Καπ-Αϊτιέν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 19°45′N 72°12′W / 19.750°N 72.200°W / 19.750; -72.200

Πανοραμική άποψη του Καπ-Αϊτιέν

To Καπ-Αϊτιέν (γαλλικά: Cap-Haïtien, κρεολικά Αϊτής: Okap ή Kapayisyen) είναι πόλη και κοινότητα της Αϊτής. Η πόλη υπολογίζεται ότι έχει 186.251 κατοίκους όσον αφορά το 2013. Το 2009 υπολογίστηκε ότι ο πληθυσμός της κοινότητας το 2009 ήταν 249.561 κάτοικοι και της πόλης 155.505 κάτοικοι[1]. Η πόλη βρίσκεται στις βόρειες ακτές της Ισπανιόλας. Είναι πρωτεύουσα του νομού του βορρά της Αϊτής. Το Καπ-Αϊτιέν υπήρξε πολύ σημαντική πόλη επί γαλλικής αποικιοκρατίας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περιοχή αρχικά κατοικούταν από ιθαγενείς, παρόλα αυτά, εξολοθρεύτηκαν από τις αρρώστιες τις οποίες μετέφεραν οι Ισπανοί. Το Καπ-Αϊτιέν βρίσκεται κοντά στη θέση της Λα Ναβιδάδ, της πρώτης αποικίας που ιδρύθηκε από Ευρωπαίους στην Αμερική το 1492. Η σημερινή πόλη ιδρύθηκε το 1670 από Γάλλους από το νησί Τορτούγα και ονομάστηκε Καπ-Φρανσουά και στη συνέχεια Καπ-Φρανσαί. Η πόλη ορίστηκε πρωτεύουσα της αποικίας του Αγίου Δομίνικου (Σαιν Ντομινίκ). Η πόλη κατακτήθηκε και λεηλατήθηκε από τους Ισπανούς το 1691 και τους Άγγλους το 1695. Εξαιτίας των επιδρομών η πρωτεύουσα μετακινήθηκε προσωρινά στο Λεογκάν.[2] Το Καπ-Φρανσαί ήταν πρωτεύουσα του Αγίου Δομίνικου από το 1711 μέχρι το 1770, όταν και η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στο Πορτ-ο-Πρενς. Η πόλη έγινε σημαντικό εμπορικό κέντρο, απορροφώντας σχεδόν εξ ολοκλήρου τις εμπορικές δραστηριότητες της Αϊτής, και άκμασε εξαιτίας των φυτειών καφέ, ζάχαρης, βαμβακιού και ίντιγκο, με αποτέλεσμα την άφιξη στην Αϊτή Αφρικανών σκλάβων. Λόγω του πλούτου της, η πόλη έγινε γνωστή ως το «Παρίσι των Αντίλλων».[3]

Η πόλη συντάρραχθηκε όμως από τις επαναστάσεις. Στο Καπ-Φρανσαί σκοτώθηκαν οι Μακαντάλ το 1758, Βινσέντ Οζέ και Ζαν-Μπαμπίστ Σαβάν το 1790, που αγωνίστηκαν για τα δικαιώματα των μιγάδων, και Μπουκμάν το 1791. Το 1791 έγινε θέατρο εξεργέσεων των σκλάβων. Κοντά στο Καπ-Φρανσαί γεννήθηκε ο Τουσέν Λ' Ουβερτίρ, ο επικεφαλής της επανάστασης που οδήγησε στην απελευθέρωση της Αϊτής. Η πόλη λεηλατήθηκε όταν άρχισε η επαναστάση και καταστράφηκε ολοσχερώς το 1803, όταν κάηκε από τους επαναστάτες ακολουθώντας τη πολιτική της καμένης γης,[4] ώστε να μη πέσει στα χέρια του γαλλικού στρατού. Μετά την απελευθέρωση το 1804, η πόλη μετονομάστηκε σε Καπ-Αϊτιέν ώστε να συμβολίζει την ελευθερία. Το Καπ-Αϊτιέν ήταν η πρωτεύουσα του Βασιλείου της Βόρειας Αϊτής υπό του βασιλιά Ανρί Κριστόφ, όταν το κράτος διαιρέθηκε, καθώς ξαναχτίστηκε και μετονομάστηκε σε Καπ-Ανρί. Κοντά στο Καπ-Αϊτιέν βρίσκονται μερικά από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της Αϊτής, το κάστρο Λαφεριέρ και το παλάτι Σαν-Σουσί, τα οποία κατασκευάστηκαν από τον Ανρί Κριστόφ. Η πόλη ονομάστηκε πάλι Καπ-Αϊτιέν μετά το θάνατο του Ανρί Κριστόφ το 1820.[3] Η πόλη σε μεγάλο βαθμό καταστράφηκε από σεισμό το 1845 και από τυφώνα το 1928, καταστρέφοντας τα περισσότερα ιστορικά κτίρια της πόλης. Σήμερα είναι δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Αϊτής.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη διαθέτει σύγχρονο λιμάνι στον Ατλαντικό ωκεανό, το οποίο διαχειρίζεται το ένα ένατο των εισαγωγών και εξαγωγών της Αϊτής. Αποτελεί επίσης σπουδαία γεωργική αγορά, με προϊόνταν όπως μπανάνες, ανανάδες, ζαχαροκάλαμα, καφέ και κακάο. Τη δεκαετία του 1980 μια μεγάλη φυτεία σιζάλ (Agave sisalana) έκλεισε, ενώ την γεωργική παραγωγή μείωσαν ξηρασίες. Άλλα προϊόντα της περιοχής είναι τα πορτοκάλια, τα οποία χρησιμοποιούνται για λικέρ.[5] Υπάρχουν επίσης μεταποιητικές βιομηχανίες. Άλλη μια σημαντική πηγή εισοδήματος είναι ο τουρισμός.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Population totale, par sexe et population de 18 ans et plus estimées en 2009, au niveau des différentes unités géographiques l'Institut haïtien de statistique et d'informatique (IHSI)(γαλλικά)
  2. Profil de la Ville du Cap-Haitien haiti-reference.com
  3. 3,0 3,1 History of Cap-Haïtien lonelyplanet.com
  4. Denis Laurent-Ropa, Haïti, une colonie française, 1625-1802, L'Harmattan, 1993, p.287
  5. Cap-Haïtien Encyclopædia Britannica