Νομικό πρόσωπο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Νομικό πρόσωπο χαρακτηρίζεται μια ένωση φυσικών προσώπων ή ομάδα περιουσίας που έχει αυτοτελώς ικανότητα Δικαίου, είναι δηλαδή υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Δίκαιο ως πρόσωπα θεωρεί και ενώσεις φυσικών προσώπων ή περιουσίας για την θεραπεία κοινωνικών αναγκών. Έτσι το "νομικό πρόσωπο" (αν και πράγματι δεν υπάρχει τέτοιο στη φύση) αναγνωρίζεται όμως «κατά πλάσμα δικαίου» ως υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς με αυτοτελή ικανότητα Δικαίου

Η αναγνώριση αυτή, νομικής προσωπικότητας, σε ένωση προσώπων, ανεξάρτητης εκείνης που αναγνωρίζεται επιμέρους στα φυσικά πρόσωπα - μέλη της, είναι δημιούργημα των τελευταίων αιώνων και αποσκοπεί κυρίως στη διευκόλυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Έτσι ένα νομικό πρόσωπο μπορεί να αποκτά δικαιώματα και υποχρεώσεις χωρίς να δεσμεύονται από αυτά τα μέλη του, να πράττει δηλαδή "ιδίω ονόματι". Το νομικό πρόσωπο δεσμεύεται από τις πράξεις των οργάνων του και αποκτά δικαιώματα και υποχρεώσεις με απόφασή τους.
Στα νομικά πρόσωπα κρίσιμες είναι οι εξουσίες διαχείρισης (εσωτερικές σχέσεις) και εκπροσώπησης (σχέσεις με τρίτους). Το ποιο όργανο τις έχει, καθορίζεται από το νόμο και από το καταστατικό ή τον κανονισμό εσωτερικής λειτουργίας του νομικού προσώπου. Το εσωτερικά αυτά έγγραφα εξειδικεύουν στο πλαίσιο του νόμου ποιο όργανο και με ποιο τρόπο χρειάζεται να αποφασίσει, προκειμένου το νομικό πρόσωπο να αναλάβει ένα δικαίωμα ή μια υποχρέωση.

Σύσταση - λειτουργία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για τη σύσταση - ίδρυση οποιουδήποτε νομικού προσώπου απαιτείται προηγουμένως έγγραφη πράξη η οποία και αποτελεί τη συστατική ή ιδρυτική πράξη, το καταστατικό, ή τον οργανισμό του νομικού προσώπου στο οποίο αναφέρεται η επίσημη επωνυμία του.
Κάθε νομικό πρόσωπο έχει τη μόνιμη έδρα του. Ως έδρα χαρακτηρίζεται ο τόπος της μόνιμης εγκατάστασής του, πόλη - διεύθυνση, απ΄ όπου εκπέμπονται οι εντολές του ή συγκεντρώνονται τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων του. Η έδρα προσδιορίζεται στη καταστατική πράξη του νομικού προσώπου.

Το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Επί πολυμελών διοικήσεων οι αποφάσεις λαμβάνονται, εκτός αν ορίζεται άλλως στο καταστατικό, με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων (δηλαδή το ήμισυ συν μία ψήφος). Από δε το καταστατικό ορίζεται και ο ελάχιστος αριθμός παρόντων μελών της διοίκησης για την ύπαρξη απαρτίας.
Αν για οποιοδήποτε λόγο το Νομικό Πρόσωπο στερείται διοίκησης, τότε το Πρωτοδικείο της περιοχής που εδρεύει το Ν.Π., κατόπιν αίτησης παντός έχοντος έννομο συμφέρον, διορίζει προσωρινή διοίκηση.

Διάκριση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα νομικά πρόσωπα με βάση τον τρόπο ίδρυσης και τον σκοπό για τον οποίο ιδρύονται και επιδιώκουν διακρίνονται σε:

  1. Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ): Χαρακτηρίζονται εκείνα των οποίων ο σκοπός αφορά την εξυπηρέτηση και την επιτέλεση κάποιας κρατικής λειτουργίας ή υπηρεσίας. Πρότυπο Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου είναι (κατά λειτουργία) η ίδια η Πολιτεία (το Κράτος) άλλα χαρακτηριστικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου είναι οι Οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (δήμοι και περιφέρειες) η Εκκλησία της Ελλάδος, το Ν.Α.Τ., το Ι.Κ.Α. κλπ. και
  2. Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ): Χαρακτηρίζονται εκείνα που ιδρύονται από ιδιώτες και συνεπώς ακολουθούν τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου.

Συνήθως τα ΝΠΔΔ ιδρύονται από το κράτος με ιδιαίτερους κανόνες και αναλαμβάνουν δικαιώματα και υποχρεώσεις ανεξάρτητα από αυτό με βάση τους όρους του νόμου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλα τα νομικά πρόσωπα που ανήκουν στο κράτος είναι απαραίτητα και δημοσίου δικαίου. Αντίθετα τα ΝΠΙΔ τα ιδρύουν ιδιώτες και ρυθμίζονται από το ιδιωτικό Δίκαιο.

Κυριότερες κατηγορίες Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου κατά το ελληνικό Αστικό Δίκαιο και Εμπορικό Δίκαιο είναι:

Διάλυση Ν.Π.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Νομικό Πρόσωπο διαλύεται όταν επιτευχθεί ο σκοπός του για τον οποίο συνεστήθη, είτε σε άλλους λόγους σύμφωνα με το καταστατικό, ή άλλους νόμους ανάλογα. Την διάλυσή του ακολουθεί η εκκαθάριση της περιουσίας του, ήτοι εξόφληση χρεών, είσπραξη οφειλών κ.λπ. στη διάρκεα της οποίας το νομικό πρόσωπο θεωρείται μεν υπάρχον πλην όμως "τελούν υπό εκκαθάριση" που σημαίνει χωρίς έτερες αναλήψεις δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων.

Η περιουσία του διαλυθέντος Νομικού Προσώπου, κινητή και ακίνητη, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο, ή το καταστατικό του, ή από τη συστατική του πράξη, ή υπό αρμοδίου περί αυτού οργάνου, περιέρχεται στο Δημόσιο (στο κράτος).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" τομ.ΙΗ΄, σελ.355 και τομ.Γ΄ (συμπλήρωμα) σελ.835.
  • Κ. Βαρσάμου - Γ. Μαργέτη "Στοιχεία Δικαίου" - Εκδ. Ε. Σταυριδάκη, Πειραιεύς (χ.έ.)