Σον Χάουζ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

O Σον Χάουζ (Son House, 21 Μαρτίου 1902 - 19 Οκτωβρίου 1988), ψευδώνυμο του Έντι Τζέιμς, ήταν Αμερικανός μπλουζ μουσικός, τραγουδιστής και κιθαρίστας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους των μπλουζ του Δέλτα και τοποθετείται συχνά στο ίδιο επίπεδο με άλλους διακεκριμένους μπλουζ μουσικούς όπως ο Τσάρλι Πάτον και ο Ρόμπερτ Τζόνσον. Χαρακτηρίστηκε λιγότερο για την τεχνική του και περισσότερο για το πάθος της ερμηνείας του, ξεχωρίζοντας κυρίως στο είδος της σλάιντ κιθάρας.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στο Ρίβερτον του Μισισιπή, ενώ μετά το χωρισμό των γονέων του εγκαταστάθηκε μαζί με τη μητέρα του στην πόλη Ταλούλα της Λουιζιάνα. Από την παιδική του ηλικία και πιθανώς κάτω από την επίδραση της θρησκευόμενης μητέρας του, συμμετείχε σε εκκλησιαστικές χορωδίες Βαπτιστών στη Λουιζιάνα και στο Μισισιπή, ενώ σε ηλικία δεκαπέντε ετών ξεκίνησε να κηρύττει ως πάστορας. Στην ηλικία των είκοσι περίπου ετών, και ενώ είχε προηγηθεί ο θάνατος της μητέρας του, ο Χάουζ μετακόμισε στο Σαίντ Λούις όπου εργάστηκε σε εργοστάσιο χάλυβα. Τον επόμενο χρόνο επέστρεψε στο Μισισιπή όπου ήρθε σε επαφή με τη μουσική του Γουίλι Γουίλσον και ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως μπλουζ μουσικός. Η απόφασή του να ασχοληθεί με τη μουσική ήρθε πιθανότατα σε σύγκρουση με τον πρότερο βίο του, ωστόσο σύντομα ασπάστηκε πλήρως την άσωτη ζωή που συνόδευε τους περισσότερους περιπλανόμενους μπλουζ μουσικούς της εποχής. Το 1928 καταδικάστηκε για τη δολοφονία ενός άνδρα, με τις συνθήκες του περιστατικού να παραμένουν ασαφείς, και τοποθετήθηκε στο μοναδικό υψίστης ασφαλείας σωφρονιστήριο του Μισισιπή, από το οποίο όμως ελευθερώθηκε λίγο αργότερα.

Το 1930 εγκαταστάθηκε στην πόλη Λούλα του Μισισιπή όπου συνεργάστηκε με τον Τσάρλι Πάτον και τον Γουίλι Μπράουν, περιοδεύοντας μαζί τους στον αμερικανικό νότο. Τον ίδιο χρόνο ηχογράφησε για πρώτη φορά, για τη δισκογραφική εταιρεία της Paramount, κληροδοτώντας αξιοσημείωτες συνθέσεις όπως τα Preachin’ the Blues, Dry Spell Blues και My Black Mama. Την περίοδο 1941-42 πραγματοποίησε επίσης ηχογραφήσεις για τη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, στις οποίες περιλαμβάνονται ορισμένες κλασικές συνθέσεις του Χάουζ, όπως τα Depot Blues, Delta Blues, Low Down Dirty Dog Blues, The Key of Minor, Country Farm Blues κ.α. Το 1942 εγκατέλειψε την περιοχή του Δέλτα του Μισισιπή και εγκαταστάθηκε στο Ρότσεστερ της Νέας Υόρκης, απέχοντας από τα μουσικά δρώμενα καθώς η φήμη του εξασθένισε σημαντικά. Περίπου είκοσι χρόνια αργότερα, και ενώ πολλές αλλαγές είχαν σημειωθεί στη σκηνή των μπλουζ, ο Χάουζ επανήλθε στο προσκήνιο ανανεώνοντας το ενδιαφέρον για το είδος των φολκ μπλουζ, ηχογραφώντας ξανά — με σημαντικότερο το δίσκο Father of the Folk Blues — και συμμετέχοντας εκ νέου σε συναυλίες, με αποκορύφωμα τις εμφανίσεις του στο φολκ φεστιβάλ του Νιούπορτ το 1964 και στο Κάρνεγκι Χολ το 1965. Επισκέφτηκε επίσης την Ευρώπη το 1967 και το 1970. Από τις αρχές του 1970 αντιμετώπισε προβλήματα υγείας που περιόρισαν σημαντικά τις εμφανίσεις του, θέτοντας οριστικό τέλος στη σταδιοδρομία του κατά τα μέσα της δεκαετίας. Σε ένδειξη αναγνώρισης της προσφοράς του, τιμήθηκε με την είσοδό του στο Blues Hall of Fame, ταυτόχρονα με την εγκαινίαση του θεσμού το 1980.

Ενδεικτική δισκογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Complete Recorded Works of Son House & the Great Delta Blues Singers (Document, 1990)
  • Father of the Delta Blues: The Complete 1965 Sessions (Sony, 1992)
  • The Complete Library of Congress Sessions, 1941-1942 (Travelin' Man, 2000)

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • David L. Dicaire, Blues Singers: Biographies of 50 Legendary Artists of the Early 20th Century, McFarland & Company, 1999
  • Paul Oliver: 'House, Son', Grove Music Online ed. L. Macy, Ιούλιος 2007