Μονόχορδο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το μονόχορδο, από το έργο Musurgia Universalis του Αθανάσιου Κίρχερ (1650).

Το μονόχορδο υπήρξε αρχαίο μουσικό και επιστημονικό όργανο, το οποίο συνδέθηκε άρρηκτα με το έργο του αρχαίου φιλοσόφου και θεωρητικού της μουσικής Πυθαγόρα, ο οποίος το χρησιμοποιούσε και για να δίδασκει τους μαθητές του φιλοσοφία. Αν και η ονομασία του οργάνου παραπέμπει στη χρήση μίας και μόνης χορδής, στην πραγματικότητα δύο χορδές ήταν το πλέον σύνηθες: η μία εξ αυτών "ανοιχτή" και η άλλη εφαπτόμενη σε κινητό τάστο (λεγόμενο κοινώς και "καβαλάρης" ή "γέφυρα"). Στην απλούστερή του μορφή, το μονόχορδο φέρει μία χορδή που εκτείνεται επί ενός ακουστικού ηχείου (το κυρίως σώμα του οργάνου). Η χρήση κινητών τάστων επιτρέπει την ελεγχόμενη αλλοίωση του ύψους του τόνου, από την οποία προκύπτει η μεταξύ τους μαθηματική σχέση. Για παράδειγμα, εάν το τάστο τοποθετηθεί στο ήμιση του μήκους της χορδής, η μαθηματική σχέση που προκύπτει εκφράζεται με τον λόγο 1:2, η γνωστή στους μουσικούς οκτάβα, ή διάστημα ογδόης. Παρομοίως, εάν το τάστο τοποθετηθεί στα 4/5 του μήκους της χορδής προκύπτει το διάστημα μεγάλης τρίτης, στα 5/6 το διάστημα μικρής τρίτης κ.ο.κ.

Η λεγόμενη Πυθαγόρεια κλίμακα ή Πυθαγόρειος συγκερασμός (χόρδισμα) προκύπτει ακριβώς από τις μαθηματικές αναλογίες που εφαρμόστηκαν στο μονόχορδο. Οι μαθηματικές σχέσεις των μουσικών διαστημάτων περιγράφονται με μεγάλη λεπτομέρεια από τον αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο και μαθηματικό Νικόμαχο, στα έργα του "Εγχειρίδιον Αρμονικής" και "Αριθμητική Εισαγωγή".

Σχεδιάγραμμα με τις μαθηματικές σχέσεις που προκύπτουν στο μονόχορδο: στα 3:4 διάστημα τετάρτης, στα 2:3 διάστημα πέμπτης και στα 2:1 διάστημα ογδόης.

Εξέλιξη του μονόχορδου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μονόχορδο απεικονίστηκε σε δεκάδες πραγματείες των μουσικοθεωρητικών του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης (π.χ. Γκουίντο ντ' Αρέτσο, Βοήθιος κλπ), ως το κύριο μέσο πρακτικής απόδειξης της σχέσης μαθηματικών και μουσικής· υπήρξε δε κύριο εργαλείο των οργανοποιών, μέχρις ότου αντικαταστάθηκε από το διαπασών (τονοδότης, ή και έλασμα χορδίσματος). Στην καθαυτή μουσική εικάζεται πως δεν είχε κάποια σπουδαία πρακτική εφαρμογή καθώς περιοριζόταν στην επιστημονική του χρήση. Άμεσος απόγονος του μονόχορδου θεωρείται η τρόμπα μαρίνα, ένα παρόμοιο μονόχορδο όργανο, με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τον ήχο του, ο οποίος προσιδιάζει μ' αυτόν της τρομπέτας.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Anthony Baines, The Oxford Companion to Musical Instruments, Oxford 1992 ISBN 0-19-311334-1
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Monochord της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).