Μπίμποπ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το μπίμποπ είναι ένα είδος της τζαζ μουσικής που εμφανίστηκε στη δεκαετία του 1940. Λίγα χρόνια αργότερα, το στυλ του χαρντ μποπ εξελίχθηκε από το μπίμποπ.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μπίμποπ θεωρείται γενικά έργο δύο σημαντικών μουσικών της τζαζ, του Τσάρλι Πάρκερ, ο οποίος καθιέρωσε τη μελωδική φρασεολογία και δημιούργησε την τεχνοτροπία και του Ντίζι Γκιλέσπι που την κωδικοποίησε και αποκάλυψε τις δυνατότητες της. Αρκετοί ακόμα μουσικοί που ανήκουν στο ρεύμα του σουίνγκ αποτέλεσαν σημαντική επιρροή για την διαμόρφωση του μπίμποπ, όπως ο Λέστερ Γιανγκ και ο Κόλμαν Χώκινς.

Το είδος του μπίμποπ εξελίχθηκε στις αρχές του 1940 και απέκτησε ένα ευρύτερο κοινό περίπου στα 1945. Σε αντίθεση με το σουίνγκ, θεωρήθηκε αρκετά τεχνικό ή πολύπλοκο και δεν είχε ποτέ την ίδια εμπορική απήχηση. Ο ίδιος ο Γκιλέσπι υποστήριξε πως η ιδιαίτερη τεχνική που απαιτούσε το μπίμποπ ήταν στην πραγματικότητα ένας εκ των στόχων του προκειμένου να ανυψώσει το μουσικό αυτό είδος σε υψηλά επίπεδα, προσβάσιμα μόνο σε πολύ ικανούς μουσικούς. Από την άλλη πλευρά, παλαιότεροι τζαζ μουσικοί, αλλά και ο Λούις Άρμστρονγκ εξέφρασαν την αντίθεση τους στο μπίμποπ.

Ύφος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην ουσία, η διαφοροποίηση του μπίμποπ από άλλα είδη της τζαζ έγκειται σε έναν ακόμα καταμερισμό του ρυθμού. Μετά τα 2/2 του στυλ της Νέας Ορλεάνης και τα 4/4 του σουίνγκ, οι Πάρκερ και Γκιλέσπι παρουσίασαν τα 8/8 χρησιμοποιώντας έναν έντονο τονισμό στις αλλαγές συγχορδιών της σύνθεσης. Το γεγονός ότι έπαιζαν κι οι δυο πολύ γρήγορα ήταν λιγότερο σημαντικό από τη δυνατότητα τους να εκμεταλλεύονται απόλυτα τις ρυθμικές προεκτάσεις.

Αναπτύσσοντας ένα σύστημα υποκατάστατων συγχορδιών που υπερθέτει ο εκτελεστής πάνω στις αρχικές, και παίζοντας σε διπλό χρόνο (παίζοντας τα σολιστικά τμήματα σε διπλή ρυθμική αγωγή από την αρχική), ο Πάρκερ ουσιαστικά άλλαξε το πρόσωπο της τζαζ.

Η επιδέξια χρήση πολλών μουσικών κλιμάκων στην ίδια σύνθεση άνοιγε νέους ορίζοντες στην έμπνευση και στις ιδέες των εκτελεστών. Τα αυτοσχεδιαζόμενα σόλο ήταν πολύπλοκες παραλλαγές ή νέες συνθέσεις που βασίζονταν περισσότερο στην αρμονία παρά στη μελωδία της σύνθεσης.

Ουσιαστική αλλαγή έγινε ακόμα και στην εμφάνιση των καλλιτεχνών. Σε αντίθεση με τους καλοντυμένους κι ευπαρουσίαστους μουσικούς του ντίξιλαντ και του σουίνγκ, που έπαιζαν μουσική χορού κυρίως σε πολυτελέστατα κέντρα με άπλετο φωτισμό, οι μουσικοί του μπίμποπ ντύνονταν απλά, με καθημερινά ρούχα, άφηναν γένια και έπαιζαν συνήθως σε μπαρ με λίγο φωτισμό και με ατμόσφαιρα κατάλληλη να τους εμπνέει. Στην περίοδο αυτή βλέπουμε να εισάγεται και η ευρεία χρήση ναρκωτικών από τους μουσικούς.

Ανάμεσα στους μαθητές του Πάρκερ ήταν ο Μάιλς Ντέιβις που δημιούργησε ένα βραχύβιο συγκρότημα, τους "Birth Of The Cool" που αντικατέστησε τις υπερβολές του Μποπ με πιο ήπια δομή και υποσχέθηκε ότι θα προσέφερε πολλά πράγματα στην επόμενη δεκαετία. Ο Ντέιβις αντικατέστησε τα τροπικά πρότυπα (που δεν βασίζονται στους δύο κύριους τρόπους, μείζονα και ελάσσονα) με πιο συμβατικά αρμονικά πρότυπα, μια αντίληψη που χαρακτηρίζει έκτοτε την τζαζ. Οι θεωρίες του Ντέιβις όμως αποδείχθηκαν αρνητικές για τον τενόρο σαξοφωνίστα Τζων Κόλτρεϊν και τον Σόνυ Ρόλινς γιατί στο παίξιμο τους ο αριθμός των αρμονικών αλλαγών που «στριμώχνονταν» η μία πάνω στην άλλη σε μεγάλο αριθμό.

Μια λύση προσπάθησε να δώσει ο σαξοφωνίστας Ορνέτ Κόουλμαν, ο οποίος δημιούργησε την «ελεύθερη μορφή» (free form) εγκαταλείποντας την διαδικασία τής «διαφωνίας προς την λύση», τις ενδείξεις του χρόνου και τις τονικότητες. Ωστόσο, το έργο συγχρόνων του Κόουλμαν όπως οι Όσκαρ Πίτερσον, Μπάντυ Ριτς, Σταν Γκετς και Γουές Μοντγκόμερυ αποδείκνυε πως η τζαζ δεν είχε προσανατολιστεί παντελώς σ' αυτές τις κατευθύνσεις ακολουθώντας πιο παραδοσιακές τζαζ φόρμες.

Μουσικά δείγματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

(Πιθανόν να χρειαστείτε ειδικό λογισμικό για να ακούσετε τα παραπάνω μουσικά αρχεία)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]