Γλωσσολογικός δομισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο στρουκτουραλισμός, δομισμός ή δομολειτουργισμός είναι θεωρία των αρχών του 20ου αιώνα, της οποίας θεμελιωτής υπήρξε ο γλωσσολόγος Φερντινάντ ντε Σωσσύρ (Ferdinand de Saussure), ο οποίος και έδειξε για πρώτη φορά το «αυθαίρετο του γλωσσικού σημείου»: ότι η γλώσσα δεν αντιγράφει την πραγματικότητα αλλά είναι αυθαίρετη, καθώς δεν υφίσταται μια αιτιώδης σύνδεση ανάμεσα στο σημαίνον (τη λέξη που αποδίδεται σε ένα αντικείμενο) και το σημαινόμενο (το αντικείμενο). Έτσι, το γλωσσικό σημείο δεν ενώνει ένα όνομα με ένα αντικείμενο, αλλά μια ιδέα του πράγματος με μια ακουστική εικόνα.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Στη σελίδα 112 του έργου του, ο Σωσσυρ λέγει ξεκάθαρα ότι `πριν τη γλωσσοποίηση δεν υπάρχουν προπαρασκευασμένες ιδέες`. Ότι `πριν τη γλωσσοποίηση, στο μυαλό είναι όλα σαν ένα νέφος και τίποτε δεν είναι υποστασιοποιημένο`. Η παρατήρηση μου είναι πως, εφόσον κατά τον Σωσσύρ, πριν τη γλωσσοποίηση, δηλαδή πριν την υποστασιοποίηση του γλωσσικού σημείου( το οποίο είναι κατά τον Σωσσύρ η μικρότερη και βασική μονάδα της γλώσσας), δεν υπάρχουν ιδέες, πως είναι δυνατό, στη δόμηση του γλωσσικού σημείου να είναι δομικό μέρος ,του σημείου, η ιδέα η οποία για να υπάρχει πρέπει πρώτα να υπάρχει το σημείο; Με άλλα λόγια, δεν γίνεται η ιδέα να είναι συνάμα συστατικό του γλωσσικού σημείο αλλά και αποτέλεσμα του.Έτσι συμπεραίνεται ότι δεν γίνεται στο σημείο να ενώνονται μια ιδέα και μια ακουστική εικόνα, αφού για νυπάρξει η ιδέα πρέπει πρώτα να υπάρχει ήδη το σημείο. Φαίνεται καθαρά ότι ο Σωσσύρ αυτοαναιρεί τη θεωρία του για τον δομισμό. Θεόδωρος Χατζηχριστοδούλου τηλ.00357-95130133 (Κύπρος).


Η γλώσσα συνολικά επιβάλλεται αυθαίρετα και χρησιμοποιεί ως μέσο ανάδειξης και μετάδοσής της τις κοινωνίες. Έχει αποδειχθεί ότι όλος ο πλούτος μιας γλώσσας δημιουργείται από τον συνδυασμό περιορισμένου αριθμού δομικών γλωσσικών μονάδων, των φωνημάτων. Οι αλληλοσχετίσεις και οι αντιθέσεις μεταξύ αυτών των θεμελιωδών στοιχείων αποτελούν χαρακτηριστικά μίας αφηρημένης, υποκείμενης «δομής» της γλώσσας, την οποία ο δομισμός επιχειρεί να ανιχνεύσει.

Η ευρύτερη προσέγγιση του στρουκτουραλισμού στις κοινωνικές επιστήμες, με αφετηρία την αρχική γλωσσολογική θεωρία, βρίσκει εφαρμογή σε ένα ευρύ πεδίο που διατρέχει σχεδόν όλο το γνωστικό φάσμα. Το βασικό αξίωμά του είναι ότι κάτω από τις συνειδητές ανθρώπινες κατασκευές, άσχετα με το πεδίο τους, υπάρχουν ασυνείδητες δομές που αναπαράγουν τα διάφορα φαινόμενα, οι οποίες διέπονται από κάποιους νόμους ισορροπίας, κοινούς για κάθε σύστημα που αποτελεί μέρος του φυσικού κόσμου.

Το ριζοσπαστικό συμπέρασμα έγκειται στο επιχείρημα ότι οι εκδηλώσεις του ανθρώπου, που η φιλοσοφία μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα θεωρούσε «συνειδητές», υπακούν στην πραγματικότητα σε «μη συνειδητές δομές» (ή αλλιώς στρουκτούρες) με τη δική τους διάρθρωση και διαλεκτική, η οποία και απέχει παρασάγγας από τον συνειδητό ανθρώπινο έλεγχο.

Κατ' αυτή την έννοια, κορυφαίες στιγμές όπου καταδείχτηκε το ασυνείδητο και υποκειμενικό των ανθρώπινων δομών (όχι βεβαίως σε άμεση σχέση με τον δομισμό ως ιστορικά εντοπισμένο κίνημα και θεωρία) υπήρξαν:

  • Η τεκμηρίωση από τον Κοπέρνικο, τον Κέπλερ και άλλους της θεωρίας του ηλιοκεντρικού ηλιακού συστήματος, που εκτόπισε τον άνθρωπο από το κέντρο του σύμπαντος.
  • Η εξελικτική θεωρία του Δαρβίνου που έδειξε πως ο άνθρωπος, ως υπόσταση, δεν βρίσκεται λίγο πιο κάτω από τους «αγγέλους» αλλά λίγο πιο πάνω από τους πιθήκους.
  • Η ψυχαναλυτική θεωρία του Φρόιντ που έδειξε πως ο ψυχισμός του ανθρώπου κυριαρχείται από ασυνείδητες ορμές.
  • Η διατύπωση του δεύτερου θερμοδυναμικού αξιώματος, που έδειξε στον άνθρωπο της βιομηχανικής εποχής, που στήριζε τις ελπίδες του στο απεριόριστο των φυσικών πόρων, πως κάθε μορφή ενέργειας μετατρέπεται, τελικά και μη - αναστρέψιμα, σε μη αξιοποιήσιμη θερμότητα.
  • Η διαπίστωση του Μαρξ ότι όλα τα κοινωνικοπολιτικά φαινόμενα ανάγονται στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία είναι χωρισμένη σε τάξεις και στην πάλη μεταξύ τους.
  • Το εξελικτικό φιλοσοφικό σύστημα «Θέση - Αντίθεση - Σύνθεση» (διαλεκτική) του Χέγκελ που έθεσε ως καθοδηγητική δύναμη της Ιστορίας την πάλη ανάμεσα στις επιμέρους αντιθέσεις κάθε συνόλου, την «άρνηση της άρνησης», την αντίθεση της θέσης που οδηγεί νομοτελειακά σε μια νέα ανώτερη σύνθεση, εμπλουτισμένη με την εμπειρία τόσο της θέσης όσο και της αντίθεσης.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τσινόρεμα, Βούλα, «Οι στρουκτουραλιστικές και μετα-στρουκτουραλιστικές θεωρίες της γλώσσας και το πρόβλημα της αλήθειας», Δωδώνη 14/Γ΄ (1985), 147-171.