Ωκεάνια λεκάνη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Λείο χάσμα υπό τού ωκεανού (συνήθως κυρτό) όπου δημιουργεί υδροδίνες επί των ρευμάτων του ωκεανού εάν βρίσκεται μακριά από στεριά ή κόλπο εάν βρίσκεται κοντά σε στεριά (ετυμολογία (από το Ετυμολογικόν Μέγα κατ᾿ αλφάβητον): α) <Λεκάνη> Ἧς τὸ χάσμα ἐστὶ λεῖον: πεπλάτυται γάρ. Λειοχάνη οὖν ἡ ἐτυμολογία, καὶ λεκάνη και β) <Ὠκεανός> Παρὰ τὸ ὠκέως ἁνύττειν ὁ οὐρανὸς νενόμισται: ἢ παρὰ τὸ ὠκέως νάειν: ἢ παρὰ τὸ ὠκὺς καὶ τὸ ἁνύω, ὁ ταχέως φέρων.)