Επιχείρηση Πηγή

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με την επωνυμία Επιχείρηση «Πηγή» (Operation Source) είναι γνωστή η επιχείρηση του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οποία διεξήχθη στις 22 Σεπτεμβρίου 1943 από έξι υποβρύχια «τσέπης» με αντικειμενικό σκοπό την βύθιση των τριών γερμανικών πολεμικών πλοίων Τίρπιτς (Tirpitz, θωρηκτό) Σάρνχορστ (Scharnhorst, βαρύ καταδρομικό) και Λύτσοβ (Lützow, θωρηκτό "τσέπης", δίδυμο του "Βίσμαρκ") καθώς αυτά θα βρίσκονταν αγκυροβολημένα στις βάσεις τους στα φιόρδ της Νορβηγίας. Από τις τρεις επιθέσεις μόνο η πρώτη ολοκληρώθηκε, προκαλώντας στο Tirpitz σοβαρές ζημιές, οι οποίες το ακινητοποίησαν επί εξάμηνο.

Η απειλή του Γερμανικού Στόλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα μέσα του 1943 στο Βρετανικό Ναυαρχείο επικρατούσε ο φόβος για μία ενδεχόμενη έξοδο των γερμανικών θωρηκτών στον Ατλαντικό ή τον Αρκτικό ωκεανό. Οι φόβοι απέκτησαν υπόσταση όταν στις 8 Σεπτεμβρίου το θωρηκτό Τίρπιτς και το βαρύ καταδρομικό Σάρνχορστ, υπό την συνοδεία αντιτορπιλικών, επιτέθηκαν στη νήσο Σπιτσμπέργκεν της Νορβηγίας, στον Αρκτικό ωκεανό, το οποίο χρησιμοποιούσαν οι Βρετανοί ως ανεφοδιαστικό σταθμό. Τα δύο γερμανικά θωρηκτά βομβάρδισαν τις εγκαταστάσεις, ενώ τα αντιτορπιλικά αποβίβασαν στρατεύματα και κατέλαβαν το νησί. Για τον Βρετανό πρωθυπουργό Ουίνστων Τσώρτσιλ, ο εφιάλτης των γερμανικών θωρηκτών είχε ζωντανέψει ξανά μετά την έξοδο του Βίσμαρκ (Bismark) την άνοιξη του 1941. Γνωστό σαν «Το Κτήνος» για τους Βρετανούς αντιπάλους του, το Τίρπιτς από μόνο του αποτελούσε την απειλή του Βρετανικού Μητροπολιτικού Στόλου. Εφόσον μέχρι εκείνη τη στιγμή οι απόπειρες βομβαρδισμού του θωρηκτού από την RAF είχαν αποτύχει, οι επιτελείς αποφάσισαν να στραφούν σε άλλες επιθετικές τακτικές.

Το Κάαφιορντ της Νορβηγίας, στο οποίο ελλιμενιζόταν το Τίρπιτς, ήταν ένα απόρθητο και απροσπέλαστο φυσικό οχυρό. Οποιοδήποτε εχθρικό αεροπλάνο επιχειρούσε βομβαρδισμό κάθετης εφόρμησης θα τσακιζόταν στους βράχους κατά την άνοδο. Η θαλάσσια και υποθαλάσσια άμυνα του φιόρδ αποτελείτο από ένα εκτεταμένο ναρκοπέδιο, το οποίο ασφάλιζε την είσοδό του και, κατόπιν, από ένα ανθυποβρυχιακό δίχτυ προστασίας, κατασκευασμένο από πυκνό ατσάλινο συρματόπλεγμα, το οποίο εκτεινόταν από την επιφάνεια μέχρι τον βυθό, βάθους 30 μ., και ήταν ικανό να σταματήσει ακόμα και ένα υποβρύχιο 1.500 τόνων. Ισχυροί προβολείς, συσκευές προπετάσματος καπνού, παράκτια και αντιαεροπορικά πυροβόλα συμπλήρωναν τα αμυντικά μέτρα, καλύπτοντας τον θαλάσσιο και εναέριο χώρο του φιόρδ από οποιονδήποτε επίδοξο εισβολέα.

«Σκάφη Χ»: Κατασκευή των υποβρυχίων τσέπης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Βρετανοί ερευνητές συμφώνησαν ότι το μόνο όπλο που θα πλήξει το θωρηκτό ήταν κάποιο είδος υποβρυχίου “τσέπης”. Οι προϋποθέσεις που έπρεπε να πληροί ένα τέτοιο σκάφος δεν ήταν απλές: η διάμετρός του δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει τα 4 μ. Θα έπρεπε να καταδύεται σε βάθος 90 μ. για 36 συνεχείς ώρες και να μεταφέρει κάποιο όπλο αρκετά καταστρεπτικό για να πλήξει το ισχυρότερο θωρηκτό της Ευρώπης. Το πρώτο ανάλογο πειραματικό υποβρύχιο τσέπης, το Χ-3, καθελκύστηκε τον Μάρτιο του 1942 και, μετά τις πρώτες επιτυχείς δοκιμές, το Ναυαρχείο διέταξε την κατασκευή άλλων έξι. Τα νέα “Σκάφη-Χ”, παραδόθηκαν τον Ιανουάριο του 1943 και έλαβαν τις κωδικές ονομασίες Χ-5, Χ-6, Χ-7, Χ-8, Χ-9 και Χ-10. Είχαν μήκος 15,5 μ, μέγιστη διάμετρο 1,8 μ. και βάρος 35 τόνων. Επανδρώνονταν από τετραμελές πλήρωμα και με μόνη εξαίρεση την παντελή απουσία πυργίσκου, λειτουργούσαν με τις ίδιες βασικές αρχές όλων των συμβατικών υποβρυχίων.

Το εσωτερικό τους είχε σχεδιασθεί με έναν γνώμονα: πόσο ζωτικό χώρο χρειάζονταν τέσσερις άνδρες για να λειτουργήσουν, χωρίς να επηρεασθεί η ψυχολογία τους σε επικίνδυνο βαθμό. Οι σχεδιαστές υπολόγισαν ότι σε διάστημα των 10 ημερών παραμονής μέσα στο σκάφος η ανθρώπινη αντοχή θα άγγιζε τα όριά της. Για ένα σκληρά εκπαιδευμένο πλήρωμα, αυτό το διάστημα θα μπορούσε να παραταθεί στις 14 μέρες. Όλα τα όργανα ελέγχου και οι μοχλοί ήταν τοποθετημένα τόσο κοντά το ένα στο άλλο, ώστε οποιαδήποτε απρόσεκτη κίνηση αρκούσε για να παγιδευτεί ένα πόδι ανάμεσα στις σωληνώσεις ή να μετακινηθεί κατά λάθος κάποιος άλλος μοχλός με απρόβλεπτες συνέπειες. Όπως συμβαίνει πάντοτε με την σχεδίαση κάθε αντισυμβατικού όπλου, τα Σκάφη-Χ μαστίζονταν από δεκάδες προβλήματα, τα οποία δεν είχαν επιλυθεί λόγω πίεσης χρόνου. Η συσσώρευση της υγρασίας από τις αναπνοές και την εφίδρωση του πληρώματος μέσα σε έναν τόσο περιορισμένο χώρο αποτελούσαν άμεσο κίνδυνο. Μετά από μία ώρα παραμονής στο εσωτερικό, η υγρασία συσσωρευόταν στα τοιχώματα και μετά από λίγο άρχιζε να στάζει, τρελαίνοντας τα ηλεκτρικά κυκλώματα και ρίχνοντας τις ασφάλειες. Οι άνδρες έπρεπε διαρκώς να σκουπίζουν τα τοιχώματα και τα όργανα για να αποφύγουν βραχυκυκλώματα και πυρκαϊές.

Δεδομένου ότι τα υποβρύχια τσέπης δεν ήταν σε θέση να μεταφέρουν τορπίλες, οι σχεδιαστές τα εξόπλισαν με δύο “πλευρικές νάρκες”, ένα είδος ωρολογιακών εκρηκτικών. Κάθε υποβρύχιο έφερε δύο τέτοιες νάρκες, ελλειψοειδούς σχήματος και συνολικού βάρους τεσσάρων τόνων, προσαρμοσμένες στα εξωτερικά πλευρικά τοιχώματα του σκάφους, οι οποίες καταλάμβαναν το μεγαλύτερο μέρος του μήκους του. Κάθε νάρκη περιείχε έναν τόνο εκρηκτικού υψηλής ισχύος «Αματόλ». Οι νάρκες απελευθερώνονταν με το τράβηγμα ενός μοχλού και ο ωρολογιακός μηχανισμός ρυθμιζόταν ώστε το υποβρύχιο να έχει τον απαραίτητο χρόνο να απομακρυνθεί από το σημείο της έκρηξης. Τα έξι υποβρύχια επανδρώθηκαν από εθελοντές του Βασιλικού Ναυτικού, επιλεγμένους κατόπιν αυστηρών διαδικασιών, οι οποίοι εκπαιδεύθηκαν επί 17 μήνες στον χειρισμό των νέων σκαφών. Οι διοικήσεις των υποβρυχίων και η ανάθεση στόχων ανά σκάφος είχαν ως εξής:

Τα υποβρύχια, οι κυβερνήτες τους και οι στόχοι ήταν οι παρακάτω:

  • Χ-5 Χέντυ Κρηρ......... στόχος: Τίρπιτς
  • Χ-6 Ντόναλντ Κάμερον... στόχος: Τίρπιτς
  • Χ-7 Γκόντφρεϋ Πλαίης... στόχος: Τίρπιτς
  • Χ-8 ΜακΦαρλαίην........ στόχος: Λύτσοβ
  • Χ-9 Μάρτιν..............στόχος: Σάρνχορστ
  • Χ-10 Κέννεθ Χάντσπεθ.....στόχος: Σάρνχορστ

Ως ημέρα αναχώρησης ορίστηκε η 11η Σεπτεμβρίου 1943 και ως ημέρα επίθεσης η 23η, ημέρα της χειμερινής ισημερίας, για πολλούς λόγους: αντίθετα με τα συμβατικά υποβρύχια, τα υποβρύχια «τσέπης» χρειάζονταν αρκετό σκοτάδι για να εισχωρήσουν απαρατήρητα στο φιόρδ, αλλά ταυτόχρονα και αρκετό φως για να παρατηρήσουν ευκρινώς την σκιά που θα δημιουργούσε ο όγκος ενός θωρηκτού πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας –το σημείο δηλαδή, που θα άφηναν τις πλευρικές νάρκες. Στις 6 Σεπτεμβρίου 1943 τα πληρώματα συνέταξαν τις διαθήκες τους και για πρώτη φορά τους ανακοινώθηκε το σχέδιο της επιχείρησης.

Η επίθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αμέσως μετά τον απόπλου έγινε αντιληπτό ότι η μηχανική αντοχή των υποβρυχίων ήταν εξαιρετικά περιορισμένη. Τα Χ-8 και Χ-10 υποχρεώθηκαν να ματαιώσουν την αποστολή τους λόγω ανεπανόρθωτων βλαβών, και τελικώς εγκαταλείφθηκαν από τα πληρώματά τους. Το Χ-9 βυθίστηκε αύτανδρο εν πλω χωρίς καν να γίνει αντιληπτό από τα άλλα σκάφη. Έτσι, ο μόνος στόχος της επιχείρησης που είχε απομείνει ήταν το Τίρπιτς και όλο το βάρος της επιτυχίας έπεφτε πάνω στους κυβερνήτες των Χ-5, Χ-6 και Χ-7.

Το Χ-6 παρουσίασε μία σειρά διαρροών στην δεξιά δεξαμενή έρματος, την δεξιά νάρκη και το περισκόπιο, οι οποίες είχαν προσδώσει στο σκάφος μία κλίση 10°. Σταδιακά η διαρροή του περισκοπίου επιδεινώθηκε τόσο, ώστε η ορατότητα ήταν αδύνατη. Ο κυβερνήτης του, πλοίαρχος Ντόναλντ Κάμερον (Donald Cameron), αναγκαζόταν να λύνει ολόκληρο το περισκόπιο σε τακτά διαστήματα, να το καθαρίζει και στην συνέχεια να το επανασυναρμολογεί.

Με το πρώτο λυκαυγές της 22ας Σεπτεμβρίου το Χ-6 βρέθηκε μπροστά στο ανθυποβρυχιακό δίχτυ προστασίας του Τίρπιτς σε βάθος κατάδυσης 18 μ. Εκείνη τη στιγμή ο Κάμερον παρατήρησε στην επιφάνεια ένα μικρό περιπολικό σκάφος να κατευθύνεται προς την είσοδο του ανθυποβρυχιακού διχτυού, η οποία άνοιγε για να αφήσει το σκάφος να περάσει. Ο Κάμερον αποφάσισε να αποτολμήσει το αδιανόητο και η τύχη τον ευνόησε: αναδύθηκε και ακολούθησε το γερμανικό σκάφος, περνώντας μαζί του την ανοικτή είσοδο του ανθυποβρυχιακού διχτυού, καθώς το σκάφος του ήταν δυσδιάκριτο κάτω από τον ελαφρό κυματισμό και τα απόνερα του πλοίου. Σε απόσταση μικρότερη των 400 μ. αριστερά του είδε τον επιβλητικό όγκο του Τίρπιτς.

Μία ώρα αργότερα το Χ-7 του πλοιάρχου Mπέιζιλ Γκόντφρεϋ Πλέις (Basil Godfrey Place), ουσιαστικά “πήδηξε” πάνω από το δίχτυ χωρίς να γίνει αντιληπτό και καταδύθηκε αμέσως. Κατόπιν αναδύθηκε σε βάθος περισκοπίου και βρέθηκε να αντικρίζει το Τίρπιτς μόλις 30 μ. στα αριστερά του και κατευθύνθηκε προς την πλώρη του.

Στις 07:20, προχωρώντας αργά, με μόνο οδηγό την θολή σκιά της τρόπιδας του θωρηκτού κάτω από 10 μέτρα νερού, το Χ-6 προσέκρουσε σε έναν ύφαλο και εκτινάχθηκε στην επιφάνεια, προδίδοντας την παρουσία του. Παρά τον καταιγισμό των πυρών που δέχθηκε από τα μικρά όπλα του Τίρπιτς, κατάφερε να καταδυθεί και να αποθέσει τις νάρκες του κάτω από την πλώρη του θωρηκτού, στο ύψος των πυροβόλων του πύργου “Β”, ρυθμισμένες να εκραγούν σε μία ώρα. Ο Κάμερον, έχοντας χάσει τον έλεγχο του σκάφους του μετά την πρόσκρουση, αναδύθηκε και παραδόθηκε μαζί με το πλήρωμά του στους Γερμανούς, αφού προηγουμένως είχε ανοίξει τις αντλίες του σκάφους του για να βυθιστεί.

Την ίδια στιγμή το Χ-7 βρισκόταν σε βάθος 12 μ., όπου απελευθέρωσε την δεξιά νάρκη ακριβώς κάτω από τον πύργο “Β”. Καταδύθηκε στα 18 μ., προχώρησε ευθεία κατά μήκος της τρόπιδας του θωρηκτού και δύο λεπτά αργότερα απελευθέρωσε και την αριστερή, κάτω από τον πύργο “D”. Καταδύθηκε βαθύτερα στα 30 μ. και ετοιμάστηκε να εγκαταλείψει το φιόρδ το ταχύτερο δυνατό. Ωστόσο, ενεπλάκη στο δίχτυ και οι βίαιοι χειρισμοί το εκτίναξαν στην επιφάνεια, μπροστά στα μάτια των ανδρών του Τίρπιτς, οι οποίοι πλέον είχαν αντιληφθεί ότι βρισκόταν υπό εξέλιξη κάποια βρετανική επίθεση, αν και δεν γνώριζαν την φύση της. Όλα τα όπλα του φιόρδ στράφηκαν εναντίον του και το σκάφος χάθηκε γρήγορα κάτω από την επιφάνεια. Ο κυβερνήτης του, Μπέιζιλ Πλέις και ο έμπειρος δύτης του πληρώματος, Ρόμπερτ Αίτκεν, κατάφεραν να εγκαταλείψουν γρήγορα το βυθιζόμενο σκάφος και να κολυμπήσουν μέχρι την επιφάνεια, όπου και περισυνελέγησαν από τους Γερμανούς. Τα άλλα δύο μέλη του πληρώματος χάθηκαν μαζί με το σκάφος τους.

Με τους έξι Βρετανούς επιζήσαντες της επιχείρησης συγκεντρωμένους στο κατάστρωμα του Τίρπιτς και χωρίς κάποια εμφανή απόπειρα τορπιλισμού του πλοίου τους, ο κυβερνήτης του θωρηκτού, Πλοίαρχος Χάνς Μάγερ, υποπτεύθηκε ότι κάποιο είδος εκρηκτικού πρέπει να είχε τοποθετηθεί στα ύφαλα του σκάφους και διέταξε τέσσερις δύτες να διεξαγάγουν υποβρύχια έρευνα. Στο άκουσμα της διαταγής, οι Βρετανοί αιχμάλωτοι, προκειμένου να σώσουν τους Γερμανούς δύτες από μάταιο θάνατο, αποκάλυψαν ότι από στιγμή σε στιγμή τα εκρηκτικά θα ανατινάζονταν.

Περί τις 08:12 οι τρεις νάρκες κάτω από τον πύργο “Β” και η τέταρτη κάτω από τον πύργο “C”, εξερράγησαν με διαφορά δευτερολέπτων, ανυψώνοντας τους 56.000 τόνους του θωρηκτού δύο μέτρα έξω από το νερό και αποκολλώντας τους τρεις ογκώδεις κινητήρες του από τις χαλύβδινες βάσεις τους. Παρότι το Τίρπιτς δεν βυθίστηκε, υπέστη εκτεταμένες ζημιές, κυρίως στο πρυμναίο τμήμα: οι άξονες των ελίκων ράγισαν, το αριστερό πηδάλιο και ο μηχανισμός περιστροφής του πύργου “D” καταστράφηκαν, ενώ στο διαμέρισμα του δεύτερου γεννητριοστασίου εισέρρευσαν 1.400 τόνοι νερού.

Στις 08:43, περίπου 30 λεπτά μετά τις εκρήξεις, το τρίτο υποβρύχιο, το Χ-5 του Χέντυ Κρηρ, πιθανώς χτυπημένο από το ωστικό κύμα των υποθαλάσσιων εκρήξεων των ναρκών, εξαναγκάστηκε να αναδυθεί περίπου 500 μ. έξω από τον κλοιό του προστατευτικού διχτυού, όπου και βυθίστηκε από τα πυρά του δευτερεύοντος οπλισμού του Τίρπιτς, χωρίς να αφήσει επιζώντες.

Οι έξι επιζήσαντες της επιχείρησης (Ντόναλντ Κάμερον, Μπέιζιλ Πλέις, Τζων Λόριμερ, Ρίτσαρντ Κένταλ, Έντμουντ Γκόνταρντ και Ρόμπερτ Αίτκεν) αντιμετώπισαν τον θαυμασμό του πλοιάρχου Χανς Μάϋερ και αργότερα οδηγήθηκαν σε στρατόπεδο αιχμαλώτων από όπου θα απελευθερώνονταν μετά το τέλος του Πολέμου. Στους κυβερνήτες των Χ-6 και Χ-7, (Ντόναλντ Κάμερον, Μπέιζιλ Πλέις), απενεμήθη ο Σταυρός της Βικτωρίας στις 22 Φεβρουαρίου 1944 εν αιχμαλωσία. Μετά την απελευθέρωση και την επιστροφή τους στην Αγγλία έλαβαν το παράσημο σε ειδική τελετή από τον ίδιο τον Βασιλέα Γεώργιο.

Οι επισκευές του Τίρπιτς διήρκεσαν έξι μήνες, αλλά ακόμη και μετά το πέρας τους το βαρύ θωρηκτό δεν εγκατέλειψε ποτέ το αγκυροβόλιο του Κάαφιορντ. Βυθίστηκε στο ίδιο ακριβώς σημείο, μετά την αεροπορική επιδρομή βομβαρδιστικών της RAF στις 12 Νοεμβρίου 1944, όταν επλήγη από δύο ειδικά κατασκευασμένες βόμβες “Tallboy”, βάρους έξι τόνων και μήκους έξι μέτρων. Τον θάνατο βρήκαν 1.000 άνδρες του πληρώματός του, οι οποίοι εγκλωβίστηκαν στο εσωτερικό του. Η απομάκρυνση της απειλής του Τίρπιτς από τον Ατλαντικό έδωσε την ευκαιρία στον Βρετανικό Μητροπολιτικό Στόλο να διαθέσει τέσσερα θωρηκτά και δύο αεροπλανοφόρα στο μέτωπο του Ειρηνικού, τα οποία έως τότε παρέμεναν καθηλωμένα στην Αγγλία. Η Επιχείρηση «Πηγή» και η δράση των Χ-5, Χ-6 και Χ-7 απετέλεσαν την βάση για την δημιουργία του κινηματογραφικού έργου “Above us the Waves”, παραγωγής 1955, με πρωταγωνιστή τον Τζον Μιλς (John Mills).

Το μυστήριο του Χ-5[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι λεπτομέρειες της δράσης του Χ-5 παραμένουν μέχρι σήμερα άγνωστες. Εκτός από το γεγονός ότι βυθίστηκε αύτανδρο από τα γερμανικά πυρά, δεν έγινε ποτέ γνωστό αν κατάφερε να εναποθέσει τις νάρκες του στον στόχο. Ο κυβερνήτης του Χ-5, ο Αυστραλός πλοίαρχος Χέντυ Κρηρ, υπήρξε ο μόνος από τους τρεις κυβερνήτες στον οποίον δεν απενεμήθη ο Σταυρός της Βικτωρίας, επειδή το Βρετανικό Ναυαρχείο συμπέρανε αβάσιμα ότι το Χ-5 δεν είχε ολοκληρώσει την αποστολή του. Μεταπολεμικά, η οικογένειά του διαμαρτυρήθηκε για την αδικία που έγινε εις βάρος της μνήμης του νεκρού, ο οποίος, αν μη τι άλλο, είχε προσεγγίσει τον στόχο του και είχε σκοτωθεί πράττοντας το καθήκον του. Κριτήριο για την απονομή του παρασήμου του Σταυρού της Βικτωρίας δεν αποτελεί η επιτυχής ή μη έκβαση της αποστολής, αλλά η γενναιότητα της πράξης. Παρόλα αυτά το Βρετανικό Υπουργείο Πολέμου εξακολουθεί να αρνείται την απονομή ελλείψει απτών αποδείξεων. Ωστόσο, από έρευνες που διεξήχθησαν στην περιοχή του Κάαφιορντ προέκυψαν αρκετές σοβαρές ενδείξεις περί του αντιθέτου.

Κατά την διάρκεια των εκτεταμένων υδρογραφικών και καταδυτικών ερευνών στον ρηχό βυθό του φιόρδ το 1974 και το 1976, δεν βρέθηκε κανένα ίχνος του Χ-5, εκτός από ορισμένα συντρίμμια και ένα τμήμα πλώρης υποβρυχίου τσέπης, τα οποία διαπιστώθηκε ότι προέρχονταν από το Χ-7. Τα συντρίμμια βρέθηκαν σε απόσταση 400 μ. από την πλώρη του θωρηκτού, δηλαδή το σημείο όπου πράγματι είχε βυθιστεί το Χ-7 σύμφωνα και με την αναφορά του κυβερνήτη του. Από το Χ-6 δεν βρέθηκε επίσης κανένα ίχνος. Αυτό όμως, θεωρήθηκε λογικό, αφού αυτό είχε βυθιστεί ακριβώς κάτω από τα ύφαλα του θωρηκτού, οπότε οι εκρήξεις θα είχαν εξαφανίσει οποιοδήποτε ίχνος του.

Το 2004, μετά από μία ακόμα έρευνα στο Κάαφιορντ, προέκυψε ένα νέο στοιχείο, το οποίο έριχνε φως στο μυστήριο του Χ-5. Σε μικρή απόσταση από το σημείο όπου κάποτε αγκυροβολούσε το Τίρπιτς ανακαλύφθηκε μία ακέραιη νάρκη Σκάφους Χ. Προφανώς επρόκειτο για ελαττωματική νάρκη, η οποία δεν εξερράγη εξ αιτίας κάποιας διαρροής. Αν και ήταν αδύνατον να εξακριβωθεί η ταυτότητά της, αυτή δεν θα μπορούσε να ανήκει σε κανένα άλλο υποβρύχιο εκτός από το Χ-5, αφού οι νάρκες των άλλων δύο υποβρυχίων είχαν εκραγεί. Επίσης παραμένει άξιο παρατήρησης ότι συνολικά, τρεις νάρκες είχαν τοποθετηθεί κάτω από το ύψος του πύργου “Β” και μόνο μία κάτω από τον πύργο “C”. Ωστόσο, το Τίρπιτς υπέστη σοβαρότατες ζημιές στο πρυμναίο τμήμα του, αλλά καμία στο πρωραίο. Πως θα ήταν δυνατόν η έκρηξη μίας μόνο νάρκης να προκαλέσει τόσο εκτεταμένες ζημιές, όταν οι τρεις κάτω από το πρωραίο τμήμα δεν προκάλεσαν καμία; Αυτό συνηγορούσε με την άποψη ότι το Χ-5 θα μπορούσε κάλλιστα να είχε εναποθέσει τις νάρκες του κάτω από το Τίρπιτς, όπως τα άλλα δύο και, έχοντας ολοκληρώσει επιτυχώς την αποστολή του, να προσπαθούσε να διαφύγει, όταν κάποια βλάβη το εκτίναξε στην επιφάνεια (όπως συνέβη με το Χ-7). Τότε βυθίστηκε από τα εύστοχα γερμανικά πυρά και τις εκρήξεις βομβών βυθού, χωρίς να απομείνουν ίχνη του, όπως συνέβη στην περίπτωση του Χ-6. Τα στοιχεία λοιπόν που είχαν παραβλεφθεί για τόσα χρόνια, άρχισαν πλέον να σχηματίζουν μία εικόνα. Επισήμως πάντως, η απονομή του Σταυρού της Βικτωρίας στον πλοίαρχο Χέντυ Κρηρ εκκρεμεί ακόμα λόγω έλλειψης στοιχείων.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Thomas Gallagher: “Against All Odds -Midget Submarines against the Tirpitz”, McDonald, 1971.
  • C. Warren & J. Benson: “Above us the Waves”, Harrap, 1953.
  • F. Walker & P. Mellor: “The Mystery of X-5”, William Kimber, 1988.
  • Edwin Gray: “Hitler’s Battleships”, Leo Cooper, 1992.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]