Φερνάντο Τάβορα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Φερνάντο Τάβορα ( Fernando Luis Cardoso Manese de Taveres e Távora, 1923-2005) ήταν αρχιτέκτονας του μοντέρνου κινήματος, δάσκαλος και δοκιμιογράφος, πορτογαλικής καταγωγής. Τα έργα του αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης καθώς προσπάθησε να ενσωματώσει τις τοπικές και παραδοσιακές αξίες στη μοντέρνα αρχιτεκτονική του. Δεν θα ήταν υπερβολή να τον χαρακτηρίσουμε το σημαντικότερο αρχιτέκτονα της γενιάς του στην Πορτογαλία.

Φερνάντο Τάβορα

Νεανικά χρόνια-σπουδές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φερνάντο Τάβορα γεννήθηκε στις 25 Αυγούστου του 1923 στην ενορία του Αγίου Ildefonsο, στο Πόρτο, μέσα σε μια συντηρητική και καλλιεργημένη οικογένεια, ιός του José de Ferrão Tavares e Távora και της Maria José de Sousa Lobo Machado Cardoso Meneses.

Πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του σε οικογενειακά σπίτια στον ποταμό Minho, στην περιοχή Bairrada και στις παραλίες του Foz do Douro, ανακαλύπτοντας το ενδιαφέρον του για τα παλιά σπίτια και την ευαισθησία του στην παράδοση. Πήρε μέρος στις εξετάσεις για την εισαγωγή στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, στο Πόρτο το 1941, με σκοπό το ειδικό μάθημα της Αρχιτεκτονικής, αντιτιθέμενος έτσι στη βούληση της οικογένειας του, που ήθελε να δει το πτυχίο του Πολιτικού Μηχανικού, μια πορεία κατά την άποψή τους πιο συνεπή με την κοινωνική τους κατάσταση. Το ειδικό μάθημα Αρχιτεκτονικής παρακολούθησε για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Το Σεπτέμβριο του 1945 γράφτηκε στη σχολή Αρχιτεκτονικής, από όπου πήρε πτυχίο το 1952, παρουσιάζοντας το έργο Little House on the Sea. Το έργο του αυτό κέρδισε διθυραμβικές κριτικές αλλά δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Καθηγητής του υπήρξε ο Κάρλος Ράμος (Carlos Ramos) ο οποίος κατάφερε να του εμφυτεύσει την αγάπη για το τοπικό, το παραδοσιακό. Μια από τις πρώτες εργασίες του με τον Κάρλος Ράμος ήταν στη Viana do Castelo, ένα κλασσικό σπίτι με πυλώνες και αετώματα. (Soutode Mara)

Διδακτικό έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Το 1952 ο Κάρλος Ράμος τον προσέλαβε ως καθηγητή στο Oporto School. Μετά τον θάνατό του, ο Φερνάντο Τάβορα έγινε διευθυντής του ESBAP , το οποίο επηρέασε σημαντικά πάνω από τέσσερις δεκαετίες. Η συνεισφορά του ήταν τόσο καθοριστική και έντονη που θα μπορούσε κανείς να τον αποκαλέσει ιδρυτή του Oporto School.
  • Βοήθησε στην εγκατάσταση της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Πόρτο (FAUP), όπου και εργάστηκε ως αναπληρωτής καθηγητής μεταξύ 1986-1989 και ως καθηγητής μεταξύ 1989-1993.
  • Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 με τη συνεργασία του δημιουργήθηκε στο Πανεπιστήμιο της Κοΐμπρα το Τμήμα Αρχιτεκτονικής της Σχολής Θετικών Επιστημών και Τεχνολογίας όπου δίδαξε και πήρε τον τίτλο του επίτιμου Διδάκτορα.

Στο Oporto school υπήρξε καθηγητής του Αλβάρο Σίζα (Álvaro Siza Vieira) του οποίου ανακάλυψε το ταλέντο και τον έκανε βοηθό του (1955-19580). Φιλία και εμπιστοσύνη αναπτύχθηκε μεταξύ τους, βάσεις για τις επόμενες δουλειές που συνεργάστηκαν. Συνταξιοδοτήθηκε το 1993. Προέτρεπε πάντα τους μαθητές του να ταξιδεύουν, όπως έκανε και ο ίδιος σε όλη του τη ζωή, για να σπουδάσουν αρχιτεκτονική μέσα από την ευχαρίστηση.

Συνέδρια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συμμετείχε σε μια σειρά από συνέδρια (1951-1959) όπως το 1ο Διεθνές Συνέδριο καλλιτεχνών της UNESCO και σε Διεθνή συνέδρια της Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής του CIAM στις περιοχές Hoddesdon, Aix-en-Provence, Dubrovnik and Otterl.

Δοκίμια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πήρε μέρος στην έρευνα σχετικά με την πορτογαλική αρχιτεκτονική και είναι ο συγγραφέας πολλών δοκιμίων όπως "Το πρόβλημα του πορτογαλικού σπιτιού" ("O Problema da Casa Portuguesa"), (Λισαβόνα, 1947) και "Από τον οργανισμό στο διάστημα" ("Da Organização do Espaç"), (Πόρτο, 1962 και 1982). Συμμετείχε επίσης στην έκδοση του βιβλίου "Δημοφιλής Αρχιτεκτονική στην Πορτογαλία" (Architectura Popular em Portugal),(γράφτηκε μεταξύ 1955-1960 και εκδόθηκε το 1961 και το 1980) όπου ανέλαβε την πρώτη από τις πέντε ζώνες. (Zone 1, Minho)

Τελευταία χρόνια και διακρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχει τιμηθεί με το Πρώτο Βραβείο Αρχιτεκτονικής από το Calouste Gulbenkian Foundation, με το βραβείο Europa Nostra (για τη Βουλή στις Rua Nova, Guimarães),με το Βραβείο Τουρισμού και Πολιτιστικής Κληρονομιάς το 1985 και το Εθνικό Βραβείο Αρχιτεκτονικής (για το Pousada Santa Marinha, Guimarães) το 1987. Ακόμα του έχει απονεμηθεί το Χρυσό Μετάλλιο της πόλης του Πόρτο και το "Comenda da Ordem Militar de Santiago da Espada" (Αρχηγείο του Στρατιωτικού Τάγματος του Αγίου Ιακώβου). Στα τελευταία χρόνια της ζωής του η επιθυμία του για το μοντέρνο μετριάστηκε με αποτέλεσμα την επιστροφή του σε πιο κλασσικές μορφές. Πέθανε από καρκίνο στις 3 Σεπτεμβρίου του 2005 στο Νοσοκομείο Pedro Hispano, Matosinhos.

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έργο του στις αναπαλαιώσεις-αποκαταστάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον τομέα της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς ασχολήθηκε αρκετά με ήδη υπάρχοντα κτίσματα όπου κατέβαλε όλη του την ηθική πυγμή για τη διαφύλαξή τους ενώ ταυτόχρονα τους εμφύσησε μια αίσθηση του μοντέρνου ως μια φευγαλέα εντύπωση, ώστε η σύγχρονη γλώσσα των μορφών να συμφωνεί με τον τόπο και τον τρόπο ζωής.

Σημαντικότερα έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Η αναπαλαίωση της Μονής της Santa Marinha da Costa και τη μετατροπή της σε ένα πανδοχείο (1975-1984).
  • Η εκ νέου ανακάλυψη και αποκατάσταση του Ιστορικού Κέντρου, Guimarǎes (1985-1992), που ταξινομήθηκε ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO το 2001.
  • Η ανακατασκευή και επέκταση του Εθνικού Μουσείου Soares dos Reis (1988-2001).
  • Η αποκατάσταση του Freixo Palace και των γύρω περιοχών στο Πόρτο (1996-2003).
  • Η αποκατάσταση της κατοικίας Covilhã, Guimarǎes (1973-76)
  • Μετατροπή του μοναστηριού Rofóios do Lima στο Γεωργικό Πανεπιστήμιο, Ponte de Lima (1987-93)

Το έργο του στις εξαρχής δημιουργίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα πρώιμα έργα του αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στη χρήση μοντέρνων στοιχείων και στην προσφυγή στις οικοδομικές παραδόσεις. Μέσα στην ησυχία που χαρακτηρίζει την αρχιτεκτονική καταφέρνει να δημιουργήσει μια πιθανή σχέση ανάμεσα σε αυτό που έχει διατηρηθεί στο χρόνο και σε αυτό που πρέπει να κατακτηθεί εκ νέου. Χρησιμοποιώντας αυστηρά αρχιτεκτονικά μέσα πραγματοποιεί μια στενότερη σύνδεση ανάμεσα στο κτίριο, το χώρο, και το τοπίο.

Έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αγορά, Vila de Feira (1953-59)
  • Κατοικία, Offir (1956-58)
  • Αστικό πάρκο, Parque Quinta da Conceição, Matosinhos (1956-60)
  • Σχολείο, Escola Cedro, Vila Nova de Gaia (1957-61)
  • Μοναστήρι των Φραγκισκανών μοναχών, Gondomar (1961-71)
  • Κατοικία, Briteiros (1989)
  • Κατοικία του Boa Nova, Matosihnos (1956-58 kai 1960-63), σε συνεργασία με τον Αλβάρο Σίζα, τον Αντόνιο Μενέρες και τον Λουίς Μποτέλιο Ντίας.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Brigitte Fleck (1995), Alvaro Siza E & FN Spon, London SEI 8HN, UK
  • Antonio Esposito Giovanni Leoni (2003), Eduardo Souto De Moura Electa Architecture, Milano
  • A. Becker, A. Tostões, W. Wang (), Architektur im 20. Jahrhundert Portugal, Prestel, München
  • Porto University Digital / Διαχείρισης Πληροφοριών (2008), Maria Eugenia Matos Fernandes,

παγκοσμιοποίηση http://sigarra.up.pt/up/pt/web_base.gera_pagina?P_pagina=1000721 τελευταία επίσκεψη 14/08/2009