Οικολογία της συμπεριφοράς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Οικολογία της συμπεριφοράς είναι η μελέτη της οικολογικής και εξελικτικής βάσης για την συμπεριφορά των ζώων, και το ρόλο της συμπεριφοράς που καθιστά ικανό ένα ζώο να προσαρμοστεί στο περιβάλλον του.

Η οικολογία της συμπεριφοράς εμφανίστηκε στο προσκήνιο από την ηθολογία μετά τον Νίκο Τινμπέργκεν (Niko Tinbergen) (μια δημιουργική μορφή στη μελέτη της συμπεριφοράς των ζώων), που περιέγραψε τις τέσσερις αιτίες (κίνητρα, αφορμές) της συμπεριφοράς. Αυτές οι τέσσερις αιτίες μπορούν να ομαδοποιηθούν σε δύο μεγαλύτερες κατηγορίες (απόλυτες και προσεγγιστικές (κατά προσέγγισιν) αιτίες).

Έσχατες αιτίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι δύο αιτίες που συνεισφέρουν στην έσχατη αιτιολόγηση είναι οι φυλογενετικές συνέχειες, οι οποίες συνεισφέρουν στην ανάπτυξη της συμπεριφοράς και η σημασία της προσαρμογής. Οι φυλογενετικοί περιορισμοί είναι γενικώς παράγοντες που μπορούν να σταματήσουν μια γενεαλογία, αναπτύσσοντας ορισμένα συμπεριφορικά ή μορφολογικά γνωρίσματα. Για αυτό το λόγο, δεν είναι συμπτωματικό το ότι γενικά τα πουλιά έχουν τη δυνατότητα να πετάνε, ενώ τα θηλαστικά δε μπορούν. Η εξελικτική ιστορία αυτών των γενεαλογιών ευεργέτησε τα πουλιά με την ικανότητα της πτήσης και τα θηλαστικά με πόδια που πατούν στο έδαφος. Η σημασία της προσαρμογής είναι παρόμοια με την ερώτηση για το πιο γνώρισμα είναι καλό σε ένα εξελικτικό περιβάλλον. Επομένως, η σημασία της προσαρμογής της πτήσης στα πουλιά μπορεί να ενδυνάμωσε τους πρόγονους τους για να γλυτώσουν από τα αρπακτικά. Ωστόσο, δεν είναι αρκετό να χρησιμοποιούμε αυτές τις εξηγήσεις όταν μας φαίνονται βολικές. Σε αυτές τις εξηγήσεις έχει δοθεί το όνομα Just So Stories' από κάποιους βιολόγους μετά τις παιδικές ιστορίες του Ράντγιαρντ Κίπλινγ (Rudyard Kipling) για το πως τα ζώα κατέληξαν να είναι όπως είναι. Για να είμαστε ακριβείς, κάποιος πρέπει να κάνει μια υποθετική σκέψη και αργότερα να τη δοκιμάσει επιστημονικά. Οπότε, για την πτητική ικανότητα των πουλιών, μπορεί κανείς να υποθέσει πως όταν τα πουλιά πάψουν να κινδυνεύουν να φαγωθούν, μπορεί να χάσουν την ικανότητα τους να πετάνε. Αυτό παρατηρήθηκε στην πτηνοπανίδα των νησιών της Ωκεανίας όπως η Νέα Ζηλανδία. Ιστορικά αυτές οι περιοχές δεν είχαν αρπακτικά θηλαστικά οπότε είχαν μεγαλύτερη αναλογία σε είδη πετούμενων πτηνών σε σύγκριση με άλλες περιοχές που τα πτηνά ήταν εκτεθειμένα σε αρπακτικά θηλαστικά

Προσεγγιστικές αιτίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι προσεγγιστικές αιτίες διαιρούνται σε δύο παράγοντες οι οποίοι είναι οι οντογενετικοί παράγοντες και οι μηχανικοί παράγοντες. Οι οντογενετικοί παράγοντες είναι το σύνολο των βιωμάτων διαμέσου της διάρκειας ζωής ενός ατόμου από τη γέννηση έως το θάνατο. Οι μηχανικοί παράγοντες, όπως φαίνεται και από το όνομα τους, είναι οι διαδικασίες του σώματος που δημιουργούν τη συμπεριφορά όπως η επίδραση των ορμονών στη συμπεριφορά και η νευρωνική βάση της συμπεριφοράς.

Πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα μιας συμπεριφοράς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οικολογία της συμπεριφοράς συμφωνεί με άλλες περιοχές της εξελικτικής βιολογίας, ενσωματώνοντας έναν αριθμό τεχνικών οι οποίες είναι δανεισμένες απο την θεωρία του οπτιμισμούΟπτιμισμός είναι μια αρχή που ορίζει στρατηγηκές οι οποίες προσφερουν το υψηλότερο κερδος σε ένα ζώο δεδομένου όλους τους παράγοντες και τους περιορισμούς που αντιμετωπίζει το ζώο. Ένας από τους απλούστερους τρόπους να φτάσει στη βέλτιστη λύση είναι να κάνει μια ανάλυση κόστους/όφελους. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα μιας συμπεριφοράς, ,μπορεί να δει πως αν το κόστος υπερτερεί του όφελους τότε η συμπεριφορά δεν θα αναπτυχθεί και αντιστρόφως. Αυτό σχετίζεται και με το πως η έννοια της αλλαγής γίνεται σημαντική. Αυτό συμβαίνει επειδή σπάνια αξίζει ένα ζώο να επενδύσει μέγιστη προσπάθεια σε οποιαδήποτε μεμονομένη ενέργεια. Για παράδειγμα, το σύνολο του χρόνου που ένα ψυχρόαιμο ζώο όπως η σαύρα ξοδεύει για εύρεση τροφής δεσμεύεται από τη θερμοκρασία του σώματος της. Η ικανότητα χώνευσης της τροφής επηρεάζεται επίσης από την αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος της. Οι σαύρες αυξάνουν τη θερμοκρασία του σώματος τους λουφάζοντας στον ήλιο. Ωστόσο, όσο χρόνο περνάει λουφάζοντας τόσο μειώνει το χρόνο για αναζήτηση τροφής. Το λούφασμα επίσης αυξάνει το ρίσκο να γίνει θύμα κάποιου αρπακτικού. Επομένως, ο κατάλληλος χρόνος λουφάσματος είναι αποτέλεσμα του απαραίτητου χρόνου για να ζεστάνει το σώμα της ώστε να φέρει εις πέρας τις δραστηριότητες της όπως είναι η εύρεση τροφής. Αυτό το παράδειγμα μας δείχνει τον τρόπο με τον οποίο η αναζήτηση τροφής δεσμεύει την ανάγκη της για λούφασμα (εσωτερικό περιορισμό) και την πίεση των αρπακτικών (εξωτερικό περιορισμό).

Φυσική επιλογή και εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τελικά, κάθε συμπεριφορά είναι θέμα της φυσικής επιλογής όπως συμβαίνει σε κάθε ιδιαίτερο γνώρισμα κάποιου ζώου. Επομένως τα ζώα που έχουν ευνοϊκότερες στρατηγικές όσον αφορά τη συμπεριφορά τους προς το περιβάλλον μπορούν γενικά να αφήσουν μεγαλύτερους αριθμούς απογόνων από τους ευνωϊκότερους του ίδιου είδους. Τα ζώα που αφήνουν μεγαλύτερο αριθμό απογόνων από άλλα του δικού τους είδους λέγεται ότι έχουν καλύτερη προσαρμογή. Ωστόσο, η αλλαγή του περιβάλλοντος κατά τη διάρκεια του χρόνου μας δείχνει ότι μια θετική συμπεριφορά του σήμερα μπορεί να μην είναι η καλύτερη συμπεριφορά σε 10.000 χρόνια ή ακόμα και σε 10 χρόνια. Η συμπεριφορά των ζώων άλλαξε και θα συνεχίζει να αλλάζει αντιδρώντας στο περιβάλλον. Η οικολογία της συμπεριφοράς είναι ο καλύτερος τρόπος να μελετηθούν αυτές οι αλλαγές. Όπως έγραψε και ο μεγάλος γενετιστής Theodosius Dobzhansky (Θεοδόσιος Ντομπζάνσκι) τη φημισμένη φράση του, "τίποτα δε βγάζει νόημα στη βιολογία παρά μόνο αν ειδωθεί κάτω από το πρίσμα της εξέλιξης ".

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • J.R. Krebs and Nicholas Davies, An Introduction to Behavioural Ecology [ISBN 0632035463]
  • J.R. Krebs and Nicholas Davies, Behavioural Ecology: an evolutionary approach [ISBN 0865427313]