Πόλεμοι του μπακαλιάρου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με τον όρο Πόλεμοι του Μπακαλιάρου (αγγλ. Cod Wars, ισλ. Þorskastríðin ή Landhelgisstríðin, δηλαδή «ο πόλεμος για τα εδαφικά ύδατα») ονομάζονται τρία διπλωματικά επεισόδια μεταξύ Ισλανδίας και Ηνωμένου Βασιλείου με κινητοποίηση στόλων και ένταση μεταξύ 1958 και 1976.

Επέκταση της ισλανδικής ΑΟΖ.
  Ισλανδία
  εσωτερικά ύδατα
  επέκταση στα 4nm
  επέκταση στα 12nm (τρέχουσα έκταση των χωρικών υδάτων)
  επέκταση στα 50nm
  επέκταση στα 200nm (τρέχουσα έκταση της ΑΟΖ)

Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου (1914-18), όπως και αργότερα, κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου (1939-45), τα ύδατα γύρω από την Ισλανδία έμειναν ασφαλή και δεν σημειώθηκαν πολεμικές συρράξεις, πιθανώς και λόγω του ψυχρού κλίματος αλλά και της δυσκολίας προσέγγισης από ξένα σκάφη. Ως το 1952, οι βόρειες χώρες δέχονταν ως νόμιμο το δικαίωμα της Ισλανδίας και της Νορβηγίας να έχουν την αποκλειστική κυριότητα μόνον μέχρι τα 3 ναυτικά μίλια. Οι δύο αυτές χώρες θεωρούσαν ότι είχαν ευρύτερο δικαίωμα (που έφτανε ως τα 370 μίλια) και έτσι η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Διεθνές Δικαστήριο.

Μετά τη λήξη του Πολέμου, η εκτεταμένη αλιεία άλλων χωρών (κυρίως της Μεγάλης Βρετανίας) στα ύδατα που η Ισλανδία θεωρούσε δικά της, οδήγησε στη μείωση των αλιευμάτων για τους Ισλανδούς ψαράδες (που αυτοί και οι οικογένειές τους αποτελούσαν το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού της χώρας και βιοπορίζονταν από αυτή τη διαδικασία), κατά το 1/3 περίπου, οπότε το 1949 η Ισλανδία ανακοίνωσε μέτρα για τον περιορισμό της υπερ-αλίευσης και προχώρησε σε νομοθετική πράξη με διετή προειδοποίηση. Απαγόρευσε σε ξένα σκάφη να αλιεύουν σε αυτά που θεωρούσε δικά της χωρικά ύδατα. Κατόπιν αυτού, οι κυβερνήσεις της Βρετανίας, της Γαλλίας, του Βελγίου και της Δυτικής Γερμανίας διαμαρτυρήθηκαν για τη ρύθμιση, αλλά σε γενικές γραμμές απέφυγαν τις εντάσεις και η απαγόρευση παρέμεινε de facto μέχρι το 1956. Η Ισλανδία επωφελήθηκε, αύξησε σημαντικά την παραγωγή της σε τόνους ψαριών και εξήγε σημαντικές ποσότητες στις ΗΠΑ και τη Σοβιετική Ένωση. Ακόμα και στη Βρετανία εξήγε μεγάλες ποσότητες φρέσκων ψαριών.

Α' Πόλεμος του Μπακαλιάρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βρετανική τράτα Coventry City περνά δίπλα από το περιπολικό Albert της Ισλανδικής Ακτοφυλακής, το 1958 κατά τον πρώτο Πόλεμο του Μπακαλιάρου.

Ο Α' Πόλεμος του Μπακαλιάρου (1st Cod War) διήρκησε από την 1η Σεπτεμβρίου ως τις 12 Νοεμβρίου 1958. Ξεκίνησε όταν η Ισλανδία επέκτεινε μονομερώς τη ζώνη επιτρεπόμενης αλιείας της από τα 4 στα 12 ναυτικά μίλια (από τα 7.4 στα 22.2 χλμ.), με εφαρμογή από την 1η Σεπτεμβρίου 1958. Η Βρετανία αντέδρασε (είχε ήδη 20 μηχανότρατες, 4 πολεμικά και ένα εφοδιαστικό σκάφος εντός αυτών των υδάτων). Ακολούθησαν διάφορα περιστατικά ναυτικής εμπλοκής (αναίμακτα), τα οποία διήρκησαν σχεδόν δυόμιση μήνες και στα οποία ενεπλάκησαν 53 πολεμικά βρετανικά σκάφη, ενώ από την πλευρά της Ισλανδίας μόνον 7 περιπολικά σκάφη (patrol vessels). Τελικά, στις 12 Νοεμβρίου 1958 οι δύο πλευρές κατέληξαν σε ένα είδος συμφωνίας, που επέτρεπε στους Βρετανούς να αλιεύουν σε συγκεκριμένες ζώνες, από τα 6 ως τα 12 μίλια. Επίσης εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση με τον οποία παρέπεμπαν το ζήτημα του ορισμού των χωρικών υδάτων στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Καθώς τα παγκόσμια αποθέματα των ψαριών μειώνονταν δραστικά, η Ισλανδία κήρυξε μια Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, που ξεπερνούσε τα χωρικά της ύδατα και παράλληλα ενίσχυσε τις ποσοστώσεις που είχε θέσει στις γειτονικές της χώρες.

Β' Πόλεμος του Μπακαλιάρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τεχνική που χρησιμοποιούσαν τα ισλανδικά σκάφη για να κόψουν με ψαλίδια τα δίχτυα των ξένων σκαφών.

Το 1972-1973 είχαμε τον Β' Πόλεμο του Μπακαλιάρου (2nd Cod War), που ξεκίνησε επίσης την 1η Σεπτεμβρίου, όταν η Ισλανδία ανακοίνωσε ότι επέκτεινε τη τη ζώνη επιτρεπόμενης αλιείας της στα 50 μίλια (92.6 χλμ.). Και πάλι αρκετά βρετανικά (αλλά και δυτικογερμανικά) σκάφη αγνόησαν την απαγόρευση και εξακολουθούσαν να αλιεύουν σε αυτά τα ύδατα -που τα θεωρούσαν διεθνή και όχι ισλανδικά- ήδη από την 1η ημέρα της νέας κατάστασης. Η ένταση αυξήθηκε όταν ο αριστερός συνασπισμός που κυβερνούσε εκείνη την περίοδο την Ισλανδία δήλωσε ότι δεν δεσμεύεται από τη συμφωνία της προηγούμενης συντηρητικής κυβέρνησης για παραπομπή του ζητήματος στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Τους επόμενους μήνες, το ισλανδικό ναυτικό χρησιμοποιούσε μεγάλα ψαλίδια με τα οποία έκοβε τα δίχτυα των ξένων σκαφών, απελευθερώνοντας ταυτόχρονα στη θάλασσα τα αλιεύματα που αυτά είχαν πιάσει. Μόνο στις 18 Ιανουαρίου 1973, αυτό έγινε σε 18 ξένες μηχανότρατες. Την επομένη, οι Βρετανοί έστειλαν ρυμουλκά πλοία προς ενίσχυση της άμυνας των αλιευτικών τους. Μετά από σειρά διαπραγματεύσεων εντός του NATO και αφού η ισλανδική κυβέρνηση απειλούσε με αποχώρηση από τη Βορειοατλαντική Συμμαχία, στις 8 Νοεμβρίου 1973 επιτεύχθηκε συμφωνία που επέτρεπε -όπως το 1958- στους Βρετανούς να αλιεύουν σε συγκεκριμένες ζώνες, εντός των 50 μιλίων. Η συμφωνία πρόβλεπε και ανώτατο όριο αλιευμάτων για τους Βρετανούς τους 130.000 τόνους ετησίως. Όταν όμως έληξε η διετής διάρκειά της, το Νοέμβριο του 1975, προκλήθηκε ο Γ' Πόλεμος του Μπακαλιάρου. Στο μεταξύ, η Δυτική Γερμανία δεν αποδέχθηκε ανάλογη συμφωνία και έκλεισε τα λιμάνια της στα ισλανδικά σκάφη, απαγορεύοντάς τους να ελλιμενίζονται εκεί.

Γ' Πόλεμος του Μπακαλιάρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βρετανική φρεγάτα Scylla διεμβολίζει το ισλανδικό περιπολικό Odinn.

Ο Γ' Πόλεμος του Μπακαλιάρου έφερε ξανά σε αντιπαράθεση την Ισλανδία και τη Μεγάλη Βρετανία και διάρκεσε από τον Νοέμβριο του 1975 ως τον Ιούνιο του 1976. Η αιτία ήταν η νέα μονομερής επέκταση των χωρικών υδάτων της Ισλανδίας στα 200 ναυτικά μίλια (370 χλμ.) από τις ακτές της. Η βρετανική κυβέρνηση δεν αναγνώρισε την πράξη αυτή και έτσι συνέβησαν και πάλι περιστατικά εμπλοκής ανάμεσα σε σκάφη των δύο χωρών, αυτή τη φορά σε μεγαλύτερη έκταση και ισχυρότερη ένταση από τις δυο προηγούμενες. Η ισλανδική ακτοφυλακή εξακολουθούσε να κόβει τα δίχτυα σε βρετανικά ψαράδικα, ενώ το βρετανικό ναυτικό, ενισχυμένο πλέον και με φρεγάτες διεμβόλιζε ισλανδικά σκάφη, συχνά προκαλώντας τη βύθισή τους. Καθώς τα γεγονότα χειροτέρευαν, η Ισλανδία απείλησε να κλείσει τη στρατιωτική βάση του NATO στο Κεφλαβίκ, κίνηση που θα δυσχέραινε σημαντικά την αμυντική ικανότητα του ΝΑΤΟ στον Ατλαντικό, έναντι της Σοβιετικής Ένωσης. Σαν συνέπεια της όξυνσης, η βρετανική κυβέρνηση αποδέχθηκε να υποχρεώσει τα αλιευτικά της σκάφη να παραμένουν εκτός των 200 ναυτικών μιλίων, με εξαίρεση μόνον 24 πλοιαρίων το χρόνο στην αμφισβητούμενη περιοχή.

Η σημερινή κατάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρότι δεν έχει υπογραφεί συγκεκριμένη συμφωνία, μετά τα γεγονότα του 1975, η Βρετανία φαίνεται ότι τηρεί τη δέσμευση που ανέλαβε τότε, αν και κατά καιρούς σημειώνονται περιστατικά ελάσσονος ναυτικής εμπλοκής. Το θέμα δεν έχει διευθετηθεί επίσημα, στα πλαίσια διμερούς συμφωνίας η ΟΗΕ. Το 1992, ο Καναδάς επέβαλε κι αυτός μορατόριουμ στην αλιεία του βακαλάου κατά μήκος των ακτών του, ενέργεια που επίσης προκάλεσε διεθνείς αντιδράσεις και αργότερα ανακλήθηκε.

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]