Γόνδολα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γόνδολα

Η Γόνδολα (Gondola) αποτελεί σήμερα ιδιαίτερο τύπο ελαφρού σκάφους, λέμβου, γενικού μήκους περίπου 10 μέτρων γνωστό από τους χρόνους της Ενετικής Δημοκρατίας και που διατηρείται ως πορθμείο γενικής χρήσης στη Βενετία.

Ιδιότυπη χαρακτηρίζεται η πλώρη της γόνδολας που υψώνεται κάθετα ως ακροστύλιο σχήματος S και που θυμίζει αμυδρά τον «χηνίσκο» των αρχαίων τριήρεων έχοντας το άνω άκρο στραμμένο προς τα έξω του σκάφους. Επίσης ιδιότυπος είναι και ο θαλαμίσκος στο κέντρο καλούμενος «καπονέρα» (caponera) ή «φέλτζα» (felza) επενδυμένος με σκουρόχρωμο ύφασμα έχοντας εγκάρσια φαρδύ κάθισμα σχήματος ανάκλιντρου καθώς και πλευρικά πτυσσόμενα καθίσματα.

Η Γόνδολα κινείται (ελαύνεται) από ένα ή (σπανιότερα) δύο γονδολιέρηδες που δεν κωπηλατούν ούτε ουραδίζουν αλλά χρησιμοποιώντας την κώπη, όπως το σάρωθρο (σκούπα), την βυθίζουν στο νερό και σπρώχνουν προς τα πίσω, ακριβώς όπως οι νέγροι τις πιρόγες τους, ή αβαράροντας στο βυθό. Με τον τρόπο αυτό οι γόνδολες κινούνται με κάποια ασφαλή ταχύτητα ανάλογη του υφιστάμενου χώρου.

Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι η γόνδολα είναι το μοναδικό σκάφος στη ναυπηγική που δεν ακολουθεί ταυτόσημη κατά πλευρά ομοιομορφία, ακριβώς επειδή στη μία πρυμναία πλευρά στέκεται ο γονδολιέρης και χειρίζεται τη κώπη (κουπί).

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομά της οφείλεται στην αρχαία ελληνική λέξη «κόνδυ» που σημαίνει ποτήρι. Στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία αυτή που σήμερα λέγεται γόνδολα αποτελούσε ευρείας χρήσης σκάφος των κατοίκων στη Κωνσταντινούπολη, που τότε εκ του αρχαίου «κόνδυ» λεγόταν «κουντελάδα». Οι Βενετοί στη συνέχεια μετέφεραν τον τύπο αυτό στη πόλη τους και από κουντελάδα το ονόμασαν Κόντελα για να καταλήξει στο Γόνδολα (Gondola).