Ενανθρώπηση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Γέννηση του Θεανθρώπου

Τι είναι Ενσάρκωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, ο Λόγος ή Υιός του Θεού, γεννήθηκε από την Μαρία ή Παναγία στη Βηθλεέμ της Βηθανίας. Η δε σύλληψη, σύμφωνα με την διήγηση των Ευαγγελίων, έγινε με υπερφυσικό τρόπο, εκ Πνεύματος Αγίου, και πλήρη απουσία σαρκικών σχέσεων μεταξύ της Μητέρας Του της Μαρίας και του μνηστήρα της του Ιωσήφ.

Ορθόδοξη Εκκλησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γιατί έγινε[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μοναδικό πρόβλημα του ανθρώπου ήταν ο θάνατος. Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο από το μηδέν και του έδωσε τη δυνατότητα να επιλέξει, είτε την αθανασία - υπακούοντας στην εντολή Του - είτε, με την παρακοή, το θάνατο. Ο άνθρωπος επέλεξε, δυστυχώς, την παρακοή και έκτοτε άρχισε να πεθαίνει. Μάλιστα, λέει ο Μέγας Αθανάσιος, ο θάνατος εξουσίαζε πλέον τους πάντες ως νομοθετημένος από τον ίδιο το Θεό, ως συνεπείας της δικής μας ενδεχομένης παρακοής και άρα κανείς δεν μπορούσε να τον καταλύσει. Ο Θεός πάλι, δε θα μπορούσε να "συγχωρήσει" τον άνθρωπο και να μην αφήσει το νόμο να ισχύσει, διότι τότε θα αποδεικνυόταν ψεύτης, πράγμα άτοπον, "άτοπον μεν γάρ ήν ειπόντα τον Θεόν ψεύσασθαι". Από την άλλη, όμως, εξίσου "απρεπές" θα ήταν αν ο άνθρωπος, που πλάσθηκε από την αρχή λογικός, εξ αιτίας του διαβόλου να επέστρεφε στην ανυπαρξία. Τι έπρεπε, λοιπόν, να γίνει; Μήπως να μετανοήσει ο άνθρωπος, και ο Θεός δια της μετανοίας, να τον επαναφέρει στην προπτωτική κατάσταση; Τότε, όμως, ο Θεός θα φαινόταν και πάλι ψεύτης, αφού οι άνθρωποι δεν θα υποδουλώνονταν υπό την κυριαρχία του θανάτου. Άλλωστε " ούτε η μετάνοια από των κατά φύσιν ανακαλείται, αλλά μόνον παύει των αμαρτημάτων". επομένως μόνο ο Λόγος, που δημιούργησε τα πάντα, μπορούσε να τα αναδημιουργήσει. Και πώς να τα αναδημιουργήσει; Γενόμενος άνθρωπος. Γνώριζε ο Υιός και Λόγος του Θεού ότι για να κερδίσει το θάνατο έπρεπε πρώτα να αναμετρηθεί μαζί του να πεθάνει δηλαδή. Επειδή δε ο Θεός δεν υπόκειται ασφαλώς, σε φθορά και θάνατο, ως η ίδια η Ζωή, δια τούτο έλαβε σώμα και ψυχή ανθρώπινα, κατά πάντα όμοια με τα δικά μας (εκτός της αμαρτίας), μέσα στη μήτρα της Θεοτόκου και μάλιστα όχι κατά φυσικό τρόπο ( με τη μεσολάβηση ανδρός) αλλ' εκ Πνεύματος Αγίου. Άρα ο Χριστός γεννήθηκε για να πεθάνει. Και γιατί μόνο ο Χριστός έπρεπε να κερδίσει το Θάνατο; "Επειδή γάρ εξ ανθρώπων εις ανθρώπους ο θάνατος εκράτησε, δια τούτο πάλιν δια της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου η του θανάτου κατάλυσις γέγονε". Άλλωστε για να επανέλθει ο άνθρωπος στο "κατ' εικόνα" έπρεπε οπωσδήποτε να γίνει με την προσέλευση της ίδιας της Εικόνος του Θεού, δηλαδή του Χριστού. "Δι' ανθρώπων μεν γάρ ουκ ήν δυνατόν, επεί και αυτοί κατ' εικόνα γεγόνασιν, αλλ' ουδέ δι' αγγέλων, ουδέ γάρ αυτοί εισιν εικόνες". Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα χρησιμοποιεί ο Άγιος Αθανάσιος στο έργο του "Περί ενανθρωπήσεως". Λέει, λοιπόν, ότι όπως όταν μια προσωπογραφία κατασκευασμένη σε ξύλο γεμίσει με ακαθαρσία και εξαφανισθεί χρειάζεται απαραιτήτως να έλθει το "μοντέλο" της εικόνος για να επισκευασθεί ", κατά τούτο και ο πανάγιος του Πατρός Υιός, εικών ων του Πατρός, παρεγένετο επί τους ημετέρους τόπους, ίνα τον κατ' αυτόν πεποιημένον άνθρωπον ανακαινίση". Η μητέρα του Χριστού ονομάστηκε Θεοτόκος, γιατί γέννησε τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο.Ειρήνης Αρτέμη, «Τό μυστήριο της Ενανθρωπήσεως στούς δύο διαλόγους «ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΜΟΝΟΓΕΝΟΥΣ»και «ΟΤΙ ΕΙΣ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ» του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας», Εκκλησιαστικός Φάρος, ΟΕ (2004), 189.

Ποια η σημασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χριστός γεννήθηκε για να πεθάνει αλλά δεν πέθανε για να πεθάνει. Ο Χριστός σταυρώθηκε και πέθανε για να αναστηθεί και έτσι να κερδίσει το θάνατο. Το σώμα Του, επειδή ήταν το ίδιο ακριβώς με όλα τα ανθρώπινα, ήταν θνητό και πέθαινε. Από την άλλη επειδή στο πρόσωπο του Χριστού υπήρχαν και οι δύο φύσεις (Θεία και ανθρώπινη), "δια τον ενοικήσαντα τον Λόγον εκτός εγίνετο φθοράς". Συνέβαιναν, δηλαδή, και τα δυο μαζί και ο θάνατος να κυριαρχεί και να καταλύεται. Έτσι ο Θεάνθρωπος Χριστός πέθανε, κατά την ανθρώπινη όμως φύση (αφήνοντας απαθή τη Θεία Φύση) και χάρη στη Θεότητα Ανέστη ως Θεάνθρωπος. Έτσι η ανθρώπινη φύση, ενωμένη με τη Θεία ατρέπτως, αδιαιρέτως και ασυγχύτως στο Πρόσωπο του Χριστού, νίκησε και πάλι τη φθορά και το θάνατο. "Ουκέτι νύν ώσπερ πάλαι κατά την του νόμου απειλήν θανάτω αποθνήσκομεν οι εν Χριστώ πιστοί (πέπαυται γάρ η τοιαύτη καταδίκη), αλλά της φθοράς παυομένης και αφανιζομένης εν τη της αναστάσεως χάριτι, λοιπόν κατά το του σώματος θνητόν διαλυόμεθα μόνον τώ χρόνω, ον εκάστω ο Θεός ώρισεν, ίνα κρείττονος αναστάσεως τυχείν δυνηθώμεν", όπως λέει ο άγιος Αθανάσιος, και συνεχίζει "δίκην γάρ των εν γη καταβαλλομένων σπερμάτων ουκ απολλύμεθα διαλυόμενοι, αλλ' ως σπειρόμενοι αναστησόμεθα, καταργηθέντος του θανάτου κατά την του Σωτήρος χάριν". Πεθαίνουμε, δηλαδή,πλέον μόνο κατά το σώμα ακριβώς όπως τα σπέρματα ( στάρι - κόλλυβα) που θάπτονται στη γη για να ξαναφυτρώσουν, περιμένοντας, δηλαδή, την κοινή Ανάσταση.

Η Ενανθρώπηση στην Βυζαντινή τέχνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το δόγμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας περί ενανθρωπήσεως του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδας διατυπώθηκε στην Α΄ σύνοδο του Βατικανού (1870), ενώ δεν το αμφισβήτησε η Β΄ του Βατικανού (1962-1965). Το δόγμα αυτό, στηρίζεται αποκλειστικά στο έργο του Ανσέλμου αρχιεπισκόπου Καντερβουρίας (1033-1109) «Cur Deus Homo» (γιατί ο Θεός έγινε άνθρωπος).

Γιατί έγινε[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την αμαρτία των πρωτοπλάστων προσεβλήθη η θεία δικαιοσύνη, η οποία επιβάλλει στο Θεό να τους τιμωρήσει με θάνατο και να τους παραδώσει στο σατανά. Αυτή η δικαιοσύνη απαιτεί ικανοποίηση της οργής του Θεού, ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης. Επειδή ο άνθρωπος, κατά τον Άνσελμο και την Δυτική θεολογική παράδοση, δεν μπορεί να δώσει άπειρη ικανοποίηση, ο Θεός αποστέλλει τον Υιό Του, ο οποίος ως Θεάνθρωπος παρέχει αντιπροσωπευτικά την ικανοποίηση. Γεννιέται δηλαδή ως Θεάνθρωπος προκειμένου να ικανοπιηθεί η θεία δικαιοσύνη. Ο Θεός δε, ευχαριστείται τόσο πολύ με το αίμα του Υιού Του ώστε αυτό, Του είναι αναγκαίο για να μπορεί να συγχωρεί τον ένοχο μόνο μετά από αυτό το θάνατο.

Ποια η σημασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η «αξιομισθία» του Χριστού. Ενώ ο Χριστός οφείλει υπακοή στη δικαιοσύνη και στην τιμή του Θεού, δεν οφείλει να πεθάνει, επειδή είναι αναμάρτητος. Γι' αυτό στο Ρωμαιοκαθολικισμό θεωρείται ο θάνατος Του «υπέρτακτο έργο», και ονομάζεται αξιομισθία του Χριστού. Μετά την «ικανοποίηση» ο Χριστός, αποζημιώνεται υποχρεωτικά από τον Πατέρα με μια αμοιβή. Όμως επειδή ο Χριστός είναι θεάνθρωπος, δεν του χρειάζεται η αμοιβή. Αλλά αν ο «κερδηθείς μισθός» δεν δινόταν σε κανέναν θα ήταν άχρηστος. Γι'αυτό ο Χριστός παρέχει την ανταμοιβή, την αξιομισθία του. «Υποχρεωτικά» λοιπόν, από τον Θεό η αξιομισθία του Χριστού παραχωρείται στον πάπα.

Προτεσταντισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]