Βέρνερ Φος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Βέρνερ Φος (Werner Voss, 13 Απριλίου 189723 Σεπτεμβρίου 1917) ήταν Γερμανός ανθυπολοχαγός, ιπτάμενος άσος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, φίλος και ανταγωνιστής του διάσημου Κόκκινου Βαρώνου, Μάνφρεντ φον Ριχτχόφεν. Υπήρξε ο τέταρτος κατά σειρά ιπτάμενος άσος της Γερμανικής Αυτοκρατορικής Αεροπορίας με 48 καταρρίψεις, κάτοχος του παρασήμου Pour Le Merite (γνωστό και με την προσωνυμία Blue Max)


Επιχειρησιακή δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στις 13 Απριλίου 1897 στο Κρέφελντ της Ρηνανίας, κοντά στο Ντίσελντορφ. Ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης μίας βιομηχανίας χρωμάτων και ο Βέρνερ, από την παιδική του ακόμα ηλικία, είχε επιδείξει ενδιαφέρον προς ο,τιδήποτε μηχανικό. Το Νοέμβριο του 1914, σε ηλικία 17 ετών, κατετάγη στο 11ο Σύνταγμα Ιππικού Ουσσάρων της Βεστφαλίας, με το οποίο έλαβε μέρος στις μάχες του ανατολικού μετώπου, προαγόμενος σε υποδεκανένα στα τέλη Ιανουαρίου 1915. Τον Μάιο του απονεμήθηκε ο Σιδηρούς Σταυρός Β΄ Τάξεως. Μετά από 10 μήνες υπέβαλε αίτηση μετάταξης στην Αεροπορία (Luftstreitkräfte) και το αίτημά του έγινε δεκτό. Μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσής του τον Αύγουστο, τοποθετήθηκε ως οπίσθιος πολυβολητής-παρατηρητής στα διθέσια αναγνωριστικά της 20ης Μοίρας Βομβαρδισμού (Kampfstaffel 20), στο Δυτικό μέτωπο.

To προσωπικό Albatros D.III του ανθυπολοχαγού Βέρνερ Φος, ως διοικητού της Jasta 5, Ιούνιος 1917, με το οποίο σημείωσε τουλάχιστον 12 από τις νίκες του. Η λευκή σβάστικα αποτελεί έμβλημα καλής τύχης.

Την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1916 πήρε το βάπτισμα του αέρος πάνω από τα μέτωπα του Βερντέν και του Σομ, λαμβάνοντας μέρος σε βομβαρδιστικές και φωτοαναγνωριστικές αποστολές, όπου είδε τους περισσότερους συντρόφους του να χάνονται ο ένας μετά τον άλλο από τα Συμμαχικά μαχητικά. Στα τέλη Ιουλίου 1916 είχε απομείνει ο μοναδικός επιζών της μονάδας του.

Τον Αύγουστο προάχθηκε σε έφεδρο ανθυπολοχαγό, μετατάχθηκε στα μαχητικά και στις αρχές Νοεμβρίου και τοποθετήθηκε στην 2η Μοίρα «Μπέλκε» (Jagdstaffel 2 "Bölcke"), τη διασημότερη μονάδα μαχητικών της Γερμανικής Αεροπορίας, στις τάξεις της οποίας υπηρετούσαν μερικοί από τους ανερχόμενους Γερμανούς άσσους, όπως ο ανθυπολοχαγός Μάνφρεντ φον Ριχτχόφεν (Manfred von Richthofen), με τον οποίον ο Φος θα ανέπτυσσε στενές σχέσεις. Η επιθετικότητα, η ακρίβεια στη σκόπευση, τα ταχύτατα αντανακλαστικά και οι δεξιοτεχνικοί ελιγμοί του, κατέδειξαν σύντομα ότι ο 19χρονος Φος ήταν γεννημένος για τα καταδιωκτικά. Ξεκίνησε τις νίκες του στις 27 Νοεμβρίου 1916, σημειώνοντας δύο νίκες, πετώντας με αεροσκάφος Halberstadt D.II, οι οποίες και τού απέφεραν τον Σιδηρού Σταυρό Α΄ Τάξεως στις 19 Δεκεμβρίου 1916. Συνήθιζε να πετά σε μοναχικές περιπολίες, μαθαίνοντας να βασίζεται στις ικανότητές του, αποκτώντας την φήμη «Μοναχικού Κυνηγού». Μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου 1917, είχε φθάσει τις 11 καταρρίψεις.

Στις αρχές του επομένου μηνός η Jasta 2 εξοπλίστηκε με τα νέα Albatros D III, τα οποία σύντομα θα επέβαλλαν την κυριαρχία τους σε ολόκληρο το δυτικό μέτωπο. Με το νέο, ταχύ και ευέλικτο μαχητικό του, ο Φος βρέθηκε γρήγορα στο στοιχείο του, αυξάνοντας το σκορ του με ταχείς ρυθμούς. Στις 8 Απριλίου, έχοντας φθάσει τις 24 καταρρίψεις, του απενεμήθη το παράσημο Pour Le Mérite, καθιστώντας τον τον νεότερο κάτοχο του παρασήμου στην Γερμανική Αεροπορία.

Pfalz D.III, 1370/17 του Βέρνερ Φος, Jasta 10, Αύγουστος 1917. Με το συγκεκριμένο αεροσκάφος σημείωσε τέσσερις νίκες (35-38).

Τον Μάιο, έχοντας επιστρέψει από άδεια, ρίχθηκε πάλι στη μάχη, σημειώνοντας διπλές ή και τριπλές νίκες σε αρκετές περιπτώσεις. Ο ίδιος είχε πλέον καταξιωθεί στις τάξεις της Γερμανικής Αεροπορίας ως ένας από τους πλέον ταλαντούχους μαχητές και σε ότι αφορούσε τον αριθμό των καταρρίψεων, ήταν ήδη ο κυριότερος ανταγωνιστής τού Ριχτχόφεν, αν και, αντίθετα από τον διάσημο βαρόνο, ο Φος δε διακρινόταν ιδιαίτερα για τα ηγετικά προσόντα ή την πειθαρχία του. Στον αέρα ενδιαφερόταν κυρίως για τις καταρρίψεις του και στο έδαφος είχε την τάση να αγνοεί τους ανωτέρους του και να παραμελεί την εμφάνισή του. Η εμφάνισή του βελτιωνόταν μόνο όταν επρόκειτο να πετάξει, επειδή, όπως έλεγε, ήθελε να είναι εμφανίσιμος στις αερομαχίες, ώστε σε ενδεχόμενο κατάρριψής του να είναι αρεστός στις Γαλλίδες. Προφανώς οι ανώτεροί του δεν εκτίμησαν το χιούμορ ή το ατομικό του πνεύμα, γεγονός που του στοίχισε την προαγωγή σε υποσμηναγό και τον οδήγησε σε μία σειρά προσωρινών διοικήσεων (Jasta 5, 29, 14), οι οποίες διήρκεσαν λιγότερο από δύο μήνες, με τους επιτελείς να διαφωνούν για το αν θα ήταν φρόνιμο να ανατεθεί η διοίκηση μίας Μοίρας σε έναν εξαίρετο μεν, αλλά μάλλον ανεύθυνο μαχητή, ο οποίος αγνοούσε το πνεύμα της ομαδικής συνεργασίας. Τελικά, στις 30 Ιουλίου 1917, και κατόπιν προσωπικής επιλογής του ίδιου του Ριχτχόφεν, του ανατέθηκε η διοίκηση της Jasta 10, μίας εκ των Μοιρών της νεοσυσταθείσας 1ης Πτέρυγας Μαχητικών (Jagdgeschwader 1), η οποία απαρτιζόταν αποκλειστικά από Μοιράρχους της απόλυτης επιλογής του βαρόνου.

Το καλοκαίρι του 1917, αμφότερες οι αντιμαχόμενες βιομηχανίες επιδόθηκαν σε μία έξαρση κατασκευών νέων αεροσκαφών, εξοπλίζοντας τις μονάδες τους με την δεύτερη γενιά μαχητικών. Τα βρετανικά Sopwith Camel, Sopwith Triplane και κυρίως τα S.E.5, κατάφεραν να χαρίσουν στους Βρετανούς πιλότους μία ισορροπία την οποία χρειάζονταν απελπισμένα μετά τις βαριές απώλειες του προηγούμενου έτους. Αντιστοίχως, στην αντίπαλη πλευρά, ο σχεδιαστής Άντονυ Φόκκερ κατασκεύασε το αεροσκάφος-έμβλημα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το τριπλάνο Fokker Dr.I. Στα μέσα Αυγούστου 1917, οι δύο μεγαλύτεροι πιλότοι της Γερμανίας, ο Μάνφρεντ φον Ριχτχόφεν και ο Βέρνερ Φος, εκλήθησαν να το αξιολογήσουν. Αμφότεροι έμειναν εκστατικοί. Ο Φος το θεωρούσε αξεπέραστο σε ευελιξία και ήταν βέβαιος ότι δεν υπήρχε συμμαχικό μαχητικό που θα μπορούσε να το συναγωνιστεί σε παρατεταμένες κλειστές στροφές. Μέσα στις επόμενες ημέρες, γοητευμένος από τις επιδόσεις του, πετούσε διαρκώς το νέο του αεροσκάφος. Στο κάλυμμα του κινητήρα του ζωγράφισε, ως προσωπικό διακριτικό, τα χαρακτηριστικά ενός προσώπου, το οποίο λέγεται ότι εμπνεύσθηκε από παρόμοια σχέδια των ιαπωνικών χαρταετών που του δώριζε ο πατέρας του όταν ήταν παιδί.

Στις 3 Σεπτεμβρίου 1917 σημείωσε την 39η νίκη της σταδιοδρομίας του και την πρώτη του πίσω από τα πολυβόλα του τριπλάνου του, καταρρίπτοντας ένα Camel. Μία εβδομάδα αργότερα (10 Σεπτεμβρίου), ηγούμενος της Μοίρας του, κατεδίωξε ένα σχηματισμό Camel, καταρρίπτοντας τρία μέσα σε λίγα λεπτά. Μέχρι τις 22 Σεπτεμβρίου 1917, σε ηλικία μόλις 20 ετών, ήταν ο δεύτερος άσσος της Γερμανίας μετά τον Βαρώνο Ριχτχόφεν, με 47 καταρρίψεις στο ενεργητικό του και θα άγγιζε το αποκορύφωμα της δόξας του την επόμενη ακριβώς ημέρα, μαχόμενος σε μία ιστορική αερομαχία κατά τη διάρκεια της οποίας θα έβρισκε τον θάνατο.

Η τελευταία αερομαχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρωί της Κυριακής, 23ης Σεπτεμβρίου 1917, ο Φος κατέρριψε ένα βρετανικό διθέσιο De Havilland D.H.4, για την 48η και τελευταία νίκη του. Περί τις 17:00 το απόγευμα της ίδιας ημέρας αποφάσισε να απογειωθεί για μία τελευταία περιπολία, πριν αναχωρήσει από το μέτωπο με προγραμματισμένη άδεια. Κατευθύνθηκε προς το Πελκαπέλ της Φλάνδρας, όπου στις 18.05 και σε ύψος 1.800 m συνάντησε δύο S.E.5 της 60ης Μοίρας. Οι Βρετανοί πιλότοι λοχαγός Τσίντλο-Ρόμπερτς (Chidlaw-Roberts) και ανθυπολοχαγός Χάμερσλυ (Hamersley), θεώρησαν εύκολη λεία το μοναχικό τριπλάνο και αποφάσισαν να επιτεθούν. Δεν υπήρχαν πολλοί Γερμανοί πιλότοι που θα επιχειρούσαν να αντιμετωπίσουν ολομόναχοι δύο S.E.5, τα καλύτερα αγγλικά μαχητικά του πολέμου, αλλά ο Φος δέχθηκε αμέσως την πρόκληση και ρίχθηκε στη μάχη. Με έναν ταχύτατο ελιγμό απέφυγε τα πυρά του Χάμερσλυ και βρέθηκε στα νώτα του, γαζώνοντας τον κινητήρα του Βρετανού. Ο Τσίντλο-Ρόμπερτς βρέθηκε στην κατάλληλη θέση για να βοηθήσει τον συνάδελφό του, αλλά τα πυρά του αστόχησαν και την επόμενη στιγμή είδε το τριπλάνο να «παίρνει» τα νώτα του, προκαλώντας του σοβαρές ζημιές. Οι δύο Βρετανοί συνειδητοποίησαν ότι είχαν συναντήσει έναν ανώτερο αντίπαλο και κατέφυγαν και οι δύο σε βίαιες βυθίσεις για να γλυτώσουν από τον θερμόαιμο Γερμανό πιλότο ο οποίος τους καταδίωκε για να τους αποτελειώσει. Ο Φος αναμφίβολα θα είχε πετύχει τον σκοπό του, αν εκείνη τη στιγμή δεν επενέβαιναν έξι S.E.5 της 56ης Μοίρας για να σώσουν τους συμπολεμιστές τους. Επικεφαλής του σμήνους ήταν ο διακεκριμένος Βρετανός άσσος, λοχαγός Τζαίημς Μακ Κάντεν (James McCudden) (αργότερα παρασημοφορηθείς με τον Σταυρό της Βικτωρίας), ακολουθούμενος από τον λοχαγό Ρέτζιναλντ Χόϊντζ (Reginald Hoidge) και τους ανθυπολοχαγούς Άρθουρ Ρυς-Νταίηβιντς (Arthur Rhys-Davids), Ρίτσαρντ Μαίϋμπερυ (Richard Mayberry), Βερσόϋλ Κρόνυν (Verschoyle Cronyn) και Κηθ Μάσπρατ (Keith Muspratt).

Fokker Dr.I, 103/17, Jasta 10, Σεπτέμβριος 1917. Το περίφημο τριπλάνο με το οποίο ο Φος σημείωσε τις τελευταίες 10 από τις 48 συνολικά καταρρίψεις του και βρήκε τον θάνατο το απόγευμα της 23ης Σεπτεμβρίου 1917

Ο Μακ Κάντεν εφάρμοσε ένα τέχνασμα για να παγιδεύσει τον Γερμανό. Ανέπτυξε τα αεροσκάφη του στα νώτα του τριπλάνου, με τρόπο ώστε αυτό βρέθηκε εγκλωβισμένο στο κέντρο ενός νοητού κιβωτίου: οι Μακ Κάντεν και Ρυς-Νταίηβιντς πήραν θέση δεξιά κι αριστερά από τα νώτα του. Οι Μάσπρατ και Χόϊντζ πάνω και κάτω από αυτό, ενώ οι Κρόνυν και Μαίϋμπερυ του έκλεισαν τις πλευρές. Παρόλα αυτά, ο Φος χρησιμοποιώντας την καταπληκτική ευελιξία και τον ανώτερο ρυθμό ανόδου του Fokker Dr.I, ελίχθηκε ταχύτατα και βρέθηκε στα νώτα των αντιπάλων του, βάλλοντας εναντίον τους. Ο Κρόνυν έμεινε έκπληκτος από την ταχύτητα των ελιγμών του: «Γύρισε αστραπιαία με έναν μοναδικό τρόπο, χωρίς κλίση των φτερών. Απλά εμφανίστηκε στην ουρά μου από το πουθενά». Το αεροσκάφος του δέχθηκε τις ριπές του Φος και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη συμπλοκή. Προς έκπληξη όλων, ο Γερμανός πιλότος είχε επανειλημμένως την ευκαιρία να διαφύγει προς την ασφάλεια των γραμμών του, εκείνος, όμως, επέστρεφε συνεχώς απτόητος για να επιτεθεί στους υπεράριθμους αντιπάλους του. Ένα ακόμα S.E.5 ήλθε να προστεθεί στη συμπλοκή και τα βρετανικά μαχητικά αποπειράθηκαν τρεις φορές να τον παγιδεύσουν, αλλά, σύμφωνα με την περιγραφή του Μακ Κάντεν: «…οι ελιγμοί του ήταν τόσο ταχείς που κανένας δεν μπορούσε να μαντέψει την επόμενη κίνησή του, ενώ εκείνος φαινόταν να μας πυροβολεί όλους ταυτόχρονα. Το τριπλάνο ήταν κυκλωμένο από εμάς και οι χειρισμοί του ήταν εκπληκτικοί… οι ελιγμοί του αδιανόητοι, πέρα από κάθε φαντασία. Έστριβε το τριπλάνο του με ένα είδος επίπεδης στροφής, χωρίς κλίση των φτερών του και μέσα σε δευτερόλεπτα κατευθυνόταν στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση, ορμώντας επάνω σου». Η δυνατότητα του Fokker Dr.I να στρέφει κινούμενο μόνο κατά το οριζόντιο επίπεδο χωρίς κλίση των πτερύγων (“slip turn”), οφειλόταν στο χαρακτηριστικό ουραίο πηδάλιο διεύθυνσής του, το οποίο αποτελείτο από ένα ενιαίο κινητό τμήμα και όχι από δύο (κάθετο σταθερό και κινητό), όπως συμβαίνει στα περισσότερα αεροσκάφη.

Ένα Albatros με κόκκινο ρύγχος προστέθηκε στην αερομαχία, σπεύδοντας να βοηθήσει το μοναχικό τριπλάνο το οποίο μαχόταν μόνο του εναντίον έξι S.E. 5, αλλά κατερρίφθη σύντομα από τον Ρυς-Νταίηβιντς. Σε µια στιγµή ο Μακ Κάντεν είδε το Fokker να βρίσκεται στην κορυφή ενός κώνου τροχιοδεικτικών από πέντε αεροσκάφη ταυτόχρονα, δηλαδή ένα σύνολο 10 πολυβόλων. Αυτό θα έπρεπε να σημάνει και το τέλος, αλλά για µια ακόµη φορά το Fokker διέφυγε µε απίστευτη δεξιοτεχνία και βρέθηκε στα νώτα του Μάσπρατ τρυπώντας με μία ριπή του το ψυγείο και τον κινητήρα του.

Ο Ρυς-Νταίηβιντς είχε ήδη καταναλώσει δύο γεµιστήρες χωρίς να έχει πετύχει τίποτα, αλλά για λίγα δευτερόλεπτα το τριπλάνο γέµισε το σκοπευτικό του κι εκείνος άδειασε όσα φυσίγγια του είχαν αποµείνει. Το Fokker έστριψε κλειστά και το είδε να έρχεται καταπάνω του, περνώντας λίγα µέτρα πάνω από το κεφάλι του. Μετά από αυτό, το τριπλάνο δεν έκανε καµία προσπάθεια να διαφύγει. Χωρίς κανένα σηµείο φωτιάς ή καπνού, συνέχισε να πετά µε τον κινητήρα του σε πλήρη ισχύ. Σταδιακά έχασε τη σταθερότητά του, έπεσε σε δεξιόστροφη βύθιση και εξερράγη πίσω από τις βρετανικές γραμμές.

Όταν οι Βρετανοί πιλότοι επέστρεψαν στη βάση τους κατάλαβαν ότι είχαν συναντήσει έναν από τους μεγαλύτερους άσσους της Γερµανικής Αεροπορίας: τον Ριχτχόφεν ή τον Φος. Την επόµενη ηµέρα ειδοποιήθηκαν τηλεγραφικά ότι ήταν ο δεύτερος. Το πτώµα του ανασύρθηκε από τα συντρίµµια και τάφηκε σε οµαδικό τάφο. Στο λαιµό του έφερε ακόμα το Pour Le Merite.

Ο Άρθουρ Ρυς-Νταίηβιντς έλαβε τα συγχαρητήρια των συναδέλφων του και εξέφρασε την ειλικρινή θλίψη του, λέγοντας, «Μακάρι να τον είχα καταρρίψει ζωντανό». Στο ίδιο πνεύμα ιπποτισμού, ο Μακ Κάντεν αναγνώρισε την αξία του αντιπάλου του: «Όσο ζω δεν θα ξεχάσω ποτέ τον θαυµασµό µου γι' αυτόν τον Γερµανό πιλότο που µόνος του αντιµετώπισε επτά από εµάς επί δέκα λεπτά, κτυπώντας τα αεροπλάνα όλων μας. Η δεξιοτεχνία του ήταν µοναδική, το θάρρος του απαράµιλλο. Κατά τη γνώµη µου ήταν ο γενναιότερος πιλότος µε τον οποίο είχα το προνόµιο να πολεµήσω».

Όλοι ανεξαιρέτως οι αντίπαλοι του Φος, πάντως, είχαν κάθε λόγο να θυμούνται εκείνη τη συμπλοκή της ημέρας της χειμερινής ισημερίας του 1917. Ήταν μία επική αερομαχία 15 λεπτών η οποία πέρασε στα χρονικά του αεροπορικού πολέμου. Κατά την διάρκειά της ο Φος είχε αντιμετωπίσει μόνος του ένα σύνολο εννέα βρετανικών μαχητικών, θέτοντας εκτός μάχης πέντε από αυτά. Οι Κρόνυν και Τσίντλοου-Ρόμπερτς είχαν εγκαταλείψει τη συμπλοκή με τα αεροσκάφη τους διάτρητα (ο πρώτος μέτρησε 42 τρύπες στο αεροσκάφος του). Ο Μάσπρατ υποχρεώθηκε να εκτελέσει αναγκαστική προσγείωση με τον κινητήρα του υπερθερμασμένο. Το αεροσκάφος του Μαίϋμπερυ είχε υποστεί εκτεταμένες ζημιές, επισκευάσιμες μόνο σε εργοστασιακό επίπεδο και το S.E.5 του Χάμερσλυ είχε δεχθεί τέτοιο καταιγισμό βολών, ώστε διαλύθηκε τη στιγμή της προσγείωσης.

Παρότι ο Μάνφρεντ φον Ριχτχόφεν ήταν ο μεγαλύτερος άσσος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, πολλοί θεωρούν τον Βέρνερ Φος ανώτερό του σε τεχνική, κάτι το οποίο είχε εκμυστηρευθεί και ο ίδιος ο Φος σε ένα γράμμα προς τους γονείς του στις αρχές Απριλίου 1917: «Είναι καλός μαχητής και έχει επιτελέσει τεράστιο έργο για την πατρίδα, αλλά δεν πιστεύω ότι είναι καλύτερος από μένα». Ο 20χρονος ανθυπολοχαγός Άρθρουρ Ρυς-Νταίηβιντς κέρδισε περιλάλητη φήμη καταρρίπτοντας τον Φος. Ήταν η 21η νίκη του από ένα σύνολο 27. Κατερρίφθη στις 27 Οκτωβρίου 1917 από τον επίσης Γερμανό άσσο, Καρλ Γκάλβιτς (Karl Galwitz, 10 νίκες).

Bιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Barry Diggens “September Evening”, Grub Street London, 2003
  • Walter Musciano “Werner Voss, Germany’s Greatest Teenage Ace”, Hobby Helpers Publishers, 1962.
  • Norman Franks “Albatros Aces of WWI”, Osprey Aircraft of the Aces, 2000.
  • Alex Revell “Brief Glory, The Life of Arthur Rhys-Davids”, William Kimber, London 1984.
  • James McCudden “Flying Fury”, Greenhill Books, 2000.
  • Alexander McKee “Friendless Sky”, New English Library 1962.
  • Cristopher Campbell “Aces & Aircraft of WWI”, Treasure Press 1981.
  • Norman Franks & Greg VanWyngarden “Fokker DrI Aces of WWI”, Osprey Aircraft of the Aces, 2001.
  • Alex Revell “James McCudden VC”, Albatros Productions 1987.