Φραντσέσκο Μπουσσόνε ντα Καρμανιόλα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Φραντσέσκο Μπουσσόνε ντα Καρμανιόλα (ιταλ. Francesco Bussone da Carmagnola, 1385 - 5 Μαΐου 1432) ήταν Ιταλός κοντοτιέρος. Είχε υπηρετήσει σε όλη σχεδόν τη σταδιοδρομία του τον δούκα του Μιλάνου Φιλίπο Μαρία Βισκόντι. Είχε σχεδιάσει τις εξαιρετικά επιτυχημένες εκστρατείες του δούκα με τις οποίες ξανακέρδισε το δουκάτο του πατέρα του. Η εμπιστοσύνη του δούκα στο πρόσωπο του δεν ήταν απόλυτη, ως κοντοτιέρος που πουλούσε το σπαθί του φανερά στον πλειοδότη.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το Μιλάνο στη Βενετία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1425 εγκατέλειψε το Μιλάνο, υποπτευόμενος ότι εκεί απομονώνονταν και έφτασε στη Βενετία. Το 1426 διορίζεται γενικός διοικητής του Βενετικού στρατού παραλαμβάνοντας τη σημαία του Αγίου Μάρκου από τα χέρια του δόγη Φραντσέσκο Φοσκάρι, έτοιμος να οδηγήσει τις Βενετικές δυνάμεις εναντίον του τέως ευεργέτη του δούκα του Μιλάνου. Από τη στιγμή που ανέλαβε τη διοίκηση του Βενετικού στρατού η παλιά του ενεργητικότητα είχε χαθεί. Μετά από πολλές αποτυχημένες εκστρατείες οι Βενετοί άρχισαν να μουρμουρίζουν εναντίον του. Στις 11 Οκτωβρίου 1427 κυριολεκτικά διέλυσε τον Μιλανέζικο στρατό οδηγούμενο από τον Καρλο Μαλατέστα, αιχμαλωτίζοντας οκτώ χιλιάδες Μιλανέζους. Με τις μετέπειτα κινήσεις του όμως φάνηκαν ξεκάθαρες οι προθέσεις του να αποκτήσει ένα θρόνο και μια δυναστεία και παρά τις υποσχέσεις του προς τους Βενετούς δεν ενδιαφερόταν παρά μόνο για τα δικά του συμφέροντα. Συνεχείς αποτυχίες, που πιθανόν οφείλονταν σε ανικανότητα, κακή υγεία ή ακόμη σε συνωμοσία με τον Βισκόντι. Απείθεια προς τη Γερουσία, εσκεμμένα αποτυχημένες στρατιωτικές ενέργειες οδήγησαν τους Βενετούς να αποφασίσουν έρευνα σε βάθος της συμπεριφοράς του Καρμανιόλα.

Η δίκη και η φυλάκιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία όταν νωρίς το 1432, με την επανάληψη του πολέμου απωλέσθησαν, εξαιτίας του, τέσσερις μικρές πόλεις που ανήκαν στη Βενετία. Στις 27 Μαρτίου το Συμβούλιο των Δέκα αποφάσισε να εξετάσει τις ενδείξεις εναντίον του Καρμανιόλα. Οι ενέργειες του Συμβουλίου κυριαρχούνταν από την επιδίωξη να μην αποδράσει προς άλλες πόλεις και να έρθει στη Βενετία. Εκλήθη προσχηματικά να αποφασισθεί η γενική στρατηγική της επόμενης εκστρατείας. Ο Καρμανιόλα χωρίς ανησυχία έφθασε στη Βενετία στις 7 Απριλίου. Φυλακίστηκε από την πρώτη μέρα που ζήτησε ακρόαση απ´ τον δόγη η οποία ποτέ δεν του δόθηκε. Ανακρίθηκε από κάποιον που ήταν γνωστός ως ´αρχιβασανιστής από την Πάδουα ´και ομολόγησε αμέσως. Στις 5 Μαΐου κρίθηκε ένοχος με 26 ψήφους εναντίον του και μία υπέρ. Η θανατική ποινή του επεβλήθη με 19 ψήφους υπέρ και 8 κατά.

Το τέλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ίδιο απόγευμα φορώντας ένα πορφυρό βελούδο, με φίμωτρο στο στόμα, και τα χέρια δεμένα πίσω στη πλάτη, οδηγήθηκε στον παραδοσιακό χώρο εκτελέσεων στην Πιατσέτα, ανάμεσα στις δύο κολόνες. Με το τρίτο κτύπημα του πέλεκυ το κεφάλι του αποκόπηκε. Η περιουσία του δημεύθηκε και ικανοποιώντας την τελευταία του επιθυμία η Δημοκρατία διέταξε να ταφεί στο Φράρι. Αργότερα το λείψανο μεταφέρθηκε στο Μιλάνο σε οικογενειακό τάφο στην εκκλησία του σαν Φραντσέσκο Γκράντε.

Επίλογος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπήρξε μία προσωπικότητα που συμβολίζει τη δύναμη των κοντοτιέρι και της απορρέουσας συμπεριφοράς τους κατά τον 15ο αιώνα. Πολλά χρόνια μετά παρουσιάζεται ως θύμα των Βενετσιάνικων δολοπλοκιών. Όμως και αν ακόμα απορριφθούν οι κατηγορίες για εσχάτη προδοσία η εν γένει συμπεριφορά του υπήρξε μεμπτή.


Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη, εκδόσεις Ν. Νίκας.
  • Ιστορία της Βενετίας, John J. Norwich, εκδόσεις Φόρμιγξ, Αθήνα 1993.