Αμοιβάδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αμοιβάδα
Wilson1900Fig3.jpg
Συστηματική ταξινόμηση
Επικράτεια: Ευκαρυωτά (Eukaryota)
( Aνιεράρχητη
βαθμίδα
):
Μονόκοντα (Unikonta)
Συνομοταξία: Αμοιβόζωα (Amoebozoa)
Υποσυνομοταξία: Λοβώδη (Lobosa)
Ομοταξία: Σωληνώδη (Tubulinea)
Τάξη: Ευαμοιβαδίδες (Euamoebida)
Οικογένεια: Αμοιβαδίδες (Amoebidae)
Γένος: Αμοιβάς (Amoeba)
Bory de Saint-Vincent, 1822
Είδη

Αμοιβάς η Πρωτεύς (Amoeba proteus)

Η Αμοιβάδα είναι μονοκύτταρος οργανισμός, το χαρακτηριστικότερο ίσως από τα Πρωτόζωα, που κινείται με ψευδοπόδια. Ως αμοιβάδες (αμοιβαδοειδή) λογίζονται και τα πρωτόζωα που είναι ίδια με αυτήν και επίσης κινούνται με τον ίδιο τρόπο. Ο γνωστότερος εκπρόσωπός της είναι η Αμοιβάς η Πρωτεύς (Amoeba proteus). Υπάγεται στην οικογένεια Γυμναμοιβαδίδες. Ζουν μέσα σε γλυκά νερά, έλη και λίμνες. Παρουσιάζουν ερεθιστικότητα, καθώς αντιδρούν (πλησιάζουν ή απομακρύνονται) στα διάφορα ερεθίσματα που δέχονται από το περιβάλλον τους, όπως το φως και η θερμοκρασία. Για την ευκολία που υπάρχει να βρεθούν και να διατηρηθούν στη ζωή, χρησιμοποιούνται από επιστήμονες ως πειραματόζωα.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανακαλύφθηκε από τον Άουγκουστ Γιόχαν Ρέζελ φον Ρόζενχοφ το 1755.[1] Οι πρώτοι φυσιοδίφες αναφέρονταν στην αμοιβάδα ως Proteus animalcule, δίνοντάς της το όνομα του Πρωτέα, του θεού της ελληνικής μυθολογίας, ο οποίος άλλαζε μορφές. Το όνομα "amibe" δόθηκε από τον Μπορί ντε Σαιν Βενσάν[2], από την ελληνική λέξη «αμοιβή», που σημαίνει αλλαγή.[3]

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανατομία της αμοιβάδας

Αποτελείται από ένα κυτταρόπλασμα, το οποίο είναι διαφανές στην περιφέρεια (εξώπλασμα) και στο εσωτερικό έχει κοκκώδη μορφή και περιλαμβάνει τον πυρήνα. Το τελευταίο είναι και το κυρίως κυτταρόπλασμα, που καλείται ενδόπλασμα. Σε αυτό βρίσκονται και τα χυμοτόπια[4].

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αμοιβάδα τρέφεται με άλλους μικροοργανισμούς, πρωτόζωα, αλλά και με βακτήρια και πρωτόφυτα. Η σύλληψη της τροφής γίνεται με τα ψευδοπόδια. Κλείνει την τροφή σε ένα πεπτικό χυμοτόπιο. Στη συνέχεια γίνεται πέψη της τροφής, οπότε και διαλύεται με πεπτικά υγρά. Όλο το σώμα της αμοιβάδας μπορεί να μετατραπεί σε στόμα αλλά και στομάχι. Η αποβολή των άχρηστων προϊόντων γίνεται από οποιοδήποτε μέρος της κυτταρικής μεμβράνης. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι εξαιτίας της ώσμωσης στο σώμα της, εισέρχεται στην αμοιβάδα νερό από το εξωτερικό περιβάλλον. Αυτό συμβαίνει επειδή η σύσταση του περιβάλλοντος είναι αραιότερη από τη σύσταση του σώματος της αμοιβάδας. Το νερό που περισσεύει συγκεντρώνεται σε κύστεις, που λέγονται σφυγμώδη κενοτόπια, ώστε να μην καταστραφεί το σώμα της αμοιβάδας από τις συνεχείς διογκώσεις του. Από τα κενοτόπια, το νερό που περισσεύει αποβάλλεται στο περιβάλλον και ο μηχανισμός αυτός είναι κοινός σε όλα τα πρωτόζωα που ζουν σε γλυκά νερά.

Κίνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τρόπος με τον οποίο το πρωτόζωο κινείται ονομάζεται αμοιβαδοειδής κίνηση. Με τον ίδιο τρόπο κινούνται και τα φαγοκύτταρα, που αποτελούν μια κατηγορία λευκών αιμοσφαιρίων. Τα κύτταρα αυτά δημιουργούν προεξοχές (τα ψευδοπόδια) του κυτταροπλάσματός τους προς μια κατεύθυνση από την οποία προέρχεται κάποιο ερέθισμα, όπως η τροφή. Το κυτταρόπλασμα κινείται προς τα ψευδοπόδια και από την πίσω πλευρά του κυττάρου τα ήδη υπάρχοντα ψευδοπόδια συρρικνώνονται. Έτσι συντελείται η μετακίνηση του μικροοργανισμού, ο οποίος αλλάζει συνεχώς σχήμα.

Πολλαπλασιασμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μικροοργανισμός πολλαπλασιάζεται με διαίρεση (διχοτόμηση). Αρχικά ο πυρήνας της χωρίζεται σε δύο άλλους, θυγατρικούς, και έπειτα το κυτταρόπλασμά της επίσης διαιρείται στο κέντρο, με περίσφιξη.

Επικινδυνότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλά είδη αμοιβάδας αποτελούν απειλή για τον άνθρωπο. Μερικά παρασιτούν στο παχύ έντερο , όπως η ιστολυτική αμοιβάδα (Endamoeba histolytica), η οποία προκαλεί παθολογικές καταστάσεις, καθώς καταστρέφει τα τοιχώματα του εντέρου. Η παρασίτωση αυτή λέγεται αμοιβάδωση. Τα συμπτώματα της παρασίτωσης είναι έντονοι πόνοι στην κοιλιά και διάρροια, η οποία συνοδεύεται από έκκριση αίματος. Η εν λόγω παρασίτωση διακρίνεται σε οξεία ή χρόνια και υπό ορισμένες συνθήκες μπορεί να μετατραπεί σε σοβαρή μολυσματική νόσο. Ιδιαίτερα σοβαρή είναι η περίπτωση της αμοιβάδωσης στην οποία το πρωτόζωο έχει κάνει μετάσταση σε διάφορα όργανα του ανθρώπινου οργανισμού και δημιουργεί διάφορα αποστήματα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Leidy, Joseph (1878). «Amoeba proteus». σσ. 235–238. doi:10.1086/272082. http://links.jstor.org/sici?sici=0003-0147%28187804%2912%3A4%3C235%3AAP%3E2.0.CO%3B2-7. Ανακτήθηκε στις 20-06-2007. 
  2. Marcellin, Bory de Saint-Vincent (Jean Baptiste Geneviève; Audouin, Jean Victor Audouin. Dictionnaire classique d'histoire naturelle. 
  3. McGrath, Kimberley; Blachford, Stacey (eds.) (2001). Gale Encyclopedia of Science Vol. 1: Aardvark-Catalyst (2nd ed.). Gale Group. ISBN 078764370X. 
  4. Οι όροι "χυμοτόπιο" και "κενοτόπιο" είναι συνώνυμοι. Σε παρατήρηση in vitro τα χυμοτόπια είναι πλήρη νερού με διαλυμένα άλατα και ένζυμα. Σε παρατήρηση in vitro εμφανίζονται κενά, εξ ου και η ονομασία τους.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Συλλογικό έργο, Νέα Εγκυκλοπαίδεία, Εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία, 2006, τ. 2, σελ. 390-91).

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα  amoeba της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).