Λάνγκστον Χιουζ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
O Λάνγκστον Χιουζ το 1936

Ο Λάνγκστον Χιουζ (Langston Hughes) ήταν αφροαμερικάνος ποιητής, από τις πλέον αντιπροσωπευτικές φυσιογνωμίες και εμπνευσμένους ποιητές της φυλής του. Γεννήθηκε στο Τζόπλιν του Μισούρι το 1902 και πέθανε στη Νέα Υόρκη το 1967.

Οι γονείς του ζούσαν χωρισμένοι κι έτσι ο μικρός Λάνγκστον στάλθηκε να ζήσει με τη γιαγιά του στο Λώρενς του Κάνσας. Εκεί βρήκε αργότερα δουλειά κι η μητέρα του σε θέση γραμματέα ενός νέγρου δικηγόρου. Ήθελε να δώσει στο παιδί της κάποια μόρφωση και το έστειλε στο σχολείο της περιοχής. Ήταν σχολείο λευκών κι οι σχολικές αρχές αρνήθηκαν να το δεχτούν. Μα η μητέρα του πολέμησε για το δικαίωμα του παιδιού της. Έμειναν έκπληκτοι με την τόλμη της και τελικά ο Λάνγκστον έγινε δεκτός.

Δέχτηκε το μίσος των δασκάλων, οπαδών των φυλετικών διακρίσεων, αντιμετώπισε την οργανωμένη αντίδραση των συμμαθητών του, υπόμεινε το αργό τσάκισμα του εγωισμού του. Στο τέλος μπόρεσε να παρακολουθήσει γυμνάσιο στο Κλίβελαντ του Οχάιο, όπου άρχισε να διαμορφώνεται η προσωπικότητά του.

Ήταν για τη σχολική εφημερίδα, την Κουκουβάγια του Καμπαναριού, που έγραψε τα πρώτα του ποιήματα. Σ' όλη τη διάρκεια των γυμνασιακών του χρόνων έγραφε στίχους. Με την αποφοίτησή του ήταν πια δόκιμος ποιητής. Ταξιδεύοντας με το τρένο για να συναντήσει τον πατέρα του στο Μεξικό, έγραψε ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά ποιήματά του, Ο Νέγρος μιλάει για ποτάμια. Ο πατέρας του φρόντισε να τον στείλει για σπουδές. Ο Λανγκστον διάλεξε το Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Μετά ενάμισι χρόνο τα παράτησε - συμπλήρωσε όμως αργότερα τη μόρφωσή του στο Πανεπιστήμιο Λίνκολν - κι άρχισε τα ταξίδια σ' αναζήτηση δουλειάς και περιπέτειας.

Η φήμη του ως ποιητή καθιερώθηκε, όταν γύρισε ξανά στην Αμερική. Αυτό έγινε και με τη συμπαράσταση του μεγάλου Αμερικανού ποιητή Βέιτσελ Λίντσυ. Από εκείνη τη στιγμή η άνοδος του Λάνγκστον ήταν σταθερή. Τα έργα του αντανακλούν τα αισθήματά του για το λαό του με τις χαρές και τις λύπες του, τη φτώχεια του και τις ελπίδες του. Ο στίχος του είναι μια λυρική διαμαρτυρία, ένα σιγανό παράπονο, μια ναρκωμένη ελπίδα.

Τα Βαριεστημένα Μπλουζ (1926), τα Όμορφα Ρούχα για τον Εβραίο (1927), ο Αξιαγάπητος θάνατος (1931), Ο Φύλακας του Ονείρου (1932), Ένα καινούργιο τραγούδι (1938), Ο Σαίξπηρ στο Χάρλεμ (1942), Αγροί θαυμάτων (1947) και Εισιτήριο μιας διαδρομής (1949) είναι συλλογές με ποιήματα πονεμένα, με κραυγές απόγνωσης, γραμμένα με πύρινη σφραγίδα, ποτισμένα με καυτό δάκρυ και μια διάχυτη λαχτάρα για ισότητα και αδελφοσύνη. Η ποιητική συλλογή του "Ο Πάνθηρας και το Μαστίγιο" (1967) εκδόθηκε μετά το θάνατό του.

Ο Χιουζ ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση, προσχώρησε στο κομμουνιστικό κόμμα για πολλά χρόνια, μα στο 1950 κατήγγειλε την κομμουνιστική ιδεολογία, συνειδητοποιώντας την ουτοπία της. Η ιστορία της ζωής του γράφτηκε από τον ίδιο στο αυτοβιογραφικό έργο του Η μεγάλη θάλασσα, που δημοσιεύτηκε το 1940. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που αγάπησε το λαό του. Κατανόησε τη σημασία της ανθρώπινης ύπαρξης κι αγωνίστηκε με ψυχική απληστία γι αυτό το ιδανικό του. Ο στίχος του έγινε φραγγέλιο και σπάθα δίκοπη για τους εχθρούς του, ελπίδα και συνάμα αγωνία για τους ανθρώπους της φυλής του, μήνυμα πανανθρώπινο ισότητας και αγάπης για την οικουμένη.

Τα βραβεία Γκουγκενχάιμ και Γουίτερ Μπίνερ (1926) και η αναγνώρισή του από την Αμερικανική Ακαδημία Τεχνών και Γραμμάτων αποτελούν ελάχιστο δείγμα της αξίας του σταυροφόρου αυτού των νέγρικων δικαιωμάτων.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Δημήτρη Σφήκα: "Νεγρο-αμερικάνοι Ποιητές: τα Παιδιά του Νότου", Φιλολογική "Βραδυνή", Αθήνα, 2, 9 & 16 Σεπτεμβρίου 1963.
  • Δημήτρη Σφήκα: "Λάνγκστον Χιουζ: 'Ενα ορόσημο στη Νέγρικη Ποίηση" (Στη μνήμη του ποιητή που έφυγε), Φιλολογική "Βραδυνή", Αθήνα, 9 Σεπτεμβρίου 1968.
  • Εγκυκλοπαίδεια "Πάπυρος - Λαρούς - Μπριτάνικα", τόμ. 61, λήμα Λάνγκστον Χιουζ, Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα, 1996.