Συνθήκη του Ταρτού (Ρωσία - Εσθονία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Η Συνθήκη Ειρήνης του Ταρτού (εσθονικά: Tartu rahu, κυριολεκτικά «Ειρήνη του Ταρτού») ήταν συνθήκη ειρήνης μεταξύ της Εσθονίας και της Σοβιετικής Ρωσίας που υπογράφτηκε στις 2 Φεβρουαρίου 1920 στο Ταρτού σηματοδοτώντας την λήξη του Εσθονικού Πολέμου Ανεξαρτησίας. Οι κύριοι όροι της συνθήκης ήταν ότι η Ρωσία αναγνώριζε de jure την ανεξαρτησία της Δημοκρατίας της Εσθονίας και αποποιούνταν στο διηνεκές από κάθε δικαίωμα στα εδάφη της.

Διατάξεις της Συνθήκης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ρωσο-Εσθονικά σύνορα όπως καθορίστικαν από την συνθήκη.

Η συνθήκη καθόρισε τα σύνορα μεταξύ Ρωσίας και Εσθονίας, διασφάλισε το δικαίωμα των Εσθονών να επιστρέψουν στην Εσθονία και των Ρώσσων στην Ρωσσία και απαιτούσε την επιστροφή στην Εσθονία οτι κινητής περιουσίας είχε μεταφερθεί στην Ρωσία κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Ρωσία ακόμα συμφώνησε να απαλάξει από όλα τα χρέη της Τσαρικής περιόδου την Εσθονία και να πληρώσει 15 εκατομύρια χρυσά ρούβλια (το αναλογικό μερίδιο της Εσθονίας από το απόθεμα χρυσού της Ρωσικής Αυτοκρατορίας). Επιπροσθέτως η Ρωσία συμφώνησε να παραχωρίσει στην Εσθονία δικαιώματα εκμετάλλευσης σε ένα εκατομύριο εκτάρια δασικής γης και να κατασκευάσει σιδηροδρομική γραμμή από τα εσθονικά σύνορα στην Μόσχα. Σε αντάλλαγμα η Εσθονία δεσμεύθηκε να επιτρέψει στην Σοβιετική Ρωσία να κατασκευάσει λιμάνι στο Ταλίν ή σε άλλη πόλη και ηλεκτρικό σταθμό στον ποταμό Νάρβα[1]

Υπογραφές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συνθήκη υπογράφτηκε από τον Γιάαν Πόσκα εκ μέρους της Εσθονίας και τον Άντολφ Γιόφφε εκ μέρους της Σοβιετικής Ρωσίας, καθώς και από άλλους εκπροσώπους και των δύο πλευρών.

Σημασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συνθήκη ειρήνης του Ταρτού θεωρείτε το «πιστοποιητικό γέννησης» της Δημοκρατίας της Εσθονίας. Για την διπλωματικά απομονωμένη Σοβιετική Ρωσία ήταν υψίστης σημασίας, με τον Λένιν να εκφράζει την ικανοποίησή του για την συνθήκη σαν «μία ασύγκριτη νίκη εναντίον του Δυτικού ιμπεριαλισμού».[1] Μερικά μέλη της Αντάντ εναντιώθηκαν στην συνθήκη με την πρόθεση να διατηρήσουν την Σοβιετική Ρωσία διεθνώς αποκλεισμένη.

Επακόλουθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την υπογραφή, η Σοβιετική Ρωσία δεν ικανοποίησε κάποιους όρους της συνθήκης, π.χ. οι μουσειακές συλλογές του Πανεπιστημίου του Ταρτού δεν έχουν επιστραφεί μέχρι τώρα από το Βορονέζ όπου βρήσκονται[2] και η μετακίνηση των Εσθονών εμποδίστικε.[3]

Δείτε ακόμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Georg von Rauch, The Baltic States: The Years of Independence 1917-1940, Hurst & Co, 1974, p73
  2. UT ART MUSEUM PRESENTED CATALOGUE OF UNIVERSITY ART COLLECTION HELD AT VORONEZH, RUSSIA
  3. Ülo Kaevats et al. 1996. Eesti Entsüklopeedia 9. Tallinn: Eesti Entsüklopeediakirjastus, ISBN 5-89900-047-3

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Treaty of Tartu (Russian–Estonian) της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).