Τανχόυζερ (Βάγκνερ)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τανχόυζερ
Wagner Tannhäuser 1845.jpg
Εσώφυλλο έκδοσης του Τανχόυζερ από το 1845
Πρωτότυπος τίτλος Tannhäuser
Γλώσσα πρωτοτύπου Γερμανικά
Μουσικό ρεύμα Ρομαντισμός
Μουσική Ρίχαρντ Βάγκνερ
Λιμπρέτο Ρίχαρντ Βάγκνερ
Πράξεις τρεις
Πρεμιέρα 21 Οκτωβρίου 1845
Θέατρο Βασιλικό Θέατρο, Δρέσδη
Ρόλοι

Τανχόυζερ ή Χάινριχ φον Όφτερντίνγκεν, βάρδος (τενόρος)
Ελίζαμπετ, ανιψιά του λανδγράβου Χέρμαν (υψίφωνος)
Αφροδίτη, η Θεά του έρωτα (υψίφωνος ή μέτζο σοπράνο)
Βόλφραμ φον Έσενμπαχ, βάρδος (βαρύτονος)
Χέρμαν, λανδγράβος της Θουριγγίας (βαθύφωνος)
Βάλτερ φον ντερ Φόγκελβάϊντε, βάρδος (τενόρος)
Μπίτερολφ, βάρδος (βαθύφωνος)
Χάινριχ ντερ Σράιμπερ, βάρδος (τενόρος)
Ράινμαρ φον Τσβέτερ, βάρδος (βαθύφωνος)
ένας νεαρός βοσκός (υψίφωνος)
τέσσερις υπηρέτες (σοπράνο και άλτο)
Χορωδία (ευγενείς, ιππότες, αρχόντισσες, προσκυνητές, σειρήνες, ναϊάδες, νύμφες, βάκχες· στην Παρισινή εκδοχή περιλαμβάνονται οι Τρεις Χάριτες, νεανίδες, ερωτιδείς, σάτυροι κααι φαύνοι)

Ο διαγωνισμός των βάρδων στον πύργο της Βάρτμπουργκ.

Με τον τίτλο Τανχόυζερ ή Τανχόιζερ (πλήρης τίτλος στα γερμανικά: Tannhäuser und der Sängerkrieg auf Wartburg) φέρεται όπερα σε τρεις πράξεις και τέσσερις σκηνές του Ριχάρδου Βάγκνερ σε λιμπρέτο του ίδιου, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Βασιλικό Θέατρο Δρέσδης στις 21 Οκτωβρίου του 1845. Διακρίνονται τρεις επιπλέον εκδοχές του έργου: η τυπωμένη έκδοση του Meser, το 1860, που περιλαμβάνει αναθεωρήσεις της περιόδου 1847-1852, η μη δημοσιευμένη εκδοχή του 1861 που εκτελέστηκε τον ίδιο χρόνο στην Όπερα του Παρισιού, καθώς και η όπερα που ανέβηκε υπό την επίβλεψη του Βάγκνερ στη Βιέννη το 1875. Η τελευταία περιείχε αναθεωρήσεις του έργου που ολοκληρώθηκαν μέχρι το 1861.

Υπόθεση έργου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για την υπόθεση της όπερας αυτής ο Βάγκνερ συνδύασε δυο διαφορετικούς αλλά και ανεξάρτητους μύθους. Ο πρώτος στρέφεται περί το θρύλο που είχε δημιουργηθεί γύρω από τον ομώνυμο ποιητή που έζησε κατά τον 13ο αιώνα και είχε προτιμήσει τη ζωή του περιπλανόμενου τραγουδιστή. Ο μύθος περιγράφει έναν διαγωνισμό ποίησης στον οποίο είχαν πάρει μέρος αξιόλογοι βάρδοι της μεσαιωνικής Ευρώπης και είχε κατά την παράδοση διαδραματιστεί το έτος 1206 ή 1207 στον πύργο του Βάρτμπουργκ στην γερμανική πόλη Άϊζεναχ. Βασικός χαρακτήρας του θρύλου αυτού ήταν ο βάρδος Χάινριχ φον Όφτερντίνγκεν. Ο δεύτερος μύθος είναι η λαϊκή παραβολή του λόφου της Αφροδίτης, φανταστικού τόπου αχαλίνωτης ερωτικής ηδονής και σωματικών απολαύσεων ως πλήρη αντίθεση στην αγνή χριστιανική αγάπη και εγκράτεια. Ο Βάγκνερ περιπλέκει τα ιστορικά δεδομένα με μυθικά και λαϊκά πρόσωπα και τα τοποθετεί σε ένα φανταστικό μα και αληθοφανές περιβάλλον που φαίνεται ως προέκταση της εκάστοτε σημερινής πραγματικότητας.

Πράξη Α΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη πράξη του έργου διαδραματίζεται στο λόφο της Αφροδίτης, της θελκτικής εκείνης θεάς του έρωτα που μάταια προσπαθεί να κρατήσει κοντά της τον ήρωα του έργου. Πρόκειται για έναν Γερμανό ιππότη και ραψωδό, τον Τανχόυζερ, ή Χάινριχ, ο οποίος είναι ο πιο ικανός εν ζωή τραγουδιστής στη γη, και ο οποίος έφτασε στο ζενίθ της καριέρας του. Ζητώντας περισσότερα εγκατέλειψε τους φίλους του και τώρα, μέσα σε τραγούδια, χορό και μουσική, βρίσκεται αποκοιμισμένος στην αγκαλιά της ειδωλολατρικής θεάς, της Αφροδίτης. Έτσι εδώ κι ένα χρόνο διασκεδάζει κοντά της και γεύεται τις χάρες της αποζημιώνοντάς την ταυτόχρονα με το συνεχές γλυκό τραγούδι του. Οι λύπες και τα βάσανα της ζωής επάνω στη γη τον έφεραν σ' αυτόν τον παράξενο τόπο, που είναι εντελώς μυθικός και φανταστικός, αλλά στην όπερα παριστάνεται σαν να είναι πραγματικός. Ο Τανχόυζερ ξυπνά αργά. Αν και αρχικά μόνιμος θαμώνας του λόφου, θα βαρεθεί τις συνεχείς απολαύσεις και θα ανακαλύψει εντελώς ξαφνικά τη ματαιότητα της ηδονικής ζωής. Έτσι θα ζητήσει από τη θεά να του επιτρέψει να γυρίσει στη γη, όπου η χαρά είναι ανακατεμμένη με πόνο. Η Αφροδίτη αρνείται πεισματικά και προσπαθεί να κρατήσει τον Τανχόυζερ κοντά της, λέγοντάς του ότι αν γυρίσει στη γη δεν θα γνωρίσει ποτέ πια την αιώνια χαρά. Ο βάρδος δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια του και επιμένει να φύγει. Τελικά, η θεά του επιτρέπει σε κάποια στιγμή αδυναμίας της να φύγει, καταλαβαίνει όμως το σφάλμα της και προσπαθεί με το καλό μα και με φοβέρες να τον κρατήσει κοντά της. Χαρακτηριστικά του λέει: «Φύγε αν θες και γύρνα στους φίλους σου, αλλά όταν θα σε διώξουν και αυτοί μην τολμήσεις να ξαναγυρίσεις σε μένα.». Ο Χάινριχ μένει ανένδοτος και επικαλείται το όνομα της Παναγίας, στην οποία θέλει από εδώ και πέρα να αφιερώσει την ζωή του.

Ο Χάινριχ επιστρέφει στη γη και ευχαριστεί μ' ευγνωμοσύνη το Θεό που ξαναπόκτησε την ελευθερία του. Ο βάρδος βρίσκεται στην κοιλάδα του Βάρτμπουργκ. Είναι άνοιξη, μήνας Μάιος, και ένας μικρός τσοπάνος με την φλογέρα του εξυμνεί το ξύπνημα της φύσης. Ο Χάινριχ ξυπνάει από έναν βαθύ λήθαργο, αναπολεί, και πικραμένος από τη μέχρι τώρα του ζωή, γονατίζει για να ζητήσει από το θεό συγχώρηση, ενώ στο βάθος του σκηνικού περνάν προσκυνητές που έχουν προορισμό τη Ρώμη για να ζητήσουν άφεση των αμαρτιών τους. Εκείνη τη στιγμή ο Χάινριχ βρίσκεται ανάμεσα στους παλιούς συντρόφους του που τυχαία στο πέρασμά τους τον ανακαλύπτουν στην άκρη του δρόμου και τον αναγνωρίζουν παρ όλη τη μακροχρόνια απουσία του. Περίεργοι μα και ακόμα οργισμένοι για τον ξαφνικό αποχωρισμό του, τον ρωτούν για να μάθουν τους λόγους για τους οποίους έλειψε όλα αυτά τα χρόνια, τον ρωτούν πού ήταν τόσο καιρό, αλλά και τον ρωτούν γιατί γύρισε πίσω, φοβούμενοι ενδεχομένως εχθρικές προθέσεις του. Ο Χάινριχ φοβάται να τους εκμυστηρευτεί τα όσα πέρασε, αφού ο λόφος της Αφροδίτης ήταν απαγορευμένο μέρος και τιμωρείτο με θάνατο. Στην προσπάθειά του να φύγει, ένας από αυτούς, ο Βόλφραμ φον Έσενμπαχ, του απλώνει φιλικά το χέρι, τον συγχωρεί για όλα, παρακαλεί τους υπόλοιπους να τον δεχτούν ξανά σαν φίλο όπως και πρώτα, και παροτρύνει τον Χάινριχ να μείνει κοντά τους, λέγοντάς του να το κάνει «για χατήρι της Ελίζαμπετ». Ο Χάινριχ στο άκουσμα του γυναικείου ονόματος, την οποία κάποτε είχε ερωτευθεί, καταπραΰνει και δέχεται να ξαναγίνει μέλος της παλιάς παρέας.

Πράξη Β΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη δεύτερη πράξη, η Ελίζαμπετ αφού έμαθε για τον γυρισμό του Χάινριχ γεμάτη χαρά εγκαταλείπει για πρώτη φορά τα δώματά της, και τριγυρνώντας στον πύργο φτάνει γεμάτη χαρά στην αίθουσα που συνήθως γίνονται οι γιορτές, όπου και συναντάει τον Χάινριχ, ο οποίος συνοδευόμενος από τον Βόλφραμ ήρθε να της ζητήσει συγνώμη. Ο Χάινριχ και η Ελίζαμπετ αλληλοεκμυστηρεύονται την αιώνια αγάπη τους, ενώ ο Βόλφραμ που και αυτός μυστικά ήλπιζε στην αγάπη της Ελίζαμπετ, πικραίνεται για την άδικη μοίρα του.

Ο θείος της Ελίζαμπετ, ο Λάντγκραβος (χωροδεσπότης, έπαρχος στη γερμανική γλώσσα) της Θουριγγίας Χέρμαν που από καιρό υποψιάζονταν τα αισθήματα της ανιψιάς του, για να μην την πιέσει να του πει την αλήθεια, διακηρύσσει έναν ποιητικό διαγωνισμό με θέμα «το νόημα της αγάπης» και καλεί όλους τους επώνυμους ιππότες και βάρδους να πάρουν μέρος, ενώ βάζει για πρώτο βραβείο του νικητή τη χείρα της ανιψιάς του. Ο συνωστισμός είναι μεγάλος. Μια πολυτελέστατη τελετή αρχίζει, κατά την οποία οι ανταγωνιζόμενοι βάρδοι με τις παλινωδίες τους εξυμνούν την αγάπη.

  • Πρώτος αρχίζει ο Βόλφραμ φον Έσενμπαχ, ο οποίος συμβολίζει την αγάπη με μια πηγή γάργαρου νερού.
  • Ο Χάινριχ συμφωνεί, αλλά και συμπληρώνει, ότι η πόση του νερού της πηγής αυτής είναι μεγάλη ικανοποίηση.
  • Αυτό εξοργίζει τον Βάλτερ φον ντερ Φόγκελβάιντε, ο οποίος με την σειρά του απειλεί, ότι και το άγγιγμα μόνο του γάργαρου νερού θα μολύνει την αγνότητά του.
  • Ο Χάινριχ διαφωνεί έντονα, και φέρει το επιχείρημα, ότι η αγάπη πρέπει να απολαμβάνεται. Το κοινό τον επευφημεί συγκαταβατικά.
  • Εκείνη τη στιγμή αναμιγνύεται και ο Μπίτερολφ, λέγοντας ότι η αγάπη είναι ένα με την τιμή της γυναίκας και την αρετή και αυτά είναι τα ιδανικά για τα οποία αξίζει κανείς να αγωνίζεται και να θυσιάζει τη ζωή του.
  • Ο Χάινριχ τον ρωτάει κοροϊδευτικά, αν έχει γνωρίσει γυναίκα στην ζωή του, άγαμος και άτεκνος όπως είναι.
  • Ο Βόλφραμ για να καταπραΰνει τα πνεύματα αρχίζει και πάλι να τραγουδάει για την γάργαρη πηγή, ενώ
  • ο Χάινριχ συνεχίζοντας φτάνει στο αποκορύφωμα, και πάνω στην έξαψή του εξυμνεί τα θέλγητρα της θεάς του έρωτα και του λόφου της Αφροδίτης.

Οι παραστάσεις του είναι τόσο προκλητικές, που το κοινό επαναστατεί, οι γυναίκες εγκαταλείπουν τον τόπο του διαγωνισμού, ενώ οι ιππότες ορμούν στον Χάινριχ και τον τραυματίζουν θανάσιμα με τα σπαθιά και τα όπλα τους.

Εκείνη την δραματική στιγμή μπαίνει στην μέση η Ελίζαμπετ ζητώντας έλεος για τη ζωή του και εκμυστηρευόμενη για πρώτη φορά ότι τον αγαπάει περισσότερο και από την ίδια της την ζωή. Τα λόγια της κάνουν σε όλους τόσο μεγάλη εντύπωση που ο Χάινριχ σώζεται, αλλά και αφήνεται στο έλεος και την κρίση του θεού: Ο Χάινριχ αναγκάζεται να ορκιστεί ότι θα πάει να προσκυνήσει στη Ρώμη και να ζητήσει από τον Πάπα την άφεση των αμαρτιών του. Έτσι, αφήνει την Ελίζαμπετ με θλιμμένη την καρδιά.

Πράξη Γ΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη τρίτη πράξη η σκηνή επανέρχεται στη κοιλάδα του Βάρτμπουργκ. Η Ελίζαμπετ βρίσκεται να προσεύχεται για την λύτρωση της ψυχής του αγαπημένου της. Έχει περάσει καιρός από τότε που έφυγε για το προσκύνημα και δεν έχει λάβει μήνυμα του. Η ζωή της είναι ασκητική και την περνάει με διαρκή προσευχή. Ο Βόλφραμ είναι πάντα στο πλάι της, της παραστέκεται και καίγεται από την κρυφή του αγάπη γι' αυτήν. Ξάφνου οι προσκυνητές ακούγονται από μακρυά να επιστρέφουν από τη Ρώμη. Είναι όλοι τους χαρούμενοι και με ευσεβή τραγούδια («Αλληλούια, αλληλούια») δείχνουν με ευλάβεια τη χαρά τους, επειδή ο Πάπας τους συγχώρεσε όλους. Η Ελίζαμπετ ψάχνει μέσα στο πλήθος αλλά ο Τανχόυζερ δεν είναι μαζί τους. Η Ελίζαμπετ ακόμα και τώρα δεν εγκαταλείπει τον αγαπημένο της. Κατάφορτη από θλίψη, αφήνει τον κόσμο και κλείνεται σ' ένα μοναστήρι. Εκεί με μεγαλύτερη επιμονή και προσευχές απευθύνεται στο θεό και σιγά-σιγά πεθαίνει μόνη της και ταλαιπωρημένη.

Ο Βόλφραμ είναι απαρηγόρητος. Στη δεύτερη σκηνή της πράξης τριγυρίζει μοναχός και απογοητευμένος, όταν ξαφνικά εμφανίζεται ο Τανχόυζερ, μόνος του, πικραμένος και απογοητευμένος και αυτός, επειδή του αρνήθηκε η συγνώμη, αφού και ο Πάπας ακόμα τον κατατρόπωσε με τα λόγια: «Εσύ θα συγχωρεθείς μόνον αν η ράβδος που κρατώ στο χέρι μου ανθίσει και βγάλει φύλλα». Από τότε και στην κατάσταση αυτή ο Χάινριχ θυμάται πάλι τη θεά Αφροδίτη και θέλει να ξαναγυρίσει κοντά της. Ο Βόλφραμ προσπαθεί να τον αποτρέψει, ενώ η θεά εμφανίζεται υπέροχη όπως πάντα και αρχίζει να τον δελεάζει. Ο Χάινριχ κλονίζεται ενώ ο Βόλφραμ προσπαθεί με κάθε μέσο να τον κρατήσει και, για μια ακόμη φορά, του ζητάει να μείνει σταθερός στην αγάπη που του έδειξε η Ελίζαμπετ. Ο Τανχόυζερ, ακούγοντας το όνομα της αγαπημένης του, βρίσκει τη δύναμη να αντισταθεί, ενώ ταυτόχρονα οι δυνάμεις του τον εγκαταλείπουν και πεθαίνει. Εκείνη την στιγμή όμως εισακούονται οι προσευχές της αγαπημένης του. Η ψυχή του Τανχόυζερ λυτρώνεται, ενώ από μακρυά ακούγονται παιδικές φωνές να το αναγγέλλουν: «Στη Ρώμη έγινε θαύμα! Η ράβδος στο χέρι του Πάπα άνθισε και έβγαλε φύλλα!».

Αξιοσημείωτες ηχογραφήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αξιοσημείωτο DVD[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα