Διατραπεζική αγορά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Τι είναι η διατραπεζική αγορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διατραπεζική αγορά (αγγλικά: Interbank market) είναι η κορυφαία αγορά συναλλάγματος, όπου πάνω από 1000 τράπεζες ή άλλου είδους πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να ανταλλάξουν διαφορετικά συναλλάγματα. Οι τράπεζες μπορούν είτε να πραγματοποιούν συναλλαγές άμεσα η μία με την άλλη, είτε μέσω ηλεκτρονικής μορφής πλατφόρμες(Electronic Brokering Services, EBS), που παίζουν το ρόλο μεσάζοντα. Στις συναλλαγές αυτές δεν συμμετέχουν επενδυτές του λιανικού εμπορίου και μικρότερου μεγέθους εμπορικές ομάδες. Μπορούμε να την περιγράψουμε αλλιώς σαν ένα δίκτυο τραπεζών, που ανταλλάσσουν μεταξύ τους συναλλάγματα.

Η κύρια διαφορά μεταξύ της διατραπεζικής και της λιανικής αγοράς είναι το επιτόκιο των δανειζόμενων ποσών. Το επιτόκιο εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα χρημάτων στην αγορά, από την επικρατούσα κατάσταση των επιτοκίων και από τους συγκεκριμένους όρους της σύμβασης, όπως είναι η προθεσμία του δανείου. Από τη στιγμή που οι εμπορικές τράπεζες έχουν πρόσβαση στην κεντρική τράπεζα του έθνους, έχουν τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν δάνεια σε πολύ χαμηλότερο κόστος, από όσο θα κατάφερνε ο τελικός καταναλωτής. Οι τράπεζες περνάνε τα χρήματα που αποκτούν με ευνοϊκούς όρους της κεντρικής τράπεζας στους καταναλωτές και έτσι επιτυγχάνουν κέρδος και παραμένουν στο εμπόριο. Η διατραπεζική αγορά είναι επίσης το μέσο, όπου συμβαίνει η συντριπτική πλειοψηφία των forex (foreign exchange market) συναλλαγών. Καθημερινά λαμβάνουν χώρα πάρα πολλές συναλλαγές, επομένως οι συμμετέχοντες στην διατραπεζική αγορά χρησιμοποιούν ενιαία, δηλαδή ομοιόμορφη τιμολογιακή πολιτική. Με άλλα λόγια, αν "παγώναμε" το χρόνο, οι διαθέσιμες τιμές για δύο προϊόντα συναλλάγματος θα ήταν πανομοιότυπες από τράπεζα σε τράπεζα.

Ιδρύματα που εξυπηρετούν τη λιανική αγορά και έχουν πρόσβαση μέσα από μεσιτικές συμφωνίες σε μία ή περισσότερες τράπεζες που αναμειγνύονται, ονομάζονται forex dealers. Ο έμπορος ή διαπραγματευτής λαμβάνει την τρέχουσα τιμολόγηση για κάθε "ζευγάρι" από τις τράπεζες με τις οποίες έχουν σχέση . H τιμή, που βλέπει ένας έμπορος, είναι η ίδια που βλέπουν και οι υπόλοιποι, επειδή όλοι έχουν πρόσβαση στη διατραπεζική αγορά. Στην πραγματικότητα, πολλοί διαπραγματευτές χρησιμοποιούν τις ίδιες κορυφαίες τράπεζες για να έχουν πρόσβαση στη διατραπεζική αγορά. Ένας forex dealer στέλνει τις τελικές αυτές τιμές μέσω των λιανικών εμπόρων στους καταναλωτές. Οι διαπραγματευτές, αποκομίζουν χρήματα μέσω των σπρεντ (spreads). Τo σπρεντ (περιθώριο) είναι η διαφορά επιτοκίου (της απόδοσης που προσφέρεται στους επενδυτές) μεταξύ των ομολόγων δύο διαφορετικών χωρών.

Τί είναι το forex[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το forex είναι:[1]

  • Παγκόσμιο ηλεκτρονικό σύστημα που συνδέει τράπεζες και μεσίτες.
  • 100% ηλεκτρονικό - δεν έχει κάποια κεντρική τοποθεσία
  • Πριν το 1997 ήταν κλειστό για τους ατομικούς εμπόρους

Πώς δημιουργήθηκε[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διατραπεζική αγορά αναπτύχθηκε στο Λονδίνο τη δεκαετία του 1960, ως μια αγορά στην οποία τράπεζες, που δεν είχαν συμψηφιστεί δάνειζαν ποσά η μία στην άλλη. Από τότε εξελίχθηκε σε μια τεράστια αγορά χρήματος, που χρησιμοποιείται από ολόκληρο το φάσμα των οικονομικών ιδρυμάτων με σκοπό τον αμφίδρομο δανεισμό(lending and borrowing). Τα ποσά που διακυβεύονται είναι αρκετά μεγάλα και δανείζονται ανασφάλιστα, σε πρόχειρους -θα λέγαμε όρους που δεν επιδέχονται ιδιαίτερη διαπραγμάτευση και απαιτούν αποπλήρωση σε σταθερές περιόδους. Η αγορά εξυπηρετείται πλέον από έναν μεγάλο αριθμό χρηματομεσίτων και χρησιμοποιείται από τράπεζες και άλλα οικονομικά ιδρύματα, με σκοπό να προσαρμόσουν τις short-run 1 θέσεις ρευστότητάς τους ή για να αποκτήσουν ποσά προς δανεισμό.


Βασικές έννοιες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνάλλαγμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι το χρηματικό μέσο που συνηθίζεται στη διεθνή πρακτική να χρησιμοποιείται για το διακανονισμό πληρωμών από και προς το εξωτερικό. Ικανοποιεί δηλαδή συναλλακτικές ανάγκες(αγοραπωλησίες αγαθών, υπηρεσιών, τίτλων) οικονομικών μονάδων που ανήκουν σε διαφορετικούς οικονομικούς και νομισματικούς χώρους(εθνικά κράτη. Ιστορικά το λεγόμενο συνάλλαγμα, είχε πάντα τη μορφή εθνικού νομίσματος, είτε υλικής(χρυσός,άργυρος), είτε πιστωτικής ή τραπεζικής (δολάριο,στερλίνα,μάρκο...) μορφής. Συναλλαγματική ενέργεια είναι ακριβώς η πράξη της χρησιμοποίησης ανταλλάγματος στο διακανονισμό μιας εμπορικής η χρηματοοικονομικής συναλλαγής. Συνεπάγεται πάντα το πέρασμα(αλλαγή) από δεδομένο χρηματικό μέσο(εθνικό νόμισμα) σε κάποιο άλλο που γίνεται αποδεκτό στη διεθνή πληρωμή(συνάλλαγμα). Με άλλα λόγια η συναλλαγματική ενέργεια είναι η αγοραπωλησία εθνικού νομίσματος έναντι συναλλάγματος.

Οι διεθνείς συναλλαγές και η χρηματοδότησή τους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λέγεται συνήθως ότι το διεθνές εμπόριο διεξάγεται μεταξύ των κρατών(χωρών) που συμμετέχουν στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Η υπόθεση αυτή, που βρίσκεται στη βάση της θεωρίας του διεθνούς εμπορίου και αποτελεί χρήσιμο εργαλείο ανάλυσης, δεν είναι παρά κατά το ήμισυ σωστή. Είναι αλήθεια ότι οι διεθνείς συναλλαγές(εισαγωγές-εξαγωγές αγαθών,υπηρεσιών,τίτλων) έχουν σαν σημείο αναφοράς τα εθνικά κράτη, τα οποία αποτελούν τους δύο πόλους της συναλλαγής, όπως ακριβώς δύο οικονομικά υποκείμενα στο εσωτερικό μιας εθνικής οικονομίας. Οι εισαγωγές-εξαγωγές όμως γίνονται με πρωτοβουλία των εθνικών οικονομικών μονάδων, οι οποίες στρέφονται στο εξωτερικό προς ικανοποίηση των αναγκών τους. Αγοράζουν δηλαδή, ή πωλούν στο εξωτερικό αγαθά, υπηρεσίες και τίτλους που δεν μπορούν (ή και δεν επιθυμούν) να βρουν ή να διαθέσουν στην εσωτερική αγορά.

Κατηγορίες διεθνών συναλλαγών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι διεθνείς συναλλαγές χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Στις εμπορικές και στις χρηματοοικονομικές. Εμπορικές είναι οι διεθνείς συναλλαγές, αντικείμενο των οποίων αποτελούν οι αγοραπωλησίες εμπορευμάτων, οι εισαγωγές δηλαδή ξένων και οι εξαγωγές εγχώριων αγαθών και υπηρεσιών. Χρηματοοικονομικές είναι οι συναλλαγές, αντικείμενο των οποίων είναι η μεταφορά κεφαλαίων από και προς το εξωτερικό. Τα κεφάλαια αυτά δεν έρχονται να ολοκληρώσουν(να χρηματοδοτήσουν) μια διεθνή εμπορική συναλλαγή, αλλά ενδιαφέρονται πρώτιστα για την αύξηση της αποδοτικότητάς τους, ψάχνουν δηλαδή για το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος, ταξιδεύοντας από χώρα σε χώρα. Δηλαδή οι χρηματοοικονομικές συναλλαγές αποτελούν τοποθετήσεις κεφαλαίων από και προς το εξωτερικό. Ανάλογα με τη διάρκειά τους διακρίνονται σε:

  • μακροχρόνιες τοποθετήσεις κεφαλαίων όπως είναι
    • οι άμεσες επενδύσεις από και προς το εξωτερικό:η εγκατάσταση ή εξαγορά ή έλεγχος επιχείρησης, συμμετοχή στα κεφάλαιά της, ίδρυση θυγατρικής εταιρίας,
    • οι αγορές χρηματιστηριακών τίτλων(μετοχές ή ομολογίες ξένων επιχειρήσεων ή εγχώριων επιχειρήσεων από αλλοδαπούς),
    • τα μακροπρόθεσμα δάνεια του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα.
  • βραχυχρόνιες, μικρότερες του ενός έτους, τοποθετήσεις κεφαλαίων. Εδώ εντάσσονται οι κινήσεις κεφαλαίων που σχετίζονται είτε με την αποδοτική(ορθολογική) διαχείριση χαρτοφυλακίου σε συνάλλαγμα, είτε με την αναζήτηση άμεσων και εύκολων κερδών(κερδοσκοπία).

Επιχειρήσεις που διεξάγουν συναλλαγές με το εξωτερικό, πληρώνουν ή δέχονται πληρωμές σε συνάλλαγμα. Η διακράτηση συναλλάγματος στα ταμεία τους περικλείει κινδύνους απώλειας αξίας(περίπτωση υποτίμησης διακρατούμενου νομίσματος). Η αποφυγή του κινδύνου, ή ακόμα αναζήτηση κερδών, αναγκάζει την επιχείρηση να προβαίνει στη διαφοροποίηση χαρτοφυλακίου της σε συνάλλαγμα, περνώντας από νόμισμα σε νόμισμα. Η αλλαγή της σύνθεσης του χαρτοφυλακίου συνεπάγεται μια σειρά συναλλαγματικών πράξεων. Οι κερδοσκοπικές κινήσεις κεφαλαίων στηρίζονται στην αρχή της αναζήτησης γρήγορων και υψηλών κερδών με τη μετακίνησή τους από χώρα σε χώρα και φυσικά από νόμισμα σε νόμισμα. Στη χρηματοδότηση κεφαλαίων που συνδέεται με τη χρηματοδότηση εμπορικής συναλλαγής εμπλέκονται συνήθως δύο και μόνο νομίσματα: της χώρας του εισαγωγέα και της χώρας του εξαγωγέα. Στη χρηματοοικονομική όμως συναλλαγή, μπορεί να εμπλακούν μια σειρά εθνικών νομισματων.


Χρηματοδότηση διεθνών συναλλαγών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χρησιμοποιούμε το παράδειγμα ενός ταξιδιού για να κατανοήσουμε τη χρηματοδότηση διεθνούς συναλλαγής. Το πρώτο βήμα της πραγματοποίησης ενός ταξιδιού στο εξωτερικό ξεκινάει από το γκισέ μιας τράπεζας. Εκεί απευθυνόμαστε για να αλλάξουμε το επιθυμητό ποσό του συναλλάγματός μας με το αντίστοιχο ποσό σε ταξιδιωτικό συνάλλαγμα. Η συνηθισμένη αυτή πράξη περιγράφει με από τρόπο τη διαδικασία χρηματοδότησης μιας αγοράς, εισαγωγής υπηρεσιών. Η ίδια περίπου διαδικασία επαναλαμβάνεται και στην περίπτωση χρηματοδότησης εισαγωγής ή εξαγωγής εμπορευμάτων.

Ρόλος των τραπεζών στη διενέργεια συναλλαγματικής πράξης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη διεθνή τραπεζική πρακτική είναι πάγια τακτική, οι εμπορικές τράπεζες να διατηρούν σχέσεις με τράπεζες του εξωτερικού, τις λεγόμενες "ανταποκρίτριες"'. Οι σχέσεις αυτές παίρνουν συνήθως τη μορφή της διατήρησης αμοιβαίων λογαριασμών στα βιβλία τους και στο εθνικό νόμισμα της καθεμιάς. Είναι οι λογαριασμοί εγχώριων τραπεζών σε τράπεζες του εξωτερικού) και οι λογαριασμοί ξένων τραπεζών στα βιβλία εμπορικών μιας τράπεζας. Σύμφωνα με την πρακτική αυτή, υποθέτουμε ότι η τράπεζα του εισαγωγέα μας (για παράδειγμα η Εθνική Τράπεζα) διατηρεί στα βιβλία της λογαριασμό μιας γαλλικής ανταποκρίτριας τράπεζας(ας πούμε της CCF). Το ίδιο ισχύει και για την τελευταία: έχει στα βιβλία της ανοιγμένο λογαριασμό της ανταποκρίτριας της Εθνικής Τράπεζας. Μόλις η Εθνική Τράπεζα πάρει εντολή από τον πελάτη της να πληρώσει το Γάλλο εξαγωγέα επιφορτίζεται με τη μεταφορά του εκάστοτε ποσού στη Γαλλία. Η μεταβίβαση κεφαλαίων μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους:

  • να αντλήσει από τα υπάρχοντα συναλλαγματικά της αποθέματα το επιθυμητό ποσό και να το στείλει ταχυδρομικώς στη Γαλλία, στην ανταποκρίτρια τράπεζα
  • να εκδώσει επιταγή ή συναλλαγματική εξωτερικού στο όνομα του εξαγωγέα και να την αποστείλει για εξόφληση στην ανταποκρίτρια τράπεζα
  • να δώσει, τηλεφωνικώς ή με φαξ, εντολή πληρωμής στην ανταποκρίτρια τράπεζα και υπέρ του Γάλλου εξαγωγέα, που είναι και ο πλέον συνηθισμένος τρόπος μεταφοράς κεφαλαίων από και προς το εξωτερικό.

Παρατηρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Η εισαγωγή ξένων προϊόντων συνεπάγεται, είτε την αύξηση των καταθέσεων αλλοδαπών τραπεζών στις εγχώριες εμπορικές τράπεζες, είτε τη μείωση των καταθέσεων σε συνάλλαγμα εγχώριων τραπεζών σε τράπεζες του εξωτερικού.
  2. Η εξαγωγή προϊόντων στο εξωτερικό σημαίνει, είτε την αύξηση των καταθέσεων σε συνάλλαγμα δικών μας εμπορικών τραπεζών σε τράπεζες του εξωτερικού, είτε τη μείωση των καταθέσεων σε συνάλλαγμα εγχώριων τραπεζών σε εγχώριες εμπορικές τράπεζες.
  3. Συνοψίζοντας τις προηγούμενες παρατηρήσεις, βλέπουμε ότι οι διεθνείς συναλλαγές μιας χώρας έχουν σαν συνέπεια τη δημιουργία ή τη διαφοροποίηση(αυξομείωση) καταθέσεων είτε ξένων εμπορικών τραπεζών σε εγχώριες τράπεζες, είτε ημεδαπών εμπορικών τραπεζών σε τράπεζες του εξωτερικού. Οι καταθέσεις αυτές είναι αποδοτέες σε συνάλλαγμα, γιατί εκφράζουν ακριβώς το χρέος του εθνικού εισαγωγέα προς τον αλλοδαπό προμηθευτή του, ο οποίος και πληρώνεται στο νόμισμα της χώρας του, άσχετα αν η τράπεζά του μπορεί να πληρωθεί και σε τρίτο, γενικά αποδεκτό νόμισμα.
  4. Οι τράπεζες παίρνουν διπλό ρόλο στα πλαίσια της διεθνούς πληρωμής: έναν καθαρά διαμεσολαβητικό στον εθνικό χώρο και έναν του μεταφορέα κεφαλαίου από χώρα σε χώρα(και από νόμισμα σε νόμισμα) στραμμένες προς το εξωτερικό.

Οργάνωση και λειτουργία της αγοράς συναλλάγματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αγορά συναλλάγματος είναι ο τόπος όπου συγκεντρώνονται οι πωλητές και αγοραστές συναλλάγματος για να προβούν στην αλλαγή ποσοτήτων εθνικού νομίσματος έναντι κενού συναλλάγματος, ή ξένου συναλλάγματος έναντι εθνικού νομίσματος για τη χρηματοδότηση συναλλαγών τους με το εξωτερικό. Επειδή η χρηματοδότηση των αγοραπωλησιών από και προς το εξωτερικό, προϋποθέτει όπως είπαμε τη μεσολάβηση τραπεζών, λογικό είναι να περιμένει κανείς την παρουσία τους στην αγορά συναλλάγματος, στη θέση του πωλητή ή του αγοραστή ανάλογα με την περίπτωση. Στην ενδοτραπεζική ή διατραπεζική αγορά συναλλάγματος δεν συμμετέχουν παρά μόνο οι εμπορικές τράπεζες σαν αντιπρόσωποι και εκτελεστές των εντολών της πελατείας της. Στα πλαίσια όμως μιας οικονομίας δεν ενεργούν μόνο παραγωγικές μονάδες, οι οποίες αγοράζουν και πωλούν (στο εξωτερικό) αγαθά και υπηρεσίες, αλλά και οικονομικές μονάδες ή ιδιώτες που ειδικεύονται στι χρηματοοικονομικές πράξεις(εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου,μεμονωμένοι επενδυτές κεφαλαίου στο εξωτερικό,κερδοσκόποι), η πρόσβαση των οποίων στην αγορά συναλλάγματος δεν μπορεί να αποκλεισθεί.Αυτοί ενεργούν στην ελεύθερη αγορά συναλλάγματος όχι με την προσωπική τους παρέμβαση, αλλά μέσω ειδικευμένων υπαλλήλων-χρηματιστών και dealers συναλλάγματος. Οι τράπεζες στις σχέσεις τους με τους πελάτες τους, εισαγωγείς-εξαγωγείς διεξάγουν καθημερινά εκατοντάδες μεμονωμένες ενέργειες αλλαγής εθνικού νομίσματος έναντι συναλλάγματος ή συναλλάγματος έναντι εθνικού νομίσματος. Για να φέρουν σε πέρας αυτές τις συναλλαγματικές ενέργειες είναι αναγκασμένες να διατηρούν στα αποθέματά τους μια ικανοποιητική ποσότητα συναλλάγματος και στα νομίσματα που κινούνται περισσότερο. Με το κλείσιμο των συναλλαγών στο τέλος της ημέρας οι τράπεζες διαπιστώνουν ότι είναι πλεονασματικές ή ελλειμματικές σε συνάλλαγμα. Θα πρέπει λοιπόν, στα πλαίσια της ορθολογικής διαχείρισης των συναλλαγματικών της αποθεμάτων, να διαθέσουν τις πλεονασματικές ποσότητες ξένου συναλλάγματος και να προμηθευτούν άλλες σε κάποιο νόμισμα που παρουσιάζονται ελλειμματικές. Την καθαρή πλεονασματική ή ελλειμματική τους θέση, διαπραγματεύονται με άλλες τράπεζες στη διατραπεζική αγορά συναλλάγματος, πράγμα που σημαίνει ότι ψάχνουν να βρουν ανάμεσα σε άλλες τράπεζες, εκείνη που θα ικανοποιήσει την προσφορά ή ζήτηση συναλλάγματος με αντάλλαγμα ποσότητες εθνικού νομίσματος. Λογικό είναι, οι διαπραγματεύσεις αυτές(προσφοράς-ζήτησης) ξένων έναντι εθνικών νομισμάτων να προσδιορίζουν και το λόγο μετατροπής του εθνικού νομίσματος σε ξένο νόμισμα, αυτό δηλαδή που λέμε τιμή συναλλάγματος. Η τελική τιμή συναλλάγματος, διαμορφώνεται με μια διαδικασία παρόμοια-με κάποιες μικρές παραλλαγές και στη διαπραγμάτευση των τιμών των μετοχών στο χρηματιστήριο αξιών. Οι διαπραγματεύσεις αρχίζουν με την εκφώνηση της πρώτης τιμής (εκκίνησης) από τον αρμόδιο υπάλληλο(fixer). Η πρώτη αυτή τιμή προσδιορίζεται, αφού ληφθούν υπόψη διάφοροι παράγοντες, όπως:

  • η τιμή κλεισίματος της προηγούμενης ημέρας
  • οι διαμορφωμένες τάσεις στην εσωτερική αγορά, μέχρι την έναρξη της διαδικασίας διαπραγμάτευσης
  • οι τιμές στις διεθνείς χρηματαγορές
  • η ασκούμενη(επίσημη) συναλλαγματική πολιτική


Κατηγορίες επενδυτών σε συνάλλαγμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αγορές συναλλάγματος (όπως και στο χρηματιστήριο) εμφανίζονται διάφορες κατηγορίες οικονομικών υποκειμένων. Μια απλή κατάταξη είναι η παρακάτω:

  • τους επενδυτές σε χαρτοφυλάκιο συναλλάγματος(ξένων νομισμάτων):

εμφανίζονται στην αγορά, κυρίως για να διαφυλάξουν την αξία του χαρτοφυλακίου τους στην επερχόμενη πτώση τιμών. Στόχος τους είναι η διαφοροποίηση, η αλλαγή δηλαδή της σύνθεσης του χαρτοφυλακίου τους με την πώληση των νομισμάτων που σημειώνουν-ή προβλέπεται να σημειώσουν, πτωτική εξέλιξη και την αγορά άλλων που έχουν-ή προβλέπεται να έχουν, ανοδική πορεία. Απώτερος στόχος τους είναι η επίτευξη της μέγιστης δυνατής απόδοσης απέναντι σε έναν δεδομένο κίνδυνο που δέχονται να αναλάβουν.

  • τους διαθέτοντες ρευστά διαθέσιμα σε εγχώριο νόμισμα:

που αντί να καταθέσουν σε τράπεζες για βραχύ χρονικό διάστημα, επιθυμούν να τα τοποθετήσουν σε νομίσματα ελπίζοντας σε μεγαλύτερο από, από τους αντίστοιχους τόκους(σε εθνικό νόμισμα) κέρδος. Εμφανίζονται στην αγορά κυρίως σαν αγοραστές. Δεν κρατούν όμως το συνάλλαγμά τους για μακρύ χρονικό διάστημα, αλλά το μεταπωλούν σε μεγαλύτερη τιμή στις επόμενες μέρες ή βδομάδες, κερδίζοντας τη διαφορά(στην περίπτωση φυσικά που ανέβει η τιμή τους, όπως το είχαν προβλέψει ή ελπίσει).

  • τους κερδοσκόπους:

ξεκινούν συνήθως από ακάλυπτη θέση (δε διαθέτουν ούτε συνάλλαγμα, ούτε το χρηματικό του αντάλλαγμα σε εθνικό νόμισμα). Ενεργούν βραχυχρόνια και στοχεύουν στα γρήγορα και υψηλά κέρδη. Εμφανίζονται κυρίως στην προθεσμιακή αγορά.

  • 'τους θεσμικούς επενδυτές:'

εταιρίες επενδύσεων, ειδικοί χρηματοδοτικοί οργανισμοί, αμοιβαία κεφάλαια, οργανωμένες ομάδες επενδυτών(συνεταιρισμοί επενδυτών και επενδυτικές λέσχες-σύλλογοι), ασφαλιστικές εταιρίες κλπ, εμφανίζονται στις αγορές συναλλάγματος και στις ξένες χρηματαγορές για να επενδύουν σε αλλοδαπούς τίτλους, αλλά και σε ξένα νομίσματα. Γενικά συμπεριφέρονται όπως η πρώτη κατηγορία επενδυτών. Για όλες τις προηγούμενες κατηγορίες επενδυτών, σπουδαίο ρόλο παίζει η πρόβλεψη της εξέλιξης των τιμών, γιατί αυτή προσδιορίζει τη συγκεκριμένη θέση του πωλητη ή του αγοραστή συναλλάγματος. Οι θέσεις που παίρνονται κάθε φορά και οι ενέργειες που εκτελούνται, ονομάζονται στρατηγικές παιξίματος ή στρατηγικές επένδυσης στις αγορές συναλλάγματος.

Απόδοση και κίνδυνος συναλλάγματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τον όρο «τιμή συναλλάγματος» ορίσαμε την αξία των ξένων νομισμάτων εκφρασμένη σε εγχώριες νομισματικές μονάδες. Η διαδοχική αλλαγή των τιμών συναλλάγματος μέσα στο χρόνο είναι αυτό που ονομάζουμε «απόδοση συναλλάγματος». Έτσι ορίζουμε την παρακάτω σχέση:

PDM(t):PDM(t-1), PDM(t), PDM(t+1), PDM(t+2),...,PDM(t+n)

που παριστά τη χρονολογική σειρά των τιμών (συναλλάγματος) του μάρκου σε δραχμές στη διάρκεια της περιόδου αναφοράς(n).

Ποιοι συμμετέχουν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη διατραπεζική αγορά, συμμετέχουν κυρίως οι μεγαλύτερες τράπεζες, όπως είναι η [Deutsche Bank], η UBS, η [Citibank], όμως άλλες τράπεζες, διεθνείς δημόσιοι οργανισμοί και hedge funds 2 δημιουργούν μικρότερες δόσεις για τις επενδυτικές δραστηριότητες σε αυτό το μέσο συναλλαγών. Οι δραστηριότητες των hedge funds και των επενδυτικών τραπεζών, αν και πολύ σημαντικές είναι πολύ μικρότερες σε σχέση με τον όγκο των δραστηριοτήτων που ενεργοποιούνται από τις μεγαλύτερες, διεθνείς τράπεζες. Παρόλα αυτά, εφόσον οι φορείς αυτοί είναι ικανοί να αξιοποιήσουν πολύ υψηλότερα επίπεδα μόχλευσης, συγκριτικά με τις εμπορικές τράπεζες, μπορούν να παίξουν και σημαντικότερο ρόλο στην αγορά με το πέρασμα του χρόνου. Ο όγκος των εμπορικών συναλλαγών, που δραστηριοποιούνται από τους δημόσιους οργανισμούς δεν είναι ιδιαίτερα αξιόλογος σε σύγκριση με την κερδοσκοπική δραστηριότητα που δημιουργείται από τις κορυφαίες τράπεζες και τα κορυφαία οικονομικά ιδρύματα. Οι δραστηριότητες των μεσιτών στην αγορά συναλλάγματος και των πελατών τους, υπολογίζεται πως αποτελούν περίπου το 2% της συνολικής δραστηριότητας της διατραπεζικής αγοράς και διαρκώς αυξάνεται.

Οι 10 κορυφαίες τράπεζες στην αγορά συναλλάγματος (Μάϊος 2009)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατάταξη Όνομα Μερίδιο αγοράς
1 Deutsche Bank 20,96
2 UBS AG 14.58
3 Barclays Capital 10.45
4 Royal Bank of Scotland 8.19
5 Citi 7.32
6 JPMorgan 5.43
7 HSBC 4.09
8 Goldman Sachs 3.35
9 Credit Suisse 3.05
10 BNP Paribas 2.26


Διατραπεζικό επιτόκιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το επιτόκιο που χρησιμοποιείται στα βραχυπρόθεσμα δάνεια που πραγματοποιούνται μεταξύ των τραπεζών. Οι τράπεζες δανείζουν και δανείζονται χρήματα μέσω της διατραπεζικής αγοράς, με σκοπό να διαχειρίζονται τα επίπεδα ρευστότητας και να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της αγοράς. Το επιτόκιο, εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα χρημάτων στην αγορά, στα επικρατώντα επιτόκια και στους εκάστοτε όρους του συμβολαίου, όπως είναι η προθεσμία. Οι τράπεζες χρειάζεται να έχουν ένα επαρκές ποσό ρευστών κεφαλαίων, όπως μετρητά, έτσι ώστε να μπορούν να ανταπεξέλθουν σε τυχόν αναλήψεις των πελατών τους. Εάν μια τράπεζα δεν μπορεί να ανταπεξέλθει σε αυτές τις προϋποθέσεις, θα χρειαστεί να δανειστεί χρήματα στη διατραπεζική αγορά για να καλύψει τo έλλειμμα. Από την άλλη, μερικές τράπεζες έχουν πλεόνασμα ρευστού κεφαλαίου, επομένως δανείζουν από το πλεόνασμά τους σε άλλες τράπεζες μέσω της διατραπεζικής αγοράς και εισπράττουν τους τόκους. Υπάρχει ένα ευρύ φάσμα διατραπεζικών επιτοκίων, όπως το libor, το οποίο διαμορφώνεται καθημερινά από τα μέσα επιτόκια των δανείων που πραγματοποιούνται στη διατραπεζική αγορά του Λονδίνου.

Euribor[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

To euribor [2] είναι το βασικό επιτόκιο του ευρώ στη διατραπεζική αγορά χρήματος. Δηλαδή είναι το επιτόκιο με το οποίο δανείζουν και δανείζονται μεταξύ τους τα πιστωτικά ιδρύματα. Η κάθε τράπεζα που λειτουργεί εντός ζώνης του ευρώ, είναι υποχρεωμένη να ανακοινώνει καθημερινά τα επιτόκια με τα οποία είναι διατεθειμένη να προσφέρει την πλεονάζουσα ρευστότητα, που διαθέτει στις άλλες τράπεζες και για διαφορετικές χρονικές διάρκειες, οι οποίες ξεκινούν από τη μία ημέρα, φτάνοντας τον έναν χρόνο. Ταυτοχρόνως ανακοινώνει για τις ίδιες χρονικές περιόδους, το επιτόκιο το οποίο είναι διατεθειμένη να καταβάλει στις άλλες τράπεζες προκειμένου να αντλήσει ρευστότητα εφόσον τη χρειαστεί. Ο μέσος όρος των επιτοκίων αυτών αποτελεί το επιτόκιο euribor για κάθε μία χρονική διάρκεια.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1.: ^ Για παράδειγμα, ένας επενδυτής που δανείζεται μετοχές από το κεφάλαιο ενός μεσίτη και τις πουλάει στην ανοιχτή αγορά(open market) κατέχει μια short-position. Ο επενδυτής πρέπει να επιστρέψει το δανειζόμενο κεφάλαιο, αγοράζοντάς το πάλι από την ανοιχτή αγορά. Αν η τιμή της μετοχής πέσει, ο επενδυτής την αγοράζει φθηνότερα, οπότε επιτυγχάνει κέρδος.

2.: ^ Τα hedge funds χρησιμοποιούν πληθώρα χρηματοοικονομικών εργαλείων με σκοπό την μείωση του επενδυτικού ρίσκου, την αύξηση των αποδόσεων και την ελαχιστοποίηση της συσχέτισης με τις αγορές των μετοχών και των ομολόγων.Τα περισσότερα από αυτά είναι ευέλικτα στις επενδυτικές τους επιλογές (μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις ανοιχτές πωλήσεις , τη μόχλευση , παράγωγα προϊόντα όπως δικαιώματα πώλησης (puts), δικαιώματα αγοράς (calls), συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures) κτλ.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Διατραπεζική αγορά συναλλάγματος,Θεωρία & Πρακτική, Β.Πανάγος, Εκδόσεις "Το Οικονομικό", Θεσσαλονίκη, 1994
  • Macmillian Dictionary of Economics, Modern Economics-David W.Pearce, The Macmillian Press, 1986


Eξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. [1]

What is forex