Κορούνδιο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κορούνδιο
Corundum-38271.jpg
Κορούνδιο. Προέλευση Ζιμπάμπουε
Γενικά
Κατηγορία Οξείδια
Χημικός τύπος Al2O3
Ορυκτολογικά χαρακτηριστικά
Πυκνότητα 4 - 4,1 gr/cm3
Χρώμα Ποικίλλει. Συνήθως καστανό, ερυθρό, πράσινο, κίτρινο, φαιό, ενίοτε σε ζώνες, ή άχρωμο
Σύστημα κρυστάλλωσης Τριγωνικό
Κρύσταλλοι Πρισματικοί, σε μορφή πυραμίδας ή βαρελιού, τραχείς, συχνά στρογγυλευμένοι. Σπανιότερα ρομβοειδείς ή επίπεδοι τραπεζοειδείς.
Υφή Συσσωματώματα συμπαγή ή κοκκώδη
Διδυμία Συνήθης {1011} ελασματοειδής. Σπανιότερα διεισδύσεως.
Σκληρότητα 9
Σχισμός {0001} αποχωρισμός, ενίοτε τέλειος, διακοπτόμενος
Θραύση Ανώμαλη έως κογχοειδής
Λάμψη Αδαμαντώδης ή υαλώδης
Γραμμή κόνεως Λευκή
Πλεοχρωισμός Ναι, ποικίλλος αλλά ασθενέστατος
Διαφάνεια Διαφανές έως ημιδιαφανές

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κορούνδιο (αγγλ. corundum) είναι ορυκτό οξείδιο του αργιλίου με χημικό τύπο Al2O3. Το όνομά του προέρχεται από την σανσκριτική λέξη kuruvinda = κόκκινο. Είναι το δεύτερο σε σκληρότητα υλικό που ανευρίσκεται στην φύση, μετά το διαμάντι. Η υψηλή αυτή σκληρότητα αποδίδεται στους πολύ ισχυρούς δεσμούς αργιλίου - οξυγόνου, οι οποίοι προσδίδουν στο ορυκτό και σχετικά μεγάλη πυκνότητα, λόγω της μικρής μεταξύ τους απόστασης.

Απαντάται σε μεταμορφωσιγενή πετρώματα, κυρίως γνευσίους και σχιστολίθους, αλλά και σε πυριγενή πτωχά σε διοξείδιο του πυριτίου (συηνίτες). Ενίοτε απαντά ως πρόσμιξη και σε ιζηματογενή πετρώματα. Η άχρωμη παραλλαγή του ονομάζεται, επίσης, λευκοσάπφειρος (αγγλ. Leucosapphire).

Αποτελεί το κύριο συστατικό της σμύριδας, πετρώματος με εκμεταλλεύσιμη εμφάνιση στη νήσο Νάξο.

Παραλλαγές του κορουνδίου αποτελούν οι πολύτιμοι λίθοι ρουμπίνι (αγγλ. ruby, από την λατινική λέξη rubeus = κόκκινο) και ζαφείρι (αγγλ. sapphire). Το κόκκινο χρώμα του ρουμπινιού οφείλεται σε προσμίξεις χρωμίου, ενώ το γαλάζιο του ζαφειριού σε προσμίξεις σιδήρου και τιτανίου. Συχνά συνδέεται με ασβεστίτη, ζωισίτη, αστρίους, μαρμαρυγίες, κυανίτη, συλλιμανίτη, μαγνητίτη (κυρίως στην σμύριδα) και ορυκτά της ομάδας του γρανάτη.

Απαντά σε πολλά σημεία του πλανήτη. Κύριες εμφανίσεις των πολύτιμων παραλλαγών του είναι στην Βιρμανία και στην Σρι Λάνκα. Υπάρχει, επίσης, σε πολλές χώρες της Αφρικής, στην Ινδία και στις ΗΠΑ (Πολιτείες Μοντάνα και Βόρεια Καρολίνα), στην Βραζιλία, την Τουρκία και την Μαδαγασκάρη. Στην Ελλάδα ανευρίσκεται ιδιαίτερα στη νήσο Νάξο υπό μορφή σμύριδας πολύ καλής ποιότητας.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • James Dwight Dana, Manual of Mineralogy and Lithology, Containing the Elements of the Science of Minerals and Rocks READ BOOKS, 2008 ISBN 1443742244
  • Frederick H. Pough, Roger Tory Peterson, Jeffrey (PHT) Scovil, A Field Guide to Rocks and Minerals, Houghton Mifflin Harcourt, 1988 ISBN 039591096X
  • Walter Schumann, R. Bradshaw, K. A. G. Mills, Handbook of Rocks, Minerals and Gemstones, Houghton Mifflin Harcourt, 1993 ISBN 0395511372
  • Daniel E Russell, The Emery Mines of Naxos, Greece, [http://www.mindat.org/article.php/153/The+Emery+Mines+of+Naxos (αγγλικά)

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]