Ιδιωτική τραπεζική

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο όρος ιδιωτική τραπεζική ή εχέμυθη τραπεζική (αγγλικά: private banking) αναφέρεται σε τραπεζικές, επενδυτικές και άλλες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες που παρέχονται από τις τράπεζες στους ιδιώτες που επενδύουν πολύ μεγάλης τάξης μεγέθους αξίας περιουσιακά στοιχεία. Ο όρος «ιδιωτική» αναφέρεται στην εξυπηρέτηση των πελατών, η οποία προσφέρεται σε μία πιο προσωπική βάση από ότι στην πιο μαζική αγορά της λιανικής τραπεζικής, συνήθως μέσω ειδικών συμβούλων της τράπεζας. Δεν πρέπει να συγχέεται με τον όρο ιδιωτική τράπεζα, ο οποίος μπορεί να αναφέρεται σε μη συσταθέν σε ανώνυμη εταιρία τραπεζικό ίδρυμα, ή μπορεί να αναφέρεται σε μια μη εισηγμένη σε χρηματιστήριο εταιρία τραπεζικής δραστηριότητας, ή μπορεί να αναφέρεται σε τραπεζικό ίδρυμα μη διοικούμενο από το δημόσιο, ανάλογα με το ισχύον εταιρικό δίκαιο ανά κράτος.

Η λέξη «ιδιωτικό» παραπέμπει σε τραπεζικό απόρρητο, σε υπηρεσίες απόλυτης εχεμύθειας ως προς τον εύπορο πελάτη, σε υπηρεσίες ελαχιστοποίησης των φόρων με προσεκτική κατανομή των περιουσιακών στοιχείων ή με την απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων από τις φορολογικές αρχές. Οι ελβετικές και ορισμένες υπεράκτιες τράπεζες έχουν επικριθεί για τη συνεργασία αυτή με άτομα που ασκούν φοροδιαφυγή ή δραστηριότητες όπως το ξέπλυμα χρήματος. Παρά το γεγονός ότι η φορο-απάτη είναι ποινικό αδίκημα στην Ελβετία, η φοροδιαφυγή είναι μόνο αστικό αδίκημα και δεν απαιτείται οι τράπεζες να κοινοποιούν πληροφορίες στις φορολογικές αρχές.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]