Άβαι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 38°35′N 22°56′E / 38.583°N 22.933°E / 38.583; 22.933 Άβαι (επίσης Άβες, Άβα, και Αβαί[1]), ονομάζονταν πόλη της αρχαίας Φωκίδας στα όρια με τη σημερινή Βοιωτία, κοντά στο χωριό Έξαρχος Φθιώτιδας. Βρισκόταν πάνω στη συμβολή των ποταμών Άσσου και Κηφισού.[2] Την πόλη φέρεται να είχε ιδρύσει ο μυθικός βασιλιάς του Άργους, Άβας, εγγονός του Δαναού και γιος του Λυγκέα και της Υπερμνήστρας, όπως αναφέρει ο Παυσανίας (Φωκ. 35, 1).[2][3] Αντίθετα, κατά την άποψη του Αριστοτέλη και, με πηγή τον Στράβωνα, (Στράβ. 10, 1, 3), η πόλη ιδρύθηκε από το θρακικό πρωτοελληνικό φύλο των Αβάντων, οι οποίοι αργότερα αποίκησαν την Εύβοια.[4]

Η πόλη ήταν φημισμένη στους αρχαίους Έλληνες για το ναό και το μαντείο της, αφιερωμένη στον Αβαίο Απόλλωνα. Σύμφωνα με τον Βυζάντιο, εκεί «ην μαντείον προ του εν Δελφοίς» και, «πλούσιον, θησαυροίσι τε και αναθήμασι πολλοίσι κατεσκευασμένον» (Ηρόδ. Η, 33).[4] Οι Φωκείς, και μόνον, μετά από τη νίκη τους κατά των Θεσσαλών, είχαν αφιερώσει στο μαντείο 2000 ασπίδες και ανδριάντες (Ηρόδ. Η, 27).

Τη συμβουλή του μαντείου είχαν ζητήσει, μεταξύ άλλων, ο Κροίσος και ο Μαρδόνιος (Ηρόδ. Η, 27), ενώ ο Ηρόδοτος αναφέρει (Α’, 46-7), ότι ο πρώτος θέλοντας να δοκιμάσει την αξιοπιστία των ελληνικών μαντείων, απέστειλε πρέσβεις σε όλα για να ρωτήσουν, τί ακριβώς έκανε σε μία καθορισμένη ημέρα της ζωής του, και μόνο το μαντείο των Δελφών απάντησε σωστά. Από τότε όλα τα μαντεία, πλην των Δελφών, παρήκμασαν και μαζί τους εκείνο των Αβών.[3] Πάντως ο Μαρδόνιος επανασυμβουλεύτηκε το συγκεκριμένο μαντείο, το 490 π.Χ. (Ηρόδ. Η, 33).[2]

Οι Άβες κατελήφθησαν από τους Πέρσες του Ξέρξη, το 480 π.Χ. και τους Θηβαίους κατά τη διάρκεια του Φωκικού Πολέμου (355-346 π.Χ.), οπότε και τις δύο φορές ο ναός κάηκε. Πάντως, ήταν η μόνη πόλη των Φωκέων που δεν καταστράφηκε από τον Φίλιππο κατά το Τρίτο Ιερό Πόλεμο, διότι δεν είχε λάβει μέρος στον Φωκικό πόλεμο ούτε στη λεηλασία των θησαυρών του Μαντείου των Δελφών από τους υπόλοιπους Φωκείς, σύμφωνα με απόφαση του αμφικτυονικού συνεδρίου.

Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο, η πόλη τιμήθηκε με αυτονομία, μάλιστα ο Αδριανός, κατασκεύασε μικρό ναό αφιερωμένο στον Απόλλωνα, χωρίς μαντείο αυτή τη φορά (Παυσανίας, 10, 35).[4]

Σε βραχώδη λόφο κοντά στο χωριό Έξαρχος, σώζονται μέχρι σήμερα τα ερείπια αυτού του ναού, μια πύλη ακρόπολης καθώς και κάποια ίχνη των τειχών της πόλης. Αυτά βρέθηκαν μετά από ανασκαφές που διενήργησαν από κοινού, η Ελληνική Αρχαιολογική Εταιρία και Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή, υπό τον Γ. Σωτηριάδη. Επίσης βρέθηκαν τάφοι, διάφορα αγγεία του 5ου και του 4ου αιώνα π.Χ., ειδώλια, λάρνακες, κοσμήματα, κ.α.[4] Πολλοί από τους τάφους είχαν συληθεί από τους ντόπιους,[εκκρεμεί παραπομπή] μέχρι που επενέβη η Ελληνική Αρχαιολογική Εταιρία και προέβη στη κατάσχεση των ευρημάτων τα οποία σήμερα φυλάσσονται και εκτίθενται στο αρχαιολογικό μουσείο της Χαιρώνειας.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ραγκαβής, Αλέξανδρος Ρίζος (1888). «Ἄβαι». Λεξικόν της Ελληνικής Αρχαιολογίας. Αθήνα: Ανέστης Κωνσταντινίδης. 
  2. 2,0 2,1 2,2 Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα
  3. 3,0 3,1 Δομή
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 Πάπυρος Λαρούς

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου τ.1ος, σ.18
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1991, τόμος 1, λήμμα «Άβες».
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς , εκδ. 1963, τόμος 1, λήμμα «Άβαι».
  • Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμος 1, λήμμα «Άβαι»