Συνάρτηση παραγωγής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Στην Οικονομική Επιστήμη η συνάρτηση παραγωγής είναι μία στατιστική εξίσωση που εκφράζει τη σχέση μεταξύ των ποσοτήτων των παραγωγικών συντελεστών, (εργασία, κεφάλαιο), που χρησιμοποιούνται και της ποσότητας παραγωγής που επιτυγχάνεται εξ αυτών.

Με την εξίσωση αυτή στην ουσία αποκαλύπτεται η ποσότητα που μπορεί να παραχθεί από κάθε συνδυασμό των παραγωγικών συντελεστών με την προϋπόθεση όμως ότι χρησιμοποιούνται οι αποτελεσματικότερες μέθοδοι παραγωγής. Έτσι με τη συνάρτηση παραγωγής είναι δυνατοί οι ακόλουθοι τρεις βασικοί στόχοι:
α) Η μέτρηση της παραγωγικότητας επί ενός συντελεστή ή και η μεταβολή της που μπορεί να προκύψει σε μία αυξομείωση μιας μονάδας του ίδιου συντελεστή. Επακόλουθο αυτού είναι τελικά η ορθή κατανομή του εισοδήματος στους συντελεστές παραγωγής, που αυτός είναι και ο πρωταρχικός στόχος της συνάρτησης.
β) Επίσης κάτω υπό ειδικές συνθήκες είναι δυνατός και ο προσδιορισμός του λεγόμενου "οριακού προϊόντος" στη συμβολή του κάθε συντελεστή με επακόλουθο επίσης την ιδανική κατανομή του εισοδήματος.
γ) Ακόμα με την αυτή συνάρτηση γίνεται ευκολότερος ο προσδιορισμός του λιγότερου δαπανηρού συνδυασμού των συντελεστών στη παραγωγή μιας δεδομένης ποσότητας προϊόντος.

Χρήση του όρου αυτού απαντάται τόσο στη μικροοικονομία όσο και στη μακροοικονομία. Σχεδόν όλες οι οικονομικές θεωρίες θεωρούν τη συνάρτηση παραγωγής ως προϋπόθεση, είτε σε επίπεδο παραγωγικότητας χώρας είτε σε επίπεδο επιχειρήσεων. Έτσι υπό την άποψη αυτή η συνάρτηση παραγωγής καθίσταται μία από τις βασικές έννοιες της Οικονομικής Επιστήμης αν και υπάρχουν πολλές ενστάσεις για την ανταπόκριση του όρου σε συνολική παραγωγή ως συνολική συνάρτηση.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica" τομ.48ος,σελ.143.