Κεντρικός υπολογιστής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ένας κεντρικός υπολογιστής Honeywell-Bull DPS 7 του 1990

Οι κεντρικοί υπολογιστές (mainframes) είναι κατηγορία υπολογιστών που χρησιμοποιούνται κυρίως από κυβερνητικές υπηρεσίες και μεγάλες εταιρίες για κρίσιμες εφαρμογές, όπως μαζική επεξεργασία συναλλαγών και δεδομένων σε απογραφή πληθυσμού, στατιστικές έρευνες βιομηχανιών/καταναλωτών, σχεδιασμός και διαχείριση πόρων κλπ.

Ο όρος προήρθε κατά τη δεκαετία του 1970 με την εισαγωγή μικρότερων, λιγότερο πολύπλοκων υπολογιστών όπως οι σειρές υπολογιστών PDP-8 και PDP-11 της DEC, οι οποίοι έγιναν γνωστοί ως μίνι-υπολογιστές. Τότε οι χρήστες των ήδη υπάρχοντων μεγάλων υπολογιστών δημιούργησαν τον όρο κεντρικός υπολογιστής για να αναφέρονται στην κατηγoρία των, προϋπάρχοντων των μίνι, μεγάλων υπολιστών (οι οποίοι ήταν γνωστοί ως τότε απλώς με το όνομα υπολογιστές).

Απόδοση στα ελληνικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο βιβλίο "Τεχνολογία Υπολογιστικών Συστημάτων & Λειτουργικά Συστήματα, Τάξη Γ΄Ενιαίου Λυκείου" ο όρος «mainframe» μεταφράζεται ως «μεγάλοι υπολογιστές». Ακόμα, στο ομώνυμο άρθρο της αγγλικής Wikipedia υπάρχει η νύξη ότι ο όρος «mainframe» είναι άμεση αναφορά στο μηχανικό πλαίσιο που περιείχε τη μεγαλύτερη (σε σχέση με τους μίνι) Κεντρική Μονάδα Επεξεργασίας.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]