Λάιτνινγκ Χόπκινς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Άγαλμα προς τιμή του Χόπκινς στο Τέξας

Ο Σαμ «Λάιτνινγκ» Χόπκινς (Lightnin’ Hopkins, 15 Μαρτίου 1912 - 30 Ιανουαρίου 1982) ήταν Αμερικανός μπλουζ μουσικός, τραγουδιστής και κιθαρίστας, θεωρούμενος ως ένας από τους σημαντικότερους μπλουζ μουσικούς της μεταπολεμικής περιόδου.

Γεννημένος στην πόλη Σέντερβιλ του Τέξας, γιος του μουσικού Έιμπ Χόπκινς και της Φράνσις Σιμς, εγκατέλειψε την οικογενειακή εστία σε νεαρή ηλικία. Ήρθε σε επαφή με τα μπλουζ χάρη στη γνωριμία του με τον Μπλάιντ Λέμον Τζέφερσον και τη συνεργασία του με τον ξάδελφό του, Άλτζερ Τέξας Αλεξάντερ, διακεκριμένο μπλουζ τραγουδιστή της εποχής. Με τον τελευταίο, ο Χόπκινς ταξίδεψε σε διάφορες πόλεις της πολιτείας του Τέξας πραγματοποιώντας εμφανίσεις σε κάθε ευκαιρία. Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 έκτισε ποινή φυλάκισης στο Χιούστον. Οι εμφανίσεις του προκάλεσαν το ενδιαφέρον της κυνηγού ταλέντων Λόλα Αν Κάλουμ (Lola Anne Cullum), η οποία χώρισε το δίδυμο Αλεξάντερ και Χόπκινς προωθώντας τη συνεργασία του τελευταίου με τον πιανίστα Γουίλι Σμιθ. Την ίδια εποχή, ο Χόπκινς απέκτησε το προσωνύμιο Λάιτνινγκ (Lightin' , ελλ. μτφρ. αστραπή) το οποίο συνδυαζόταν με το αντίστοιχο προσωνύμιο του Σμιθ, Θάντερ (Thunder, ελλ. μτφρ. κεραυνός).

Μαζί με τον Σμιθ πραγματοποίησε τις πρώτες ηχογραφήσεις του το 1946 στο Λος Άντζελες και συνθέσεις όπως τα Short-Haired Woman, Lonesome Home, Tim Moore's Farm (1947), Coffee Blues (1950) και Hello Central άσκησαν ιδιαίτερη επίδραση στη μπλουζ μουσική σκηνή. Στη δεκαετία του 1950 εγκαταστάθηκε στο Χιούστον και στα τέλη της ηχογράφησε μια σειρά δίσκων που τον έκαναν γνωστό σε ένα ευρύτερο κοινό.

Μετά από ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα που βίωσε το 1970, εγκατέλειψε τις μεγάλες ζωντανές εμφανίσεις. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του διαγνώστηκε με καρκίνο του οισοφάγου και πέθανε από πνευμονία το 1982. Η ζωή και η μουσική του αποτέλεσαν το θέμα του ντοκιμαντέρ The Blues Accordin’ to Lightnin’ Hopkins (1969), σε σκηνοθεσία των Les Blank και Skip Gerson, το οποίο απέσπασε χρυσό βραβείο Hugo στο κινηματογραφικό φεστιβάλ του Σικάγο το 1970.

Αποτελεί έναν από τους Αφροαμερικανούς μπλουζ μουσικούς με τις περισσότερες ηχογραφήσεις κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Ηχογράφησε περισσότερους από 85 δίσκους, σε περισσότερες από είκοσι δισκογραφικές εταιρείες. Το ύφος του Χόπκινς χαρακτηρίζεται βαθιά ριζωμένο σε αυτό των μπλουζ του Τέξας, ωστόσο διαμόρφωσε σταδιακά ένα προσωπικό τρόπο παιξίματος και ερμηνείας. Στις σημαντικότερες ηχογραφήσεις του ανήκουν τα Penitentiary Blues και Bad Luck and Trouble (1959) που αναδεικνύουν με χαρακτηριστικό τρόπο το προσωπικό ύφος του. Έπαιζε ακουστική και κυρίως ηλεκτρική κιθάρα. Διακρίθηκε για την ικανότητά του να αυτοσχεδιάζει. Οι στίχοι των τραγουδιών του είναι συχνά αυτοβιογραφικοί, ενώ έγινε γνωστός και για τη συνήθειά του να διακόπτει την ερμηνεία ενός τραγουδιού προκειμένου να διηγηθεί μία - συνήθως χιουμοριστική - ιστορία σχετικά με αυτό. Εξαιτίας του ακανόνιστου τρόπου με τον οποίο ερμήνευε τα τραγούδια του και έπαιζε κιθάρα, ήταν δύσκολο να συνοδεύεται από άλλους μουσικούς και προτιμούσε να εμφανίζεται χωρίς συνοδεία.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Gérard Herzhaft, Encyclopedia of the Blues, University of Arkansas Press, 1997
  • Edward M. Komara, Encyclopedia of the Blues, Routledge, 2006
  • Paul Oliver: 'Hopkins, Lightnin’ [Sam]', Grove Music Online ed. L. Macy

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]