Γομολάστιχα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Δύο κοινές γομολάστιχες
Ένα μολύβι με γόμα

Η γομολάστιχα ή κοινώς γόμα ή σβήστρα είναι είδος γραφικής ύλης που χρησιμοποιείται για το σβήσιμο κειμένων ή σχεδίων από μολύβι. Οι γόμες έχουν ελαστική σύσταση και συνήθως είναι λευκού, καφέ ή πράσινου χρώματος, αν και με την χρησιμοποίηση διαφόρων υλικών είναι δυνατό να επιτευχθεί οποιαδήποτε απόχρωση. Για την κατασκευή τους χρησιμοποιείται κυρίως συνθετικό καουτσούκ. Γόμες ειδικά κατασκευασμένες για επαγγελματίες του σχεδίου είναι κατασκευασμένες από υλικά όπως το βινύλιο και διάφορα είδη πλαστικού.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατασκευή της πρώτης γομολάστιχας αποδίδεται στον Άγγλο μηχανικό Έντουαρντ Νέρν (Edward Nairne) το 1770.[1] Κατά τη διάρκεια ενός διαγωνισμού για την καλύτερη ανακάλυψη ο Νερν παρατήρησε την ιδιότητα του καουτσούκ να σβήνει κείμενα ή σχέδια από μολύβι και έτσι κατασκεύασε την πρώτη γομολάστιχα. Στην συνέχεια προχώρησε στην παραγωγή τους και τις διέθετε σε υψηλή τιμή. Αυτή ήταν και η πρώτη πρακτική χρήση του καουτσούκ στην Ευρώπη].

Σε αυτή τη μορφή όμως η γόμα παρουσίαζε μειονεκτήματα, καθώς ήταν ιδιαίτερα ευπαθής και σύντομα ακατάλληλη για χρήση. Το 1839 ο Aμερικανός εφευρέτης Τσαρλς Γκουντγίαρ (Charles Goodyear) ανακάλυψε την μέθοδο του βουλκανισμού. Με τη χρήση αυτής της μεθόδου το καουτσούκ αποκτά ελαστικότητα και αντοχή.[2] Έτσι, από τότε, η παραγωγή και η χρήση της γομολάστιχας γενικεύτηκε.

Στις 30 Μαρτίου 1858 ο Χάιμεν Λίπμαν (Hymen Lipman) από την Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ έλαβε πατέντα για την τοποθέτηση μίας μικρής γομολάστιχας στην άκρη ενός μολυβιού. Αργότερα όμως, η πατέντα αυτή ακυρώθηκε καθώς επρόκειτο για σύνθεση δύο διαφορετικών συσκευών και όχι ένα καινούριο προϊόν.[3]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα