Συμπύκνωση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συμπύκνωση τόσο στη Φυσική όσο και στη Χημεία ονομάζεται η μετατροπή αερίου σε υγρό ή στερεό.[1] Η συμπύκνωση αποτελεί δε μια από τις αλλαγές φάσεων της φυσικής μορφής της ύλης. Γενικότερα, ο όρος χαρακτηρίζει αυξημένη πυκνότητα ύλης.

Καθώς ψύχεται ένα αέριο τα σωματίδια που το συγκροτούν αρχίζουν να ταλαντώνονται πολύ επιβραδυντικά. Έτσι σιγά σιγά ισχυροποιούνται οι μεταξύ τους ελκτικές δυνάμεις με αποτέλεσμα το αέριο να συμπυκνώνεται σε υγρό. Η συμπύκνωση γίνεται σε θερμοκρασίες από το σημείο βρασμού και κάτω. Για παράδειγμα το οξυγόνο συμπυκνώνεται στους -183° C (ή -297° F). Αν αυξηθεί η πίεσή του, τότε θα συμπυκνωθεί σε χαμηλότερη θερμοκρασία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα συμπύκνωσης ατμού είναι όταν η λάβα ενός ηφαιστείου φθάνει στη θάλασσα. Ενώ η επιφάνεια της θάλασσας δείχνει να βράζει, ο ανερχόμενος ατμός συμπυκνώνεται σε νέφη υδρατμών.

Η συμπύκνωση διακρίνεται σε δύο είδη: την υγροποίηση και την απόθεση.[1] Στο πρώτο είδος η ύλη γίνεται υγρή, στο δεύτερο η ύλη γίνεται στερεή.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Ebbing, Darrell D.; Steven D. Gammon. Γενική Χημεία. Νικόλαος Δ. Κλούρας (μετάφραση) (έκτη έκδοση). Αθήνα: Τραυλός. σελ. 440. ISBN 960-7990-66-8. http://www.travlos.gr. Ανακτήθηκε στις 9-1-2010. 

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]