Ζήτημα της Αλαμπάμας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
CSS Alabama

Το λεγόμενο Ζήτημα της Αλαμπάμας ήταν ένα διεθνές ζήτημα που προέκυψε από την ποικίλη βοήθεια των Άγγλων προς τους Νοτίους και που προκάλεσε την έντονη διαμαρτυρία των Βορείων τόσο κατά τη διάρκεια του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου όσο και μετά τη λήξη του, όταν πλέον νικήτρια η αμερικανική κυβέρνηση δεν περιορίστηκε μόνο σ' αυτή (τη διαμαρτυρία) αλλά αξίωσε την καταβολή εκ μέρους της Αγγλίας σοβαρών αποζημιώσεων. Το όνομα του ζητήματος προήλθε από το καταδρομικό «Αλαμπάμα» και όχι την ομώνυμη πολιτεία (τα πλοία στην αγγλική είναι θηλυκού γένους).

Το δημιουργηθέν αυτό ζήτημα που έλαβε το όνομα «Διεθνές ζήτημα της Αλαμπάμας» κατόπιν πολλών και μακρών διαπραγματεύσεων παραπέμφθηκε σε διαιτησία. Έτσι συνομολογήθηκε συνθήκη στην Ουάσιγκτον στις 8 Μαΐου του 1871 μεταξύ των δύο Χωρών όπου και τέθηκαν τρεις γενικοί κανόνες που όφειλε να λάβει υπόψη του το διαιτητικό δικαστήριο και οι οποίοι έμειναν γνωστοί στο Διεθνές Δίκαιο ως κανόνες της Ουάσιγκτον και που αφορούν κανόνες ουδετέρων χωρών «εν πολέμω». Οι κανόνες αυτοί είναι:

  1. Πάσα κυβέρνησις ουδετέρου κράτους υποχρεούται να εμποδίζει τον εξοπλισμόν, την προμήθειαν εξαρτημάτων και πληρώματος και τον απόπλουν εκ των χωρικών της υδάτων, οποιουδήποτε πλοίου περί του οποίου έχει στοιχεία ότι πρόκειται να επιτεθεί εναντίον δυνάμεως με την οποία αύτη διατελεί εις φιλικάς σχέσεις.
  2. Να μη επιτρέπει την χρησιμοποίηση των λιμένων και των χωρικών της υδάτων της ως βάση επιχειρήσεων εναντίον άλλων, ή την ανανέωσιν ή την συμπλήρωσιν πολεμικού υλικού και πληρωμάτων.
  3. Να εμποδίζη δια παντός τρόπου πάσαν παράβασιν των ως άνω υποχρεώσεων εκ μέρους προσώπων ευρισκομένων εις τους λιμένας της, τα χωρικά αυτής ύδατα και γενικώς εντός της σφαίρας της δικαιοδοσίας της.

Το διεθνές δικαστήριο που κλήθηκε να εξετάσει μέχρι ποίου σημείου οι παραπάνω κανόνες είχαν παραβιαστεί στη διάρκεια του πολέμου ήταν πενταμελές και τα μέλη του είχαν οριστεί από τη Βασίλισσα της Αγγλίας, τον Πρόεδρο της Αμερικανικής Δημοκρατίας, τον Βασιλέα της Ιταλίας, τον Αυτοκράτορα της Βραζιλίας, και τον Πρόεδρο της Ελβετικής Δημοκρατίας, όπου και συνήλθε στη πρώτη του συνεδρίαση στις 15 Δεκεμβρίου του 1871. Οι συζητήσεις υπήρξαν πολλές και επίπονες όπου και εξετάσθηκαν όλες οι λεπτομέρειες εμπλοκών του εμφυλίου. Τέλος, σχεδόν ένα χρόνο μετά, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1872 εκδόθηκε η απόφαση με την οποία αναγνώρισε ότι πράγματι η Αγγλία είχε παραβιάσει τους παραπάνω κανόνες και επέβαλε σ' αυτή να καταβάλει ως αποζημίωση στις Η.Π.Α. το ποσόν των 15.000.000 δολαρίων. Η απόφαση αυτή έστω και αν δεν προσυπογράφτηκε από τον αντιπρόσωπο της Αγγλίας εντούτοις αναγνωρίσθηκε από την αγγλική κυβέρνηση και εφαρμόσθηκε πιστά.

Το όλο θέμα αυτό δίκαια αναγνωρίσθηκε διεθνές ζήτημα μεγάλης σπουδαιότητας αφενός στη σημασία και το ρόλο ενός διεθνούς διαιτητικού δικαστηρίου στην επίλυση διεθνών διαφορών, όσο και, επί του ουσιαστικότερου, στο δίκαιο του πολέμου. Είναι γεγονός πως το ζήτημα της Αλαμπάμας έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στους επόμενους χρόνους αφού αυτό ήταν και η αφετηρία εισαγωγής συστήματος διεθνούς διαιτησίας αφενός, καθώς και αφετηρία καθορισμού υποχρεώσεων ουδετέρων χωρών σε πολεμικές συγκρούσεις, αφετέρου, που άρχισαν να λαμβάνουν μορφή επίσημων διεθνών κανόνων στη Συμφωνία της Χάγης το 1907.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου τ. 3ος, σ. 166.