Φατσούλες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Φατσούλες ή emoticons, ονομάστηκαν τα χαρακτηριστικά σύμβολα της ηλεκτρονικής (online) επικοινωνίας, τα οποία χρησιμοποιούνται σε emails, chats, instant messages, sms, στην πληροφορική και τις επικοινωνίες. Ο emoticonχρησιμοποιείται ευρέως τα τελευταία 25 χρόνια και όπως σε πολλούς μηχανογραφικούς όρους, προτιμάται από την ελληνική του μετάφραση.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα σύμβολα αυτά ξεκίνησαν με την χρήση σημείων στίξης (παρένθεση, κόμμα, άνω και κάτω τελεία, παύλα κ.λπ.), περιγράφοντας συναισθήματα όπως χαρά και λύπη με αμέτρητους και ιδιαίτερα ευφάνταστους συνδυασμούς. Αποτελούν έναν ευρύτατα διαδεδομένο τρόπο έκφρασης στο επονομαζόμενο «ηλεκτρονικό λεξιλόγιο». Η πρώτη φατσούλα που χρησιμοποιήθηκε σε ηλεκτρονική επικοινωνία στις 19 Σεπτεμβρίου 1982, ήταν το χαμογελαστό πρόσωπο (smiley face) με την χρήση άνω και κάτω τελείας, παύλας και δεξιάς παρένθεσης :-). Η πατρότητά του αποδόθηκε στον καθηγητή του Πανεπιστημίου Carnegie Mellon, τον Σκοτ Ε. Φέλμαν).

Εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα σύμβολα αυτά είναι δημοφιλή στους χρήστες ηλεκτρονικής επικοινωνίας, γιατί αποδίδουν τα συναισθήματά τους, εκφραστικά και σε μικρό χώρο. Στα 25 χρόνια που ακολούθησαν, η γλώσσα των «emoticons» εμπλουτίστηκε με πολλές νέες προσθήκες, μέσω συμβόλων που απεικονίζουν μια πληθώρα συναισθημάτων, όπως αγάπη, απογοήτευση, οργή, μειδίαμα κ.λπ. Μεγάλη ανάπτυξη παρουσίασε και το εικαστικό μέρος, καθώς εμφανίζονται σε υπηρεσίες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και chatrooms σε μορφή σχεδίων (cartoon), και όχι μόνον σαν συνδυασμός σημείων στίξης.

Γλωσσολόγοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γλωσσολόγοι, αντιμετωπίζουν επιφυλακτικά το φαινόμενο αυτό, μολονότι αναγνωρίζουν την σημασία τους στην σύγχρονη ηλεκτρονική εποχή, αλλά και την αξία τους στην έκφραση των συναισθημάτων την οποία συχνά στερεί ο ηλεκτρονικός λόγος λόγω της δομής του. Η επικρατούσα άποψη, υποστηρίζει ότι η μορφή αυτή επικοινωνίας δεν αποτελεί απειλή για τον παραδοσιακό γραπτό λόγο, καθώς παρέχει ένα επιπλέον εκφραστικό μέσο στους χρήστες των νέων τεχνολογιών, παρά τους κινδύνους που ελλοχεύουν από την υπεραπλούστευση των γλωσσικών μέσων.