Ίρις (βοτανική)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ίρις (βοτανική)
Iris (plant).jpg
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία: Μονοκοτυλήδονα (Liliopsida)
Τάξη: Λειριώδη (Liliales)
Οικογένεια: Ιριδοειδή (Iridaceae)
Γένος: Ίρις (Iris)
L.
Τυπικό είδος
Ίρις η γερμανική
(Iris germanica)

Η ίρις (επιστ. Iris) είναι γένος αγγειόσπερμων μονοκοτυλήδονων φυτών, της τάξης των Λειριωδών (Liliales), της οικογένειας των Ιριδοειδών που περιλαμβάνει περί τα 100 είδη πολυετών πoών στις εύκρατες χώρες.

Είναι φυτά ριζωματικά, κονδυλόρριζα με μακρά και στενά φύλα και άνθη πολύχρωμα και πολύσχημα μονομερή ή κατά ταξιανθία σε μακρά στελέχη.

Τα σπέρματα, οι ρίζες και τα φύλλα των περισσοτέρων εξ αυτών περιέχουν μια τοξική ουσία στην οποία οφείλονται πολλές φαρμακευτικές ιδιότητες καθώς και μια πτητική κετόνη, την ιράνη, στην οποία οφείλονται οι αρωματικές τους ιδιότητες.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ριζώματα μίας ίριδας.

Το γένος είναι πολύ διαδεδομένο σε όλη την βόρεια εύκρατη ζώνη. Οι οικότοποί τους ποικίλλουν σημαντικά, και κυμαίνονται από τα κρύα και τα ορεινά περιοχές με την χλοώδεις εκτάσεις, λιβάδια και όχθες ποταμών της Ευρώπης, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, την Ασία και σε όλη τη Βόρεια Αμερική.

Οι ίριδες είναι πολυετή ποώδη φυτά, που αυξάνονται με έρποντα ριζώματα (ριζωματώδης ίριδες), ή, σε ξηρότερα κλίματα, από βολβούς (βολβώδη ίριδες). Έχουν μακριά, όρθια στελέχη ανθοφορίας, τα οποία μπορεί να είναι απλά ή διακλαδισμένα, στερεά ή κούφια, και ίσια ή έχουν μια κυκλική διατομή. Τα ριζωματώδη είδη έχουν συνήθως 3-10 βασικά, διαμορφωμένα σαν ξίφη φύλλα και αναπτύσσονται σε πυκνές συστάδες. Τα βολβώδη είδη έχουν κυλινδρικά, φύλλα βάσης.

Οι ταξιανθίες έχουν σχήμα βεντάλιας και περιέχουν ένα ή περισσότερα συμμετρικά με έξι λοβούς λουλούδια. Αυτά αναπτύσσονται με ποδίσκο ή τον στερούνται. Τα τρία σέπαλα, τα οποία εξαπλώνονται προς τα κάτω ή γέρνουν. Επεκτείνονται από τη στενή τους βάση, η οποία σε κάποιες από τις ριζωματώδεις ίριδες έχει μια «γενειάδα» (μια τούφα από μικρές όρθιες επεκτάσεις που αναπτύσσονται στην μεσαία γραμμή της), σε μία ευρύτερη μερίδα («άκρο»), συχνά διακοσμημένη με νευρώσεις, γραμμές ή τελείες. Τα τρία πέταλα στέκονται όρθια, εν μέρει πίσω από βάση των σεπάλων. Ονομάζονται «πρότυπα». Μερικά μικρότερα είδη ίριδας έχουν και τους έξι λοβούς να κοιτάνε προς τα έξω, αλλά σε γενικές γραμμές, τα άκρα και τα πρότυπα διαφέρουν σημαντικά στην εμφάνιση. Είναι ενωμένα στη βάση τους σε ένα ανθικό σωλήνα που βρίσκεται πάνω από την ωοθήκη (γνωστή ως κατώτερη ωοθήκη). Ο στύλος χωρίζει προς την κορυφή σε πεταλοειδείς κλάδους. Αυτό είναι σημαντικό στην επικονίαση.

Το λουλούδι της ίριδας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως παράδειγμα για τη σχέση μεταξύ ανθοφόρων φυτών και εντόμων επικονίασης. Το σχήμα του λουλουδιού, η θέση της γύρης και η στιγματοφόρος επιφάνεια στα εξωτερικά πέταλα σχηματίζουν μια επιφάνεια προσγείωσης για ένα ιπτάμενο έντομο, το οποίο περιτριγυρίζει το περιάνθιο για νέκταρ. Θα πρέπει πρώτα να έρθει σε επαφή το περιάνθιο, στη συνέχεια, με τους στιγματισμένους στήμονες σε μια σπειροειδή επιφάνεια που φέρει σε μια ωοθήκη που σχηματίζει τρεις κάψουλες. Η όμοια με ράφι εγκάρσια προβολή, στο εσωτερικό του σπειροειδούς κάτω από τους στημόνες, είναι κάτω από την εξάρτηση από τον υπερκείμενο βραχίονα του στύλου κάτω από το στίγμα, έτσι ώστε το έντομο να έρχεται σε επαφή με τη γύρη -που καλύπτει την επιφάνειά του μόνο αφού περάσει το στίγμα. Καθώς απομακρύνεται από το λουλούδι θα έρθει σε επαφή μόνο με τη μη δεκτική κάτω όψη του στίγματος. Ως εκ τούτου, ένα έντομο που μεταφέρει γύρη από ένα λουλούδι, φτάνοντας στο άλλο, θα αφήσει τη γύρη στο στίγμα, καθώς απομακρύνεται έξω από ένα λουλούδι, η γύρη που φέρει δεν θα απομακρυνθεί από το στίγμα του ίδιου άνθους.

Ο καρπός της ίριδας είναι μια κάψουλα που ανοίγει σε τρία μέρη για να αποκαλύψει τους πολυάριθμους σπόρους μέσα. Ορισμένα είδη φέρουν περικάρπιο.

Είδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ελληνική χλωρίδα περιλαμβάνει 10 τέτοια είδη, τα οποία ο ελληνικός λαός τα αποκαλεί κρίνα ή κρίνους που όμως είναι μικρότερα σε μέγεθος από τον γνωστό πάλλευκο κρίνο που ανήκει στην οικογένεια των Λειριοειδών. Τα ελληνικά αυτά είδη της ίριδας είναι:

  • Ίρις η γερμανική (Iris germanica): φυτό καλλιεργούμενο ή ημιαυτοφυές σε όλη την Ελλάδα με μεγάλα εύοσμα και κυανά άνθη γνωστότερο με τα ονόματα γαλάζιος κρίνος, κρίνος, αγριόκρινος, και ζαμπάκι (Κύπρο) - στην Ελλάδα ζαμπάκι ονομάζεται άλλο φυτό είδος νάρκισσου. Το φυτό αυτό είναι φαρμακευτικό.
  • Ίρις η αττική (Iris attica) (παραλλαγή της πυγμαίας): απαντάται στη Θεσσαλία και κυρίως στον Υμηττό και την Πεντέλη της Αττικής. Αναγνωρίζεται από τα κίτρινα άνθη της.
  • Ίρις η φλωρεντιανή (Iris florentiana), το κυριότερο είδος των κρίνων που απαντάται στην Ελλάδα από την εποχή του Θεόφραστου και του Διοσκορίδη που συχνά την αναφέρουν ως Ιλλυρική ίριδα. Τα άνθη της είναι μεγάλα και λευκά γνωστά ως «άσπρος κρίνος». Έχει δε καταστεί σύμβολο θρησκευτικό, βασιλικό και από τα πλέον διαδεδομένα διακοσμητικά μοτίβα. Το δε ρίζωμά τους έχει έξοχες φαρμακευτικές ιδιότητες με πλούσια εμπορεύσιμα προϊόντα όπως σφαιρία ίριδας, δάκτυλοι ίριδας, κόκκοι ίριδας, τρίμματα ίριδας και σκόνη ίριδας. Το είδος αυτό στη Κύπρο αποκαλείται βουρβουλίτσα.
  • Ίρις το σισυριγχίον (Iris sisyrinchium), εμφανίζεται σε όλη την Ελλάδα.
  • Ίρις η βορβορώδης (Iris lutescens), απαντάται κυρίως στην Κρήτη.
  • Ίρις η ωχρά (Iris pallida), φύεται κυρίως στη Μακεδονία και την Κρήτη.
  • Ίρις η ψευδάκορος (Iris pseudacorus), είναι είδος ελοχαρές, γνωστό σε όλη την Ελλάδα ως «νεκρόκρινο».
  • Ίρις η κρητική Iris cretensis, φύεται μέχρι 1600μ υψόμετρο και απαντάται στην Κρήτη, Αττική, Πελοπόννησο, Θεσσαλία και νήσους Ιονίου.
  • Ίρις η αγρωστώδης (Iris graminea), απαντάται στα ορεινά της Μακεδονίας και των Ιονίων νήσων και
  • Ίρις του Ζιντένις (Iris sintenisii) που φύεται σε πολλά ορεινά μέρη της Ελλάδας.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κρίνος το γνωστότερο του συναφούς γένους της Ίριδας, του γένους Λείριον της οικογένειας των Λειριοειδών.