Πείραμα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ως Πείραμα χαρακτηρίζεται η οποιαδήποτε έμπρακτη δοκιμή ή εφαρμογή θεωρίας προς άσκηση ή μελέτη και γενικά ο κάθε έλεγχος της θεωρητικής γνώσης. Ειδικότερα όμως πείραμα λέγεται η υπό του ανθρώπου μεθοδική αναπαραγωγή ενός φαινομένου με στόχο την εξακρίβωση της φύσης του, των αιτιών που το προκαλούν και των νόμων από τους οποίους διέπεται αυτό το φαινόμενο. Γενικά το πείραμα αποτελεί μέθοδο της επιστημονικής έρευνας, εξ ου καλούμενη και πειραματική μέθοδος. Ο ερευνητής που διεξάγει πείραμα ονομάζεται πειραματιστής, αλλά και πειραματικός. Το πείραμα καθώς και η παρατήρηση αποτελούν τις δύο ερευνητικές μεθόδους των καλουμένων Εμπειρικών επιστημών[1].

  • Ετυμολογικά ο όρος, (ουδετέρου γένους) "το πείραμα" (του πειράματος), προέρχεται από το νεο-ελληνικό ρήμα "πειρώμαι", απαντάται δε στη νεοελληνική από το 1876, από τον Θ. Αφεντούλη. Χαρακτηριστική αρχαία φράση "εις πείραν έρχεται, ή μετέρχεται" [= δοκιμαζόμενη, αποδεικνύεται (πράξη)].

Πλεονεκτήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πείραμα συμπληρώνει την παρατήρηση και παρέχει γνωστικό υλικό με το οποίο ο ερευνητής - επιστήμονας έχει τουλάχιστον την ευκαιρία να παρακολουθήσει πλευρές του φαινομένου που ίσως στη φύση, του είναι αδύνατον. Το πείραμα εκτός της έκδηλης αναγκαιότητάς του, ως εργαλείο έρευνας, εμφανίζει και τα ακόλουθα σημαντικά πλεονεκτήματα, ειδικότερα στην επιστημονική έρευνα[1]:

1. Τα προκαλούμενα από πειράματα φαινόμενα είναι υποκείμενα στον επιθυμητό χρόνο και όχι εκείνο της φύσεως.
2. Παρέχεται το δικαίωμα της επανάληψης κατά βούληση και κάθε φορά που κρίνεται αναγκαίο.
3. Παρέχουν χρόνο εξαγωγής συμπερασμάτων.
4. Παρέχουν δυνατότητα διαχωρισμού των φαινομένων που δεν παρέχεται στη Φύση
5. Παρέχεται συχνά η δυνατότητα αυξομείωσης της ταχύτητας ενός φαινομένου που απαντάται στη φύση.
6. Παρέχεται η δυνατότητα ακριβέστερων μετρήσεων και
7. Παρέχεται επιπλέον η δυνατότητα της γραφικής παράστασης αυτού τούτου του φαινομένου.

Γενικά τα πειράματα πραγματοποιούνται κάτω από ελεγχόμενες συνθήκες, όπως ακριβώς εκείνες των Εργαστηρίων. Κατά τη διάρκεια δε αυτών πραγματοποιούνται διάφορες μετρήσεις, δηλαδή αντιστοιχίες φυσικών ποσοτήτων σε συγκεκριμένους αριθμούς (αριθμητικές τιμές) μετά από σύγκριση αυτών με πρότυπες ποσότητες, ίδιων μεγεθών, που έχουν γίνει αποδεκτές ως μονάδες. Σε όλες όμως τις μετρήσεις συνυπάρχουν σφάλματα που αποτελούν και τις σχετικές ανακρίβειες των μετρήσεων. Τα σφάλματα αυτά προέρχονται από τρεις παράγοντες που μπορεί και να συνυπάρξουν, το σφάλμα των οργάνων, το σφάλμα του παρατηρητή και οι συνθήκες του περιβάλλοντος.

Ειδικότερα στις Επιστήμες συμπεριφοράς η πειραματική μέθοδος καταλαμβάνει ιδιαίτερη σημαντική θέση με γενικευμένη χρήση[2]. Χρησιμοποιείται ευρύτατα από ψυχολόγους και ψυχαναλυτές, κοινωνιολόγους, εγκληματολόγους κ.λπ. καθώς και σε πεδία πειραματικής παιδαγωγικής και ψυχοκοινωνιολογίας. Μάλιστα θεωρείται ως η μοναδική μέθοδος, επαλήθευσης ή όχι παρατήρησης θεμελιώνοντας αδιάσειστα την ψυχολογική επιστήμη, καθώς και την γενικότερη προαγωγή των επιστημών συμπεριφοράς, δημιουργώντας αλλά και σφυρηλατώντας ενότητες συναφών κοινωνικών κλάδων.
Παρά ταύτα για την πειραματική αυτή μέθοδο στην έρευνα ψυχολογικών φαινομένων πολλοί έχουν ασκήσει ενάντια κριτική. Στη πλειονότητά τους οι επικριτές ουσιαστικά αντιπαραβάλουν επιμερισμένους τρόπους δικής τους επιστημονικής επιλογής. Γεγονός πάντως είναι ότι η πειραματική μέθοδος και στους κλάδους αυτούς συνεχώς τελειοποιείται, και διαφοροποιείται από τις άλλες μεθόδους έρευνας.

  • Τα πειραματικά αποτελέσματα ερμηνεύονται με τη βοήθεια "υποθέσεων" οι οποίες και αποτελούν τις επιστημονικές "προτάσεις" ερμηνείας. Αυτές οι υποθέσεις εφόσον επαληθευτούν και αποδειχθούν, αποκτούν στη συνέχεια την ισχύ του επιστημονικού Νόμου ή Θεωρίας.

Είδη πειραμάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βασική διάκριση των πειραμάτων, λαμβάνοντας υπόψη το πεδίο έρευνας, είναι τα πειράματα των θετικών Επιστημών, καλούμενα γενικά επιστημονικά πειράματα καθώς και εκείνα που αφορούν έρευνες συμπεριφοράς, των Συμπεριφορικών επιστημών, (Κοινωνιολογίας, Ψυχολογίας κ.λπ.). Άλλη διάκριση αυτών λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό ερευνητών, τον τόπο και τον τρόπο διεξαγωγής, είναι αντίστοιχα: ατομικά, ή ομαδικά (πειραματικές ομάδες), εργαστηριακά, στατιστικά, φυσικά, καθώς και τα λεγόμενα πειράματα δοκιμής και λάθους. Επίσης σοβαρή διάκριση των πειραμάτων είναι και αυτή που γίνεται λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές επί των οποίων βασίζονται. Πολλοί τις αρχές αυτές χαρακτηρίζουν ως επιμέρους μεθόδους[1], οι οποίες και είναι:

  1. Μέθοδος ή Αρχή της συμφωνίας. Κατ΄ αυτήν προσδιορίζεται μόνο μία αιτία του εξεταζόμενου φαινομένου, που δεν μεταβάλλεται κατά το πείραμα. Αν στη συνέχεια παραχθεί το εξεταστικό φαινόμενο και ταυτόχρονα μεταβάλλονται άλλες προϋπάρχουσες αιτίες, τότε η συγκεκριμένη είναι και η αιτία του φαινομένου.
  2. Μέθοδος ή Αρχή της διαφοράς, αντίθετη της προηγουμένης. Εξετάζονται τα αίτια φαινομένου εκτός από ένα. Αν κατά το πείραμα δεν παραχθεί το φαινόμενο παρά την παρουσία άλλων αιτών, τότε προσδιορίζεται το πραγματικό αίτιο.
  3. Μέθοδος ή Αρχή των υπολοίπων (αιτιών). Πρόκειται για συνέχεια των προηγουμένων. Αν από προηγούμενο πείραμα αποκλειστούν ορισμένες αιτίες, τότε το υπόλοιπο του φαινομένου αν παραχθεί θα προέρχεται από τα υπόλοιπα αίτια, και
  4. Μέθοδος ή Αρχή των παράλληλων μεταβολών. Επειδή οι προηγούμενες χρησιμοποιούνται μόνο εφόσον έχουν προσδιοριστεί αιτίες ενός φαινομένου, στις περιπτώσεις που δεν κατέστη αυτό δυνατόν και παράλληλα όμως εκδηλώνονται και άλλα φαινόμενα που δεν μπορούν ν΄ απομονωθούν, τότε προκειμένου να εντοπιστούν τα αίτια μεταβάλλονται τα άλλα φαινόμενα και συνεπώς οι αιτίες αυτών. Παρακολουθώντας τα αποτελέσματα σταδιακά αν παραχθεί το φαινόμενο συμπεραίνεται η αμετάβλητη αιτία.

Παρά των παραπάνω ο όρος πείραμα χρησιμοποιείται πολλές φορές με πιο γενικευμένη έννοια κυρίως στην εφαρμογή μιας σκόπιμης καινοτομίας[2], ειδικότερα όταν υπονοείται εισαγωγή δοκιμαστικής εφαρμογής επί κάποιας προσδοκίας, όπου τα αποτελέσματα στη περίπτωση αυτή παρακολουθούνται κατά την εφαρμογή.

Σχέση παρατήρησης - πειράματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο σημείο αυτό αξίζει ν΄ αναφερθεί η διάκριση μεταξύ παρατήρησης και πειράματος[1][3][4]. Η άποψη ότι δεν υφίσταται ουσιαστική διαφορά μεταξύ παρατήρησης και πειράματος ανήκει σήμερα στο παρελθόν. Αυτό που ισχύει σήμερα είναι ότι και οι δύο αυτές έννοιες βρίσκονται πολύ κοντά μόνο από μεθοδολογική άποψη με σαφή όμως όρια η καθεμία σε ερευνητικό πεδίο. Και οι δύο αποτελούν μεθόδους έρευνας ("πειραματικής", ή "μη-πειραματικής") με χρήση κάποιων μεταβλητών που διατηρούν κάποια συνάφεια μεταξύ τους (οι μεταβλητές). Και στις δύο περιπτώσεις προηγείται η εκλογή του αντικειμένου που θα μελετηθεί και η οποία καθορίζεται από τις σχέσεις που υφίστανται μεταξύ του αντικειμένου ή γεγονότος και στην αναμονή της όποιας επιδίωξης. Το πείραμα εν προκειμένω προετοιμάζει, ή ως ένα βαθμό προσδιορίζει την έκταση της παρατήρησης, ενώ από μόνη της η παρατήρηση δεν μπορεί να προσδιορίσει την έκταση του ενδιαφέροντος. Τόσο όμως στη παρατήρηση όσο και στο πείραμα ο παρατηρητής / ερευνητής θέτει κάποιο ερώτημα όπου στη παρατήρηση μπορεί να είναι γενική και αόριστη που την απάντηση να μη γνωρίζει παρά μόνο ως εξίσου γενική και αόριστη, ενώ αντίθετα στο πείραμα ο ερευνητής θέτει ερώτημα υπό μορφή "υπόθεσης", δηλαδή κάποιας εικασίας, βασισμένη σε σχέσεις γεγονότων που εμπλέκονται στη πειραματική έρευνα.
Από το σημείο όμως αυτό και μετά, στην παρατήρηση εξετάζονται αντικείμενα ή γεγονότα όπως αυτά υφίστανται ή συμβαίνουν φυσικά ή συμπτωματικά που τούτο όμως εκφεύγει του πειραματισμού, όπου το παρατήρημα μπορεί να υποστεί σκόπιμες μεταβολές, ή εκθέσεις σε διαφορετικές επιδράσεις με έκδηλη την διαφορετικότητα των μεθόδων. Ειδικότερα το πείραμα προκαλείται και ελέγχεται από τον ερευνητή χάνοντας όμως έτσι την έννοια του αυθόρμητου, ενώ κερδίζει στην ακρίβεια και την αντικειμενικότητα. Ένα επίσης μείον του πειράματος είναι ότι αυτό δεν μπορεί να επεκταθεί απεριόριστα και χρονικά σε παρατηρήσεις συμπεριφορών που είναι ποικιλότροπες.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 ΜΕΕ τομ.ΙΘ΄, σελ.861.
  2. 2,0 2,1 UNESCO "Λεξικό Κοινωνικών Όρων" τομ.2ος, σελ.696.
  3. Θ. Μπέλλας "Η Έρευνα στις Επιστήμες της Συμπεριφοράς" τομ.1ος, σελ.24.
  4. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica τομ.48oς, σελ.178.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια τομ.ΙΘ΄, σελ.861.
  • UNESCO "Λεξικό Κοινωνικών Όρων" (Ελληνική Έκδοση) 3 τόμοι, Εκδ. Ελληνική Παιδεία Αθήναι 1972, τομ.2ος, σελ.696.
  • Θρασ. Μπέλλας "Η Έρευνα στις Επιστήμες της Συμπεριφοράς" - Αθήνα 1977. τομ.1ος, σελ.24.
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica τομ.48oς, σελ.178.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]