Παραχώρηση κυριαρχίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Στο Διεθνές Δίκαιο με τον όρο παραχώρηση, ή ευκρινέστερα παραχώρηση κυριαρχίας, χαρακτηρίζεται η πράξη εκείνη δια της οποίας ένα κράτος μεταβιβάζει σε έτερο, κατ΄ αμοιβαία συμφωνία, είτε την κυριαρχία, είτε την εκμίσθωση συγκεκριμένης γεωγραφικής έκτασης, ή νήσου κατοικημένης ή μη, της επικράτειάς του.

Η εν λόγω παραχώρηση συνομολογείται με ειδική σύμβαση ή συνθήκη στην οποία καθορίζονται όλες οι λεπτομέρειες αυτής. Στη πράξη προκειμένου να συνομολογηθεί μια παραχώρηση θα πρέπει να έχει προηγηθεί απαλλοτρίωση της συγκεκριμένης έκτασης σύμφωνα με το εσωτερικό δημόσιο δίκαιο του κράτους που θα προβεί στη παραχώρηση.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παλαιότερα τέτοιας μορφής παραχώρηση συνέβαινε ακόμα σε περίπτωση διαθήκης διανομής του Ηγεμόνα, περίπτωση που απαντάται από την αρχαιότητα και που αναπτύχθηκε ιδιαίτερα τον μεσαίωνα, με επιπρόσθετη περίπτωση η προερχόμενη με τους γάμους των Ηγεμόνων, όπου αμφότερες οι περιπτώσεις αυτές μπορεί σήμερα να έχουν εκλείψει πλην όμως σε πολλές των περιπτώσεων υπήρξαν καθοριστικές στη διαμόρφωση των σημερινών συνόρων πολλών ευρωπαϊκών κρατών.
Στους νεότερους χρόνους και ειδικότερα στη σύγχρονη εποχή ο όρος αυτός έχει χάσει τη σπουδαία σημασία που είχε άλλοτε και που συνέβαινε είτε με καταβολή χρηματικού ποσού, είτε με άλλου φανερού ή μυστικού αντισταθμιστικού οφέλους (πολιτικού, οικονομικού, θρησκευτικού, συμμαχικού κ.λπ.), είτε ακόμα και με ανταλλαγή εδαφών, ή δικαιωμάτων κυρίως προς βελτίωση συνοριακών συνθηκών των συμβαλλομένων μερών ή και μονομερώς, είτε ακόμα και υπό τύπου γενναιόφρονος χαριστικής παροχής.

Διάκριση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έτσι κατ΄ εφαρμογή αυτών παρατηρούνταν δύο ειδών παραχώρησης, η εκούσια και η ακούσια παραχώρηση.
Εκούσια παραχώρηση είναι αυτή που συνομολογείται με την θέληση της παραχωρούσας χώρας έναντι ανταλλαγμάτων και συνηθέστερα μετά από δημοψήφισμα.
Ακούσια παραχώρηση λέγεται αυτή που συμβαίνει κατ΄ επιταγή του νικητή επί του ηττημένου μέρους μετά από πολεμική σύγκρουση.
Για παράδειγμα εκούσια παραχώρηση ήταν η υπό της Ισπανίας παραχώρηση της Φλώριδας στις ΗΠΑ το 1819, ή η Αλάσκα στις ΗΠΑ. Ενώ ακούσια ήταν η υπό της Ισπανίας παραχώρηση της Κούβας και των Φιλιππίνων στις ΗΠΑ το 1898.
Συγκεκαλυμμένη παραχώρηση χαρακτηρίστηκε ιδιαίτερα η λεγόμενη εκμίσθωση εδάφους (δείτε παρακάτω) π.χ. του Κιάου - Τσέου της Κίνας στη Γερμανία το 1898 για 99 χρόνια, όπως επίσης και του Χονγκ - Κονγκ στη Βρετανία.

Αιτίες παραχώρησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με την διεθνή πρακτική σημαντικότεροι λόγοι παραχώρησης που μπορεί ν΄ αφορά έκταση γης, θάλασσας, ή λίμνης, ή και εναέριο χώρο. είναι:

  1. Διεθνείς δουλείες
  2. Διαρκής εξουδετέρωση
  3. Τοπικό χρέος
  4. Οικονομικά βάρη ιδιωτικού δικαίου
  5. Επιστημονική έρευνα
  6. Εκμίσθωση

Ανάλογα της αιτίας της συνομολόγησης της παραχώρησης χαρακτηρίζεται και η συνθήκη περί αυτής.

Εκμίσθωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ειδικότερα από τα μέσα του 19ου αιώνα, στη διεθνή πρακτική εισήχθηκε ο όρος παραχώρηση υπό τύπου εκμίσθωσης. Συνηθέστερα ο τύπος αυτός αφορούσε μεγάλη χρονική περίοδο της τάξεως, κατά το πλείστον, των 99 ετών. Στις περιπτώσεις αυτές η μεν «υψηλή κυριότητα» - κυριαρχία παραμένει στο κράτος πλην όμως η ενάσκηση αυτής επιχειρείται από το έτερο κράτος που ουσιαστικά κυβερνά, εκδίδοντας νόμους, διατάγματα, νόμισμα κ.λπ., υποχρεωτικούς για τον εγχώριο πληθυσμό. Και στη περίπτωση αυτή οι όροι της εκμίσθωσης καθορίζονται με συμβάσεις παραχώρησης που ποικίλλουν.
Τέτοιες συνθήκες – συμβάσεις υπήρξαν πολλές όπως π.χ. Ευρωπαϊκών χωρών μετά της Κίνας που ήταν και οι σημαντικότερες αλλά και πλήθος άλλων για εξυπηρέτηση αναγκών στρατιωτικών βάσεων.

Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα της Ελλάδος 1975 και συγκεκριμένα με το άρθρο 36 παράγραφος 2 προβλέπεται περίπτωση παραχώρησης μόνο κατόπιν νόμου, χωρίς έτσι να την αποκλείει, παρότι ο εκάστοτε πρόεδρος της Δημοκρατίας μεταξύ άλλων "ομνύει ...να υπερασπίζεται την ακεραιότητα της χώρας". Σημειώνεται ακόμη ότι η έκδοση του σχετικού νόμου μπορεί να γίνει σε συνθήκη και με κρυφά άρθρα και μάλιστα χωρίς πρόβλεψη για διενέργεια δημοψηφίσματος, παραμερίζοντας έτσι τη γνώμη του "κυρίαρχου λαού".

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Girond: "Le plébiscite International" (1920)
  • David: "Les plébiscites et les cessions de territoires" (1918)
  • Gerald: "Des cessions déguisées de territoires" (1904)
  • Stoerk: "Optien und Plebiscit bei Eroberungen und Gebietscessionen" (1879)

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" τομ.ΙΘ΄ σελ.677.
  • "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου", τομ.15ος, σελ.529.