από την επιφάνεια της θάλασσας, όπου βρίσκεται το όριο της τροπόσφαιρας πάνω από το Μπαλί. Η εκρήκτικη στήλη προκάλεσε την είσοδο στην στρατόσφαιρα τέφρας και αερίων του θείου.[5]

Πυροκλαστικές ροές κατέβηκαν τις νότιες και νοτιοανατολικές πλαγιές του βουνού καταστράφοντας αρκετά χωριά και ναούς στην περιοχή Σελάτ. Οι πυροκλαστικές ροές έφτασαν 14 χιλιόμετρα μακριά από το κρατήρα και προκάλεσαν, σύμφωνα με την αρχική αναφορά, 1.200 θανάτους στο Σελάτ, χωρίς να υπολογίζονται θάνατοι σε άλλες περιοχές. Η έκρηξη συνοδεύτηκε από πτώση μεγάλων τεμαχίων τέφρας (lapilii), άμμου και λαχάρ. Οι πρώτες αναφορές δείχνουν ότι η τέφρα έφτασε μέχρι την Τζακάρτα και το Μπαντούνγκ, σχεδόν χίλια χιλιόμετρα μακριά από το ηφαίστειο, όμως αυτό αμφισβητείται από μετέπειτα έρευνες με τη χρήση ισοτόπων. Η τέφρα προκάλεσε διακοπή των μεταφορών στην ανατολική Ιάβα. Ένα λαχάρ που δημιουργήθηκε τις 21 Μαρτίου παρέσειρε υλικά της έκρηξης και προκάλεσε 200 θανάτους στο χωριό Σουμπαγκάν.[4]

Το ηφαίστειο παρήγαγε άλλη μια ισχυρή έκρηξη στις 16 Μαΐου 1963, η οποία παρατηρήθηκε καλύτερα λόγω ευνοϊκών καιρικών συνθηκών. Η διάρκειά της έφτασε της τέσσερις ώρες. Η εκρηκτική στήλη έφτασε σε ύψος 10 με 17 χιλιομέτρων πάνω από τον κρατήρα και πυροκλαστικές ροές κατέβηκαν την βόρεια, δυτικά, νοτια και νοτιανατολική πλάγια και έφτασαν σε μήκος τα δώδεκα χιλιόμετρα. Οι πυροκλαστικές ροές κατέστρεψαν χωριά κα έκαψαν δασικές εκτάσεις. Ο απολογισμός από αυτήν την έκρηξη ανέρχεται σε 120 νεκρούς. Ένας σεισμός δύο μέρες μετά προκάλεσε μικρές καταστροφές σε σπίτια.[4] Η ηφαιστειακή δραστηριότητα τελικά σταμάτησε στις 27 Ιανουαρίου 1964.[6]

Οι νεκροί ήταν 1.548 ως επί το πλείστον παιδιά που δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν από τους πύρινους χείμαρρους. Οι άστεγοι ανήλθαν σε σχεδόν 100.000[7]. Επιπλέον, κάηκαν 18.395 έικρ δάσους και καταταστράφηκαν 53.670 έικρ καλλιεργήσιμης γης.[4] Ήταν η μεγαλύτερη και πιο καταστρεπτική έκρηξη που έλαβε χώρα στην Ινδονησία τον 20ο αιώνα. Η έκρηξη του 1963 είχε ένταση στην κλίμακα VEI 5[6], με τον όγκο των ηφαιστειακών αναβλημάτων να υπολογίζεται ανάμεσα στα 0,43 με 0,95 κυβικά χιλιόμετρα (όγκος DRE).[5] Η έκρηξη του Αγκούνγκ, αν και όχι πολύ ισχυρή προκάλεσε πτώση της θερμοκρασίας παρόμοια με αυτή των πολύ ισχυρότερων εκρήξεων του Κρακατόα το 1883 και του Ταμπόρα το 1812, περίπου 0,3 με 0,4 °C. Η έκρηξη του Αγκούνγκ ήταν η πρώτη έκρηξη την οποία ακολούθησε συλλογή αερομεταφερόμενων σωματιδίων από την στρατόσφαιρα. Αίτιο αυτού του φαινομενικά παράδοξου φαινομένου ήταν ότι η έκρηξη του Αγκούνγκ απελευθέρωσε στην στρατόσφαιρα αναλογικά πολύ περισσότερα αέρια του θείου από ότι οι άλλες δύο εκρήξεις, δείχνοντας ότι αυτά είναι ο παράγοντας που προκαλεί την πτώση της θερμοκρασίας και όχι η αιωρούμενη στάχτη.[8][9]

Περιγραφές από την έκρηξη του 1963[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θέα από την κορυφή

Πολλές είναι οι ανατριχιαστικές ιστορίες σχετικά με την έκρηξη του Όρους Αγκούνγκ. Μία απ' αυτές αφηγούνται και οι λίγοι κάτοικοι που επέλεξαν να εγκαταλείψουν την πόλη. Η κοινότητα του Μπαντέγκ Ντουκούχ αποφάσισε να προχωρήσει με πομπή προς τη λάβα που έρρεε, κρατώντας τα ομοιώματα των ιερών τους. Στη διπλανή Μπαντέγκ Τενγκάχ, συγκεντρώθηκαν στο ναό και περίμεναν αυτό που τους επιφύλασσε η μοίρα. Ένας διασωθείς, που παρατηρούσε τα γεγονότα από ένα λοφίσκο, είπε ότι άκουγε ακόμα την καμπάνα του ιερέα και την γκαμελάν[10] να ηχούν όταν το πρώτο κύμα λάβας πέρασε το τείχος του ναού.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, η Άννα Μάθιους αποβιβάστηκε σ' ένα Μπαλί ακόμη πολύ λίγο τουριστικό. Εγκαταστάθηκε σ' ένα χωριό, στις πλαγιές του Όρους Αγκούνγκ. Το Φεβρουάριο του 1963 παρατήρησε από κοντά την τρομακτική έκρηξη του ηφαιστείου που ρήμαξε το ανατολικό τμήμα του Μπαλί:

"Ο θόρυβος ήταν κολασμένος: ο μεγάλος ηλεκτρικός σταθμός δεν μπορούσε να ελεγχθεί. [...] ήταν σαν κάτω απ' αυτό το κάλυμμα, ποτάμια από φλόγες να κυλούν προς εμάς [...] Ακριβώς από κάτω βρισκόταν η κοίτη του ποταμού, ήδη γεμάτη από τις λάσπες της προηγουμένης. Σ' αυτή την πίστα με το μικρό βάθος σερνόταν μια πηχτή, σκοτεινή, τρομερή μάζα. Αυτό το πράγμα έσπρωχνε μπροστά του μια φλεγόμενη μάζα από κορμούς δέντρων που καίγονταν, και τμήματα σπιτιών. Στρίγκλιζε, έβγαζε φυσαλίδες, έβραζε. Το ποτάμι εξατμιζόταν. Δεν υπήρχε πια νερό. Δεν υπήρχε πια ποτάμι. Στην επαφή μαζί του τα δέντρα άρπαζαν φωτιά κι αυτό το πράγμα πέρναγε αφήνοντας πίσω του μεγάλες φλόγες. [...] Η θέα ήταν φανταστική. Ο θόρυβος ήταν φανταστικός. Το σύνολο θύμιζε κόλαση. [...] Η οσμή με κυρίευε, ο καπνός κατέβαινε σε παχιά σύννεφα, γεμάτα καταστροφή. Το έβαλα στα πόδια. [...]

Ήταν τότε που ο Ι Γκούστι Λανάνγκ Πουτούχ, ο αρχηγός του χωριού μας, έκανε κάτι που ηρέμησε όλο τον κόσμο. Κατέβηκε με σταθερό βήα προς τη ροή που γέμιζε το ποτάμι. Πίσω του ερχόταν ο ιερέας του χωριού και ο Ι Γκούστι Λανάνγκ Κεμπόν, ο μαραγκός μας, κρατώντας το κρις[11] των τελετών στο δεξί χέρι του. Οι άλλοι πρεσβύτεροι τον ακολουθούσαν κι ένας από αυτούς κρατούσε ένα μικρό μαύρο κόκορα. Το γκονγκ, το τύμπανο και τα κύμβαλα αποτελούσαν την οπισθοφυλακή, όπως και μια ομάδα γυναικών που κρατούσαν προσφορές, που είχαν ετοιμαστεί βιαστικά, αλλά ήταν όμορφα διαταγμένες. Περίπου είκοσι μέτρα από τη λάβα, παρά την έντονη αντίθεση αυτών που πίστευαν ότι έπρεπε να τον αποκεφαλίσουν πιο κοντά, ο Κεμπόν θυσίασε το μαύρο κόκορα. Ο ιερέας προσευχήθηκε. Οι πρεσβύτεροι άρπαξαν το σώμα, το κατέβασαν προς την καυτή όχθη της λάβας και το πέταξαν μέσα της. Μία μία, χωρίς να δείξουν σημάδια εκνευρισμού, οι γυναίκες κατέβηκαν και τοποθέτησαν τις προσφορές τους μπροστά στη λάβα. Και η λάβα σταμάτησε. Σταμάτησε εκεί, ακριβώς μπροστά στις προσφορές."[12]

Δύο εβδομάδες μετά την έκρηξη του Όρους Ανγκούνγκ, μία αποστολή βρήκε τις σορούς των κατοίκων του Σόγκρα διατηρημένους στην εντέλεια κάτω από ένα λεπτό στρώμα ηφαιστειακού υλικού:

"...μια μητέρα ήταν γερμένη προς τα πίσω, με το χέρι απλωμένο προς το παιδί της. Το μωρό μπουσουλούσε προς αυτήν με τα χέρια και τα γόνατα. Στο βάθος, τυπικό της παιδικής συμπεριφοράς, μια ομάδα αγοριών στηριζόταν νωχελικά το ένα πάνω στο άλλο, κοντά στο μέρος όπου ήταν ξαπλωμένη η γυναίκα. Άλλα έμοιαζαν να κοιμούνται. Κάτω από μια επιμήκη οροφή, στ' αριστερά της πύλης, θα έπαιζε η γκαμελάν. Πόσος χρόνος πέρασε από τότε που σίγησε; Ένα αγόρι έχει γλιστρήσει από το σκαμνί του, κρατώντας ακόμα τα σφυριά της γκαμελάν. [...] Ένας ηλικιωμένος αναρωτιέται τι έκανε το αγόρι να γλιστρήσει."[13].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Mount Agung and Pura Besakih Sacred destinations. Ανακτήθηκε την 26 Νοεμβρίου 2012
  2. Agung Global Volcanism Program, Smithsonian Institution
  3. Μπαλί, εκδόσεις Ερευνητές (2001)
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 M.T. Zen, Djajadi Hadikusumo (1964). «Preliminary report on the 1963 eruption of Mt.Agung in Bali (Indonesia)». Bulletin Volcanologique 27 (1): 269-299. doi:10.1007/BF02597526. http://adsabs.harvard.edu/abs/1964BVol...27..269Z. 
  5. 5,0 5,1 Self, S., και M.R. Rampino (2012). «The 1963-1964 eruption of Agung volcano (Bali, Indonesia)». Bulletin of Volcanology 74 (6): 1521-1536. doi:10.1007/s00445-012-0615-z.. http://pubs.giss.nasa.gov/abs/se09100s.html. 
  6. 6,0 6,1 Agung Eruptive History Global Volcanism Program, Smithsonian Institution
  7. Ιστορικό Λεύκωμα 1963, σελ. 136-137, Καθημερινή (1997)
  8. Volcanic Sulfur Aerosols Affect Climate and the Earth's Ozone Layer USGS. Ανακτήθηκε την 26 Νοεμβρίου 2012
  9. Michael R. Rampino (1982). «Historic eruptions of Tambora (1815), Krakatau (1883), and Agung (1963), their stratospheric aerosols, and climatic impact». Quaternary Research (sciencedirect) 18 (2): 127-143. http://www.sciencedirect.com/science/article/pii/0033589482900655#. 
  10. Γκαμελάν (γκαμπελάν): παραδοσιακή ορχήστρα, σύνολο αχώριστων οργάνων που κατασκευάστηκαν μαζί. Υπάρχουν σχεδόν 25 κατηγορίες, όλων των μεγεθών, από μέταλλο και/ή μπαμπού. Αρχικά, στην Ιάβα, ο όρος υποδείκνυε ένα σύνολο από μεταλλικά κρουστά (μονά γκονγκ, σειρές από γκονγκ, κλειδοκύμβαλα).
  11. Κερίς, κρις: ελικοειδές ξίφος του Μπαλί. Αποτελεί τμήμα του οικογενειακού θησαυρού και ορισμένων τελετουργικών εθίμων.
  12. Η νύχτα της πανσέληνου, Άννα Μάθιους (1965)
  13. Η Νύχτα του Πουρνάμα, Άννα Μάθιους (1965)