Περπάτημα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το ‘’’Περπάτημα’’’(γνωστό επίσης και ως ‘’’βάδισμα’’’) είναι ένα από τους κύριους διασκελισμούς της μετακίνησης αναμεταξύ των σκελών του ζώου η του ανθρώπου, και είναι αργότερη από το τρέξιμο και άλλων ειδών διασκελισμών. Περπάτημα ορίζεται ως διασκελισμός «ανεστραμμένο εκκρεμές» το οποίο σώμα πηδάει επάνω από το αλύγιστο άκρο ή άκρα σε κάθε βήμα. Αυτό εφαρμόζει απρόσεκτα στον αριθμό των άκρων – ακόμα αρθρόποδα με έξι, οχτώ ή με περισσότερα άκρα.

Η λέξη περπάτημα κατάγεται από την αρχαία ελληνική Περιπάτημα< Περί+πάτημα.

Τρόπος μετακίνησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα τετράποδα βαδίζουν μετακινώντας σχεδόν ταυτόχρονα τα δύο διαγώνια άκρα τους. Περίπου το ίδιο ισχύει και με το βάδισμα του ανθρώπου ή άλλων δίποδων, με μόνη διαφορά πως ο άνθρωπος μετακινεί τα διαγώνια άνω και κάτω άκρα (χέρι - πόδι). Η κατεύθυνση του βαδίσματος είναι συνήθως προς τα εμπρός, αν και υπάρχουν ζώα, όπως τα καβούρια, που κινούνται στα πλάγια. Η διαφορά με σχέση με το τρέξιμο στων άνθρωπο και άλλων δίποδων είναι ότι το ένα πόδι θα πατάει στο έδαφος πριν μετακινηθεί το άλλο, ενώ στο τρέξιμο μπορεί και τα δυο πόδια να είναι ταυτόχρονα στον αέρα του κάθε βήματος.

Ο άνθρωπος αρχίζει κατά κανόνα να στέκεται όρθιος στους 12 περίπου μήνες της ζωής του, ενώ αρχίζει να βαδίζει στους 12-18 μήνες.

Ωφέλεια Υγείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο Άρθρο: Φυσική άσκηση Έρευνες σε παραπεταμένες συνεδριάσεις περιπάτου με ελάχιστο περίοδο τριάντα έως έξι λεπτά την ημέρα, πέντε ημέρες την εβδομάδα και με σωστή στάση σώματος [1][2] έχει δείξει ότι μειώνει τους κινδύνους υγείας και διάφορα ολικά γενικά υγειονομικά πλεονεκτήματα, όπως μειώνοντας της πιθανότητες καρκίνου, διαβήτη 2,καρδιακές παθήσεις, ανησυχία και κατάθλιψη.


Προβλήματα Υγείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δυσκολία ή αδυναμία βαδίσματος είναι ένδειξη σοβαρών δυσλειτουργιών (νοητικής καθυστέρησης, ραχίτιδας, εγκεφαλικής παράλυσης ή παραμόρφωσης της κατ’ ισχίον αρθρώσεως). Δυσκολίες βαδίσματος εμφανίζονται και σε περίπτωση αλκοολικής νευρίτιδας, τριτογενούς σύφιλης και σε άλλες καταστάσεις, όταν οι μύες που ανασηκώνουν το πόδι είναι αδύναμοι, με αποτέλεσμα ο ασθενής αντί να περπατάει κανονικά, σέρνει στην κυριολεξία τα πόδια του. Στην κινητική αταξία ή στη νωτιαία φθίση (σύφιλη) οι αισθήσεις που προέρχονται από τα κάτω άκρα είναι αμβλυμένες και συνεπώς οι κινήσεις των ποδιών είναι αβέβαιες. Στη σπαστική παράλυση τα μέλη κινούνται σπασμωδικά. Το πόδι στην αρχή είναι προσκολλημένο στο έδαφος και μετά ο ασθενής το εγκαταλείπει με μια σπασμωδική κίνηση και το ανυψώνει πολύ υψηλότερα από ό,τι είναι αναγκαίο. Προβλήματα στο βάδισμα εμφανίζονται και σε ασθενείς με νόσο του Πάρκινσον που το βάδισμά τους είναι άτακτο και σπασμωδικό.

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]