Νικόμαχος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Νικόμαχος ήταν γραμματικός και «αναγραφέας νόμων» στην αρχαία Αθήνα, με αντικείμενό του την επίσημη αναγραφή νόμων του κράτους σε ειδικές στήλες. Χαρακτηρίζεται όμως από το ρήτορα και δικηγόρο Λυσία ως σκλάβος και πλαστογράφος.

Σύμφωνα με τον Λυσία ο Νικόμαχος στην αρχή εκμεταλλεύθηκε το δημόσιο χρήμα καθυστερώντας επί χρόνια την αντιγραφή των νόμων που του είχε ανατεθεί το 411 π.Χ. και κωλυσιεργώντας παρέτεινε τη μισθοδοσία του. Στη συνέχεια, το 405 π.Χ. δωροδοκήθηκε ή εκβιάστηκε αλλά πάντως πείσθηκε από τους ολιγαρχικούς να παρουσιάσει μέσα σε μία ημέρα έναν ανύπαρκτο νόμο βάσει του οποίου «καταδικάστηκε σε θάνατο ο πολιτικός Κλεοφώντας και αργότερα και άλλοι δημοκρατικοί πολίτες».

Άλλοι εντούτοις δεν φαίνεται να βλέπουν τον Νικόμαχο με αυτή την αυστηρή ματιά και ήταν πολλοί εκείνοι που τον καλούσαν να γνωμοδοτήσει για διάφορα θέματα αντιμετωπίζοντας τον με σεβασμό και ως βαθύ γνώστη του νόμου.

Η ζωή του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελάχιστα είναι γνωστά για το Νικόμαχο και ένας άλλος συνονόματος του που αναφέρεται από τον Ισοκράτη[1], ίσως να μην είναι ο ίδιος λένε οι ειδικοί. Τα περισσότερα στοιχεία για το συγκεκριμένο αναγραφέα ή νομοθέτη, τα έχουμε από τον Λυσία, ο οποίος υπαινίσσεται ότι πατέρας του ήταν σκλάβος και ο ίδιος απελεύθερος[2]. Τη δωροδοκία ή εκβίαση του Νικόμαχου αναφέρουν έμμεσα πολλές πηγές, όμως ο Λυσίας είναι πιο αναλυτικός στο λόγο του «Κατά Νικομάχου ἀναγραφέως τῶν νόμων» και πιθανόν ο λόγος αυτός να αποτελεί και τη βασική πηγή πληροφόρησης των υπόλοιπων ιστορικών.

Σε αυτό το λόγο ο Λυσίας τάσσεται εναντίον του Νικομάχου για μια σειρά από πράξεις και παραλείψεις, μεταξύ των οποίων είναι το γεγονός ότι εκμεταλλεύθηκε το ελληνικό δημόσιο επί σειρά ετών. Αναφέρει ότι παρά την καταγωγή του έπεισε το δήμο να του εμπιστευτεί κάτι τόσο σοβαρό και υπεύθυνο όσο η αναγραφή νόμων. Στη συνέχεια ενώ έπρεπε να παραδώσει αυτή την εργασία σε ένα τετράμηνο, εκείνος την παρέτεινε επτά χρόνια προφασιζόμενος ότι επρόκειτο για μεγάλο όγκο έργου. Εν τω μεταξύ έπαιρνε χρήματα από διάφορους και κατά καιρούς παρουσίαζε –λέει ο Λυσίας- εκδοχές νόμων ανάλογα με τις συνθήκες. Αν και τον κατηγορεί για πονηρία, πάντως, δεν αναφέρει τη δωροδοκία ως λέξη και την αφήνει να αιωρείται - «έπαιρνε χρήματα» δηλαδή μπορεί να σήμαινε και ότι συνέχιζε να πληρώνεται όσο συνέτασε νόμους[3]. Μιλά πάντως ευθέως για την αυθαιρεσία του αναφέροντας ότι «του ανέθεσαν να καταγράψει νόμους του Σόλωνα κι αυτός έγινε Σόλωνας ο ίδιος»

Οι νόμοι αυτοί χρειάστηκε να καταγραφούν επίσημα μετά το 411 π.Χ επειδή τόσο η αναστάτωση που είχε προκαλέσει η ήττα στη Σικελία όσο και η πολιτειακή αλλαγή (επιβολή ολιγαρχίας για αρκετούς μήνες) είχαν σαν αποτέλεσμα κάποιοι να προσπαθήσουν και να πετύχουν την αλλοίωση της ισχύουσας νομοθεσίας, δηλαδή τους νόμους που είχαν ψηφιστεί επί Δράκοντα και Σόλωνα, αλλά και από τις συνεδριάσεις της Βουλής. Αποφασίστηκε μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας να καθαραγραφούν επισήμως όλοι οι ισχύοντες νόμοι ώστε να μη μπορεί κανείς να εκμεταλλεύεται κενά της δικαιοσύνης ή να επικαλείται ψευδείς νόμους. Φαίνεται όμως -λέει ο Λυσίας- ότι οι Αθηναίοι που ζητούν από όλους λογαριασμό, δεν ζήτησαν ποτέ από τον έξυπνο Νικόμαχο που κατάφερε να αναλάβει το έργο και να μην το παραδώσει.

Ο Κλεοφών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν οι ολιγαρχικοί το 405 π.Χ. αποφάσισαν να εξουδετερώσουν τον πολιτικό Κλεοφώντα, που ήταν κατά της ειρήνης με τη Σπάρτη, τον συνέλαβαν με την κατηγορία ότι μια νύχτα δεν παρουσιάστηκε να κοιμηθεί στο στρατόπεδο ως όφειλε, αλλά κοιμήθηκε στο σπίτι του. Αυτή η κατηγορία δεν αρκούσε για να καταδικαστεί σε θάνατο και δωροδόκησαν τον Νικόμαχο να παρουσιάσει έναν νόμο σύμφωνα με τον οποίο σε εξαιρετικές συνθήκες επιτρεπόταν η Βουλή να συνδικάζει. Έτσι συμμετείχαν ως ένορκοι και εκπρόσωποι της Βουλής, η οποία στα τέλη του Πελοποννησιακού Πολέμου κυριαρχείτο από τους ολιγαρχικούς. Με τη συμμετοχή τους στη δίκη ως ενόρκων, ο Κλεοφών καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Ο Λυσίας αναφέρει ότι αυτό ήταν παράτυπο και ότι ο Νικόμαχος παρουσίασε την ημέρα της δίκης ένα νόμο κομμένο και ραμμένο ουσιαστικά στα μέτρα των ολιγαρχικών ώστε να μπορέσουν να συνδικάσουν τον Κλεοφώντα[4].

Οι άλλες παραλείψεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λυσίας έγραψε αυτή τη μηνυτήρια αναφορά για λογαριασμό κάποιου πολίτη, που θεωρούσε τον Νικόμαχο ανακόλουθο και αναρμόδιο στο ζήτημα των θυσιών -επρόκειτο για τη διευθέτηση κόστους και τέλεσης θυσιών για την οποίες υπήρχαν σχετικοί νόμοι. Όπως αναφέρει ο μηνυτής (ή ο Λυσίας που συνέγραψε το κείμενο) ο Νικόμαχος συστηματικά επί χρόνια ολόκληρα ήταν «γράψε-σβήσε» ανάλογα με τις ανάγκες εκείνων που ζητούσαν γνωμοδότηση. Για να υποστηρίξει τη θέση του επί του προκειμένου (του νόμου για τις θυσίες) ανέφερε παρεμπιπτόντως αλλά εκτενώς το βεβαρημένο παρελθόν του καταγγελλόμενου αναγραφέα ώστε να αποδείξει τη δολιότητά του σε όλα τα ζητήματα και όχι μόνον στων θυσιών.

Η συγκεκριμένη κατηγορία του απαγγέλθηκε το 399 π.Χ., όταν συνέχιζε να είναι αναγραφέας και δεν ξέρουμε τι τύχη είχε -ποια ήταν τελικά η απόφαση. Ακόμα κι αν ήταν καταδικαστική πάντως, δεν θα αφορούσε παρά το συγκεκριμένο ζήτημα που ετίθετο, δηλαδή την αναγραφή και των αρχαιότερων θυσιών που είχαν παραλειφθεί από τις στήλες και δεν θα αφορούσε το γενικότερο βίο και πολιτεία του συγκεκριμένου αναγραφέα νόμων ή κατ' άλλους και νομοθέτη.

Ο Νικόμαχος πάντως υπηρέτησε διαρκώς σε αυτή τη θέση από το 411 π.Χ. με μικρό διάλειμμα επί Τριάκοντα τυράννων, όταν όπως και πολλοί άλλοι, εξορίστηκε. Φαίνεται όμως, πως είχε γενικά κύρος γνώστη των νόμων και ζητείτο συχνά η γνωμοδότησή του παρόλα αναφέρει ο Λυσίας. Στο δε συγκεκριμένο ζήτημα, ο Νικόμαχος είχε αναγράψει σε στήλες πόσες θυσίες θα πλήρωνε το κράτος και σε ποιο κόστος για τις θρησκευτικές γιορτές των Αθηναίων και κάποιος (ή κάποιοι) πολίτες διαφωνούσαν και θεωρούσαν ότι κάποιες αρχαιότερες και πατροπαράδοτες θυσίες που όφειλε να «επιχορηγήσει» τρόπον τινά το κράτος, είχαν παραλειφθεί.

Όσον αφορά τη λογοδοσία του Νικομάχου, για την οποία ο Λυσίας απορεί στο κείμενό του «πώς την απέφυγε τόσα χρόνια και παρέτεινε δουλειές ημερών ή μηνών επί χρόνια ολόκληρα», άλλοι συγγραφείς θεωρούν ότι δεν ήταν απαραίτητη. Αναφέρουν ότι για την αναγραφή των νόμων είχαν συσταθεί επιτροπές ολόκληρες που ανανεώνονταν ανά τετραετία -ο Νικόμαχος απλώς μετείχε και στις δύο επιτροπές.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ισοκράτης, 18.10
  2. Λυσίας, "Κατά Νικομάχου αναγραφέως" Λυσίας, xxx.2
  3. Λυσίας, "Κατά Νικομάχου αναγραφέως" Λυσίας, xxx.2
  4. Λυσίας, "Κατά Νικομάχου αναγραφέως" Λυσίας, xxx.11

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ξενοφών, Ελληνικά 1.7.35
  • Λυσίας, "Κατά Νικομάχου αναγραφέως" ή "Κατά Νικομάχου γραμματέως ευθυνών κατηγορία"
  • Λυσίας, "Υπέρ Αριστοφάνους περιουσίας"
  • "The School of History: Athens in the Age of Socrates" του Mark Henderson Munn
  • "Lysias" του Stephen Charles Todd