Θεωρία της ψυχολογικής αναδραστικότητας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ως ψυχολογική αναδραστικότητα, σύμφωνα με τον ορισμό του ψυχολόγου Τζακ Μπρεμ, περιγράφεται η ψυχική κατάσταση η οποία έχει ως αποτέλεσμα μια αυξημένη ελκυστικότητα εκείνων των επιλογών συμπεριφοράς που απειλούνται με περιορισμό. Το 1966 ο Μπρεμ διατύπωσε τη θεωρία της ψυχολογικής αναδραστικότητας στο γνωστό του βιβλίο «Η θεωρία της ψυχολογικής αναδραστικότητας», αφού πρώτα έχει δημοσιεύσει μέρος της σε εφημερίδα της εποχής του. Στόχος του ήταν η θεωρία αυτή να καθιερωθεί ως θεωρία της ελευθερίας, καθώς βασίζεται στο στοιχείο αυτό. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Μπρεμ, κάθε φορά που μία επιθυμητή για το άτομο συμπεριφορά πρόκειται να αποσυρθεί από το πεδίο δυνατοτήτων του ή τουλάχιστον απειλείται, τότε το άτομο υφίσταται μία κατάσταση ψυχολογικής αναδραστικότητας καθώς αισθάνεται ότι αμφισβητείται η ελευθερία του και συνεπώς προσπαθεί με κάθε τρόπο να την ανακτήσει. Έτσι το άτομο φαίνεται να ορίζει τη δράση του με γνώμονα την ελευθερία του.

Ορισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Jack Brehm αναφέρει χαρακτηριστικά:"οι άνθρωποι έχουν την υποκειμενική εμπειρία της ελευθερίας του να κάνουν ό,τι θέλουν, να το κάνουν με τον τρόπο που θέλουν, τη στιγμή που το θέλουν σε σχέση με περιορισμένες και προσδιορίσιμες περιοχές της συμπεριφοράς". Συνεπώς, όταν αισθάνονται ότι αυτή η ελευθερία απειλείται καθώς απαγορεύεται στο άτομο η πραγμάτωση μίας ορισμένης συμπεριφοράς, τότε αντιδρούν στην προσπάθειά τους να ανακτήσουν τη χαμένη ελευθερία.

Τρόπος λειτουργίας και συμπεριφοράς του υποκειμένου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην ενότητα αυτή εξετάζονται οι αντιδράσεις του ατόμου που βρίσκεται σε ψυχολογική ανάδραση. Η πιο συχνά παρατηρήσιμη συμπεριφορά είναι να αξιολογήσει το άτομο θετικότερα αυτό που του απαγορεύεται. Επίσης είναι εξίσου πιθανόν το άτομο να εκφράσει μία διαφορετική άποψη ή να εκδηλώσει μία διαφορετική συμπεριφορά από αυτή που του προτάθηκε. Συχνό μάλιστα φαινόμενο συνιστά η εκδήλωση μίας συμπεριφοράς όχι απλά διαφορετικής αλλά αντίθετης από την προτεινόμενη. Δηλαδή το άτομο επιλέγει να δράσει σύμφωνα με αυτό που του απαγορεύτηκε. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου το υποκείμενο για να ανακτήσει την ελευθερία του ενθαρρύνει ένα ισότιμο με αυτό πρόσωπο να υποχρεωθεί στην απειλούμενη ή περιορισμένη συμπεριφορά. Σε κάθε περίπτωση, λοιπόν, το άτομο σε κατάσταση ψυχολογικής αναδραστικότητας δεν οδηγείται σε συμφωνία και αποδοχή, αλλά βρίσκεται στον αντίποδα αυτού που του προτείνεται ή του επιβάλλεται. Η αναδραστικότητα μπορεί να συνοδευτεί από επιθετικότητα, η οποία ίσως εξυπηρετεί στην ανάκτηση της χαμένης ελευθερίας ή ίσως συντελείται όταν οι στόχοι ανάκτησης δεν είναι δυνατόν να πραγματωθούν.

Παράδειγμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το παράδειγμα αυτό αποτυπώνονται όλες αυτές οι όψεις της ψυχολογικής αναδραστικότητας που μπορεί να βιώσει το άτομο σε συνθήκες πίεσης ενώ παράλληλα διαφαίνονται και μερικές από τις ελλείψεις που διέπουν τη θεωρία του Jack Brehm. Σημειώνεται, λοιπόν, ότι σε αυτές τις αντιδράσεις ο Brehm εστιάζει και παρουσιάζει μόνον εκείνη κατά την οποία φαίνεται να ενισχύεται η ελκυστικότητα της απαγορευμένης συμπεριφοράς προς το άτομο. Συγκεκριμένα, όταν το άτομο έχει την πιθανότητα να πιεί καφέ ή λεμονάδα και η λεμονάδα αποσύρεται από τις επιλογές του, τότε το άτομο θα αξιολογήσει ακόμη θετικότερα την απαγορευμένη συμπεριφορά. Αυτό μάλιστα επισημαίνει ο Brehm επηρεάζεται ιδιαίτερα και από τις διαστάσεις της ελευθερίας του ατόμου: άλλο να έχει την πιθανότητα να πιεί καφέ ή λεμονάδα και άλλο να μπορεί να πιεί <μόνον> αυτά.

Το παραπάνω παράδειγμα φαντάζει απόλυτα πλήρες, ωστόσο δε λαμβάνει υπόψην την περίπτωση κατά την οποία αφότου απαγορευθεί στο άτομο η πραγμάτωση της μίας συμπεριφοράς στραφεί στην άλλη. Δηλαδή αντί να ενισχύσει και να αυξήσει την επιθυμία του για τη λεμονάδα, να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα και αποδεχόμενος την απαγόρευση, τελικά να πιεί καφέ. Αυτή, λοιπόν, τη συμπεριφορά του ατόμου δεν την εξηγεί και δεν την περιλαμβάνει στη θεωρία του ο Jack Brehm.

Ψυχολογική αναδραστικότητα και παράγοντες που την επηρεάζουν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατάσταση της ψυχολογικής αναδραστικότητας που βιώνει το άτομο εντείνεται:

  • όταν η συμπεριφορά που απειλείται ή αποσύρεται κρίνεται ιδιαιτέρως σπουδαία για το άτομο(η σπουδαιότητα αυτή με τη σειρά της εξαρτάται από τις ατομικές διαφορές και το φυσικό περιβάλλον),
  • όταν η πίεση που ασκεί η πηγή είναι μεγάλη,
  • όταν η πηγή έχει μεγάλες πιθανότητες να επιβληθεί,
  • όταν μεγαλώνει η αναλογία των αποσυρόμενων ή απειλούμενων συμπεριφορών.

Σχέση γλώσσας και ψυχολογικής αναδραστικότητας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έρευνες έχουν δείξει ότι ορισμένα γλωσσικά χαρακτηριστικά προκαλούν την αντίληψη του περιορισμού της ελευθερίας του ατόμου. Έτσι γλώσσα που είναι δογματική και παρουσιάζεται ελεγχόμενη και κατηγορηματική μπορεί να προκαλέσει ανάδραση. Αυτό συμβαίνει γιατί δογματικά μηνύματα προσλαμβάνονται ως περισσότερο απειλητικά με αποτέλεσμα το μέγεθος της ψυχολογικής αναδραστικότητας που υφίσταται το άτομο να αυξάνεται. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα δογματικής γλώσσας είναι:

  1. Η χρήση προστακτικής έγκλισης,
  2. Απόλυτοι ισχυρισμοί,
  3. Η παράθεση καυστικών-επικριτικών σχολίων σε σχέση με τις συγκεκριμένες αντιλήψεις,
  4. Απειλητικές προειδοποιήσεις και όχι αντικειμενική πληροφόρηση.

Αντίθετα, η δυνατότητα επιλογής που εκφράζεται μέσα από ένα μήνυμα αμβλύνει και πολλές φορές αποτρέπει την ψυχολογική αναδραστικότητα.

Πείραμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Brehm και Weiner διεξάγουν το 1966 ένα πείραμα που εξετάζει την καταναλωτική συμπεριφορά των ανθρώπων σε διαφορετικές συνθήκες πίεσης ωσ προς την αγορά ενός συγκεκριμένου προϊόντος. Η υπόθεση των ερευνητών ήταν ότι κάτω από συνθήκες υψηλής πίεσης που θα περιόριζε την αγοραστική τους ελευθερία, τα άτομα θα παρουσίαζαν ψυχολογική αναδραστικότητα και συνεπώς θα στρέφονταν προς την αντίθετη από την προτεινόμενη συμπεριφορά, δε θα αγόραζαν δηλαδή το προϊόν. Πριν την πραγμάτωση του πειράματος, οι ερευνητές καταμέτρησαν μία εβδομάδα νωρίτερα τον αριθμό πωλήσεων που είχε το προϊόν "ψωμί". Την επόμενη εβδομάδα στο μαγαζί εμφανίστηκε μία "προωθήτρια" του προϊόντος που με την ιδιότητα της διαφημίστριας παρότρυνε τους πελάτες να αγοράσουν το ψωμί. Οι πειραματικές συνθήκες ήταν τέσσερις και οι ανεξάρτητες μεταβλητές δύο. Η πρώτη ανεξάρτητη μεταβλητή αφορούσε τον τρόπο εκφοράς του μηνύματος:

  • "σας παρακαλούμε να αγοράσετε το προϊόν"
  • "θα αγοράσετε το προϊόν"

Η δεύτερη από την άλλη αναφερόταν σε ένα άλλο είδος πίεσης, τη χρηματική αμοιβή: τα μισά υποκείμενα δέχονταν 25 σεντς(όσο κόστιζε το ψωμί) και τα άλλα μισά 35 σεντς. Επομένως, οι δύο ανεξάρτητες μεταβλητές ήταν:

  • Η ένταση της απειλής και
  • η ασκούμενη χρηματική πίεση.

Εξαρτημένη μεταβλητή αποτελούσε η αντίδραση των πελατών στις εκάστοτε συνθήκες:αγορά δηλαδή ή όχι του προϊόντος. Διαπιστώθηκε, λοιπόν, επιβεβαίωση της υπόθεσης όταν το αγοραστικό κοινό ήταν γυναίκες. Αντίθετα, στην περίπτωση των αντρών παρατηρήθηκε ότι όσο μεγαλύτερες ήταν οι τιμές και των δύο ειδών πίεσης, τόσο περισσότερο ανταποκρίνονταν στην αγορά του προϊόντος.

Αυτό, λοιπόν, το μειονέκτημα που αρχικά έθεσε υπό διάψευση την αξία της θεωρίας της ψυχολογικής αναδραστικότητας του Brehm εξηγήθηκε μέσα από μεταγενέστερα πειράματα που πέρα από τον παράγοντα της ασκούμενης πίεσης στο άτομο, εξέταζαν την κοινωνική-πολιτισμική ταυτότητα του ατόμου και κατ' επέκταση τη σπουδαιότητα που είχε για αυτό, βάση της προαναφερθείσας ταυτότητας, η αποσυρόμενη συμπεριφορά. Δηλαδή στο παραπάνω πείραμα η παρέκκλιση του ανδρικού αγοραστικού κοινού από τις προβλέψεις της θεωρίας της ψυχολογικής αναδραστικότητας οφειλόταν στο γεγονός ότι τα άτομα δεν αισθάνθηκαν να περιορίζεται η ελευθερία τους. Κι αυτό γιατί η καταναλωτική συμπεριφορά πάνω στην οποία εφαρμοζόταν το πείραμα δεν αποτελούσε γνώρισμα της ταυτότητάς τους(αλλά μόνον των γυναικών) και δεν ήταν επομένως σημαντική για αυτούς ώστε να τους επηρεάζει η πιθανότητα περιορισμού της.

Ψυχολογική αναδραστικότητα σε ατομικό και ενδοομαδικό επίπεδο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέσα από πειράματα(Brehm και Mann-1975) που έχουν πραγματοποιηθεί για το σκοπό αυτό φαίνεται ότι όταν το άτομο λειτουργεί στα πλαίσια μίας ομάδας και βρεθεί κάτω από συνθήκες υψηλής πίεσης και μεγάλης σπουδαιότητας θα παρουσιάσει πράγματι ψυχολογική ανάδραση. Άρα και σε αυτήν την περίπτωση επιβεβαιώνεται ότι καθώς απειλείται η ελευθερία του ατόμου στα πλαίσια της ομάδας, το άτομο υφίσταται ψυχολογική αναδραστικότητα.

Ωστόσο, ο Brehm μέσα από τη θεωρία του δεν μπορεί να εξηγήσει τα αποτελέσματα πειραμάτων που δείχνουν ότι το άτομο καθώς αποχωρεί από τις πιέσεις της ομάδας είναι πιθανόν τελικά να υιοθετήσει την άποψη της ομάδας και να συμφωνήσει με αυτήν παρόλο που όσο λειτουργούσε μέσα σε αυτήν αρνούνταν να αποδεχτεί την ιδεολογία της. Μεταγενέστεροι μελετητές της θεωρίας υποστηρίζουν ότι αυτό οφείλεται στην προσπάθεια του ατόμου να δώσει μία "καλή" εικόνα του εαυτού του και να εξαλείψει κάθε πιθανή άποψη των άλλων περί αδιαλλαξίας.

Ψυχολογική αναδραστικότητα και εξουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πειραματικές διαδικασίες έχουν αποδείξει-Brehm(1966)- ότι υπάρχει μία ορισμένη συσχέτιση μεταξύ θέσης του κοινωνικού φορέα που ασκεί πίεση και στο μέγεθος της ψυχολογικής αναδραστικότητας που προκαλείται στο άτομο. Συγκεκριμένα, όσο υψηλότερο κοινωνικά θεωρείται το άτομο ή η ομάδα που προσπαθεί να επιβάλλει μία άποψη ή συμπεριφορά, τόσο εντονότερο είναι το αίσθημα περιορισμού της ελευθερίας που χαρακτηρίζει το άτομο και συνεπώς το μέγεθος της ψυχολογικής αναδραστικότητας, με αποτέλεσμα τη συστηματικότερη τάση του ατόμου να ανακτήσει την ελευθερία του. Ίσως αυτό να οφείλεται στο γεγονός ότι άνθρωποι κοινωνικά κοντά στο υποκείμενο θεωρούνται άνευ σημασίας ως πηγή πίεσης προς αυτό για την επιβολή μίας συμπεριφοράς ή δεν αξιολογούνται ως απειλητικοί για την ελευθερία του εφόσον προέρχονται από την ίδια ομάδα-τάξη με αυτόν.

Ψυχολογική αναδραστικότητα μέσω άλλων προσώπων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Δια αντιπροσώπου ανάκτηση της ελευθερίας του ατόμου

Ως επιστέγασμα των προαναφερθέντων προκύπτει το ερώτημα πώς είναι δυνατόν η εξουσία-κυβέρνηση εκάστοτε χώρας- να επιβληθεί ή να κατευθύνει προς έναν ορισμένο σκοπό το σύνολο των ανθρώπων , αν δεχτεί κανείς τις αρχές της θεωρίας της ψυχολογικής αναδραστικότητας. Πράγματι στη ζωή μας αυτό συμβαίνει, ακολουθούμε δηλαδή τις περισσότερες φορές τις κατευθυντήριες γραμμές της εξουσίας. Σε αυτήν την περίπτωση, λοιπόν, χρησιμοποιείται το πρόσωπο "άλλοθι" για να αρθεί η ψυχολογική ανδραστικότητα στην οποία θα υπέκυπτε το υποκείμενο αν δεν υπήρχε το πρώτο. Δηλαδή σε συνθήκες υψηλής πίεσης και μεγάλης σπουδαιότητας, όπου κατά τον Brehm θεωρείται πολύ πιθανόν η παρουσίαση ψυχολογικής ανάδρασης από το υποκείμενο, "ξεπροβάλλει" μέσα από το πλήθος ένα άτομο που αντιτίθεται στην προτεινόμενη άποψη ή συμπεριφορά και εκδηλώνει την ακριβώς αντίθετή της για να ανακτήσει τη χαμένη του ελευθερία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το πλήθος να αδρανοποιείται και μετά από αυτή τη δια αντιπροσώπου ανάκτηση της ελευθερίας να υιοθετεί τελικά την άποψη ή τη συμπεριφορά που υποστηρίζει η εξουσία.

  • Στον αντίποδα της προαναφερθείσας κατάστασης βρίσκονται περιπτώσεις κατά τις οποίες αν και τρίτα πρόσωπα βιώνουν την απαγόρευση, το ίδιο το υποκείμενο υφίσταται ψυχολογική αναδραστικότητα παρόλο που δεν το αφορά. Συμπερασματικά, είναι δυνατόν να προκληθεί ψυχολογική αναδραστικότητα ακόμη κι όταν η άσκηση πίεσης ή απειλής δεν απευθύνεται σε προσωπικό επίπεδο.

Ψυχολογική αναδραστικότητα και ψυχοθεραπεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θεωρία της ψυχολογικής αναδραστικότητας αντιτίθεται στην ψυχοθεραπεία, συμπεριφορικού κυρίως τύπου λόγω της μεγάλης εμπλοκής του ψυχοθεραπευτή στην προσέγγιση αυτή. Αυτό συμβαίνει γιατί στα πλαίσια της ψυχοθεραπείας-συμβουλευτικής ο εκάστοτε ειδικός προτείνει μία ορισμένη συμπεριφορά στο άτομο που μπορεί να εκληφθεί ως προσπάθεια περιορισμού της ελευθερίας του και συνεπώς να του προκαλέσει ψυχολογική αναδραστικότητα. Παράλληλα, η τάση για ανάκτηση της χαμένης ελευθερίας μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της ελκυστικότητας της απειλούμενης με απαγόρευση συμπεριφοράς. Γενικά, η θεωρία αυτή στην ακραία της μορφή φαίνεται να καταργεί τον παρεμβατικό-βοηθητικό ρόλο της επιστήμης της ψυχολογίας.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]