Τιμόθεος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Τιμόθεος

Στην Καινή Διαθήκη, ο Τιμόθεος ήταν συνεργάτης και προσφιλής μαθητής του Αποστόλου Παύλου με τον οποίο γνωρίστηκε στα Λύστρα της Λυκαονίας και από τότε έγινε ο πιο στενός, έμπιστος, "ισόψυχος"[1] συνεργάτης του. Το όνομα Τιμόθεος σημαίνει «Εκείνος που Τιμάει τον Θεό».

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρκετές είναι οι πληροφορίες για τον Τιμόθεο που προέρχονται από τις Πράξεις των Αποστόλων αλλά και από τις επιστολές του Παύλου.

Ο Τιμόθεος καταγόταν από τα Λύστρα της Λυκαονίας, από Έλληνα πατέρα και Ιουδαία μητέρα που μεταστράφηκε στον Χριστιανισμό[2]. Η μητέρα του λεγόταν Ευνίκη και η γιαγιά του Λωίδα[3] ονόματα ελληνικά[4] που μαρτυρούν ότι στα μέρη εκείνα είχαν υπάρξει επιμειξίες μεταξύ Ιουδαίων και Ελλήνων. Η Ευνίκη φαίνεται ότι κατέβαλλε αξιέπαινη προσπάθεια για τη θεοπρεπή ανατροφή του γιου της αφού ο Τιμόθεος "από τη βρεφική του ηλικία γνώριζε τη Γραφή"[5].

Ο Τιμόθεος, άνθρωπος μάλλον ασθενικός[6], γνωστός για την ευσέβεια και τον ζήλο του[7] μεταστράφηκε στο χριστιανισμό μάλλον κατά την πρώτη διέλευση του Παύλου από τη Λυκαονία, όταν ο Τιμόθεος υπήρξε μάρτυρας των κόπων και των διωγμών που εκείνος υπέστη[8]. Έγινε συνοδός του Αποστόλου Παύλου εξ αφορμής προφητικής αποκαλύψεως[9] το 50[10] ή 51[11] μ.Χ., σε νεαρή ηλικία[12] , από 18[13] έως 27[14] ετών. Για να μη σκανδαλίσει ο Παύλος τους εξ Ιουδαίων ζηλωτές χριστιανούς που ήξεραν ότι ο πατέρας του Τιμόθεου ήταν εθνικός, του ζήτησε να δεχθεί την περιτομή[15].

Στη διάρκεια της δεύτερης περιοδείας του Απ. Παύλου, ο Τιμόθεος έμεινε στην Βέροια[16] και στη συνέχεια ήλθε στην Αθήνα. Από εκεί μετέβη πάλι στην Θεσσαλονίκη, προσκομίζοντας την Α' Θεσ. επιστολή[17] και τελικά συνάντησε τον Παύλο στην Κόρινθο με ευχάριστα νέα από τους Θεσσαλονικείς. Από την Κόρινθο μετέφερε με τον Παύλο την λογεία (χρηματική συνεισφορά) για τις ανάγκες των πιστών της Ιερουσαλήμ[18]. Κατά την τρίτη περιοδεία, τον έστειλε ο Παύλος από την Έφεσο στην Μακεδονία και την Κόρινθο[19].

Ο Τιμόθεος συχνά αναλαμβάνει λεπτές αποστολές που του αναθέτει ο Παύλος[20], μνημονεύεται από τον Παύλο σε έξι Επιστολές του[21] ως συναποστολέας των αποστολικών γραμμάτων και υπήρξε συναιχμάλωτός του κατά την πρώτη φυλάκιση στην Ρώμη[22].

Σύμφωνα με πληροφορία της Α' Τιμ. 1, 3, ο Παύλος άφησε τον Τιμόθεο στην Έφεσο, για να προστατεύσει τους πιστούς από ετεροδιδασκαλίες. Από την Ρώμη, όπου βρισκόταν ο Παύλος (προφανώς για δεύτερη φορά), ζητά από τον Τιμόθεο να τον επισκεφθεί το ταχύτερο, γιατί όλοι τον εγκατέλειψαν, εκτός από τον Λουκά[23]. Του ζητά μάλιστα, να φέρει μαζί του από την Τρωάδα τον μανδύα, τα βιβλία και προ παντός τις μεμβράνες (προφανώς κείμενα της ΠΔ)[24].

Κατά τον χρόνο της αποστολής της Α' Τιμ., ο Τιμόθεος βρίσκεται στην Έφεσο ως επίσκοπος της εκεί Εκκλησίας. Ο Παύλος του έστειλε, όταν ήταν επίσκοπος Εφέσου, δύο επιστολές, οι οποίες σώζονται στον κανόνα της Καινής Διαθήκης και εντάσσονται στις ποιμαντορικές ή ποιμαντικές, για το ποιμαντορικό περιεχόμενό τους. Οι επιστολές αυτές θεωρούνται αξιόλογες για τις ιστορικές μαρτυρίες που παρέχουν. Σύμφωνα με τα δεδομένα της Α' Τιμ., αυτή πρέπει να γράφθηκε από κάποια πόλη της Μακεδονίας[25], στο χρονικό διάστημα μεταξύ 63 και 67 μ.Χ.. Είναι δύσκολο να καθοριστεί η ηλικία του Τιμόθεου όταν εξελέγη επίσκοπος Εφέσου. Αν ο Παύλος, ηλικίας περίπου 65 ετών, τον λέει "νέον"[26], ίσως ήταν 35-40 ετών[27].

Μετά το μαρτύριο του Παύλου, από τη Ρώμη όπου είχε κληθεί[28], επέστρεψε στην Έφεσο και παρέμεινε εκεί. Σύμφωνα με την παράδοση, μαρτύρησε ο ίδιος επί Δομιτιανού[29] ή Νέρωνα[30] [31]"τυπτόμενος με ρόπαλα από τον ειδωλολατρικό όχλο" [32], επειδή σε κάποια γιορτή της Εφέσιας Aρτέμιδας, "Καταγώγιον ονομαζομένην"[33] κατέκρινε τα όργια των εορταστών.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 22 Ιανουαρίου, η Καθολική και η Λουθηρανική στις 26 Ιανουαρίου, ενώ τιμάται ως άγιος και από την Αγγλικανική εκκλησία.

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Φιλ. 2,20. Δηλαδή άτομο που "μοιράζεται μαζί του όχι απλώς τα ίδια αισθήματα γενικά αλλά ειδικότερα τα ίδια φρονήματα και το ίδιο θερμό ενδιαφέρον". (Καραβιδόπουλος Δ. Ιωάννης, Αποστόλου Παύλου Επιστολές προς Εφεσίους, Φιλιππισίους, Κολοσσαείς, Φιλήμονα, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 327) Η Η Αγία Γραφή, Μετάφραση από τα Πρωτότυπα Κείμενα αποδίδει τον όρο ως «κανέναν άλλο δεν έχω τόσο έμπιστο» και η Η Αγία Γραφή-Μετάφραση Νέου Κόσμου ως «δεν έχω κανέναν άλλον με διάθεση σαν τη δική του».
  2. Πράξ. 16,1
  3. Στο αρχαίο κείμενο Λώις. Β' Τιμ. 1,5
  4. πρβλ. "Ευνίκη ροδόπυχης" (Ησίοδ. Θεογ. 256)
  5. Β' Τιμ. 3,15, ΜΠΚ. Η «Γραφή» αναφέρεται στα κείμενα που μετέπειτα ονομάστηκαν «Παλαιά Διαθήκη», τα οποία μπορούσε προφανώς να διαβάσει ο Τιμόθεος και η οικογένειά του τόσο στα Εβραϊκά όσο και στα Ελληνικά της Μετάφρασης των Εβδομήκοντα. O Παύλος αναφέρεται αρκετές φορές με το "Γραφή" ή "Γέγραπται" σε παραθέσεις που υπάρχουν αυτούσιες στη μετάφραση των Ο' , όχι όμως και στο εβραϊκό κείμενο, π.χ.: Ρωμ. 4:3 (Γεν. 15:6), Γαλ. 4:27 (Ησ. 54:1), Ρωμ. 14:11 (Ησ. 45:23) κ.ά. (Gerald F. Hawthorne et al., Dictionary of Paul and His Letters, InterVarsity Press 1993, σελ. 630) Εντούτοις, οι όποιες διαφορές του Βιβλικού εβραϊκού πρωτοτύπου και της ελληνικής μετάφρασης δεν οδηγούσαν σε διαχωρισμό ως προς τη χρήση τους. Όπως αναφέρει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου, «ο θείος Παύλος ουδόλως διέκρινε την εβραϊκήν από της των Ο' γραφής, εν η ο Τιμόθεος από βρέφους ετράφη και επαιδεύθη». (Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Περί των Ο' Ερμηνευτών της Παλαιάς θείας Γραφής, τόμ. 4ος, Αθήνησιν 1849, σελ. 301)
  6. Α' Τιμ. 5, 23
  7. Πράξ. 16,2
  8. Β' Τιμ. 3, 10 κ.ε.
  9. A' Τιμ. 1,18 (πρβλ. Τρεμπέλας Ν. Παν., Υπόμνημα εις τας Επιστολάς της Κ. Διαθήκης, τόμ. Β', 4η έκδ., 'Ο Σωτήρ', Αθήνα 1993, σελ. 340)
  10. Adam Clarke, Clarke's Commentary: First Timothy, 1 Ti 1:1
  11. William Hendriksen and Simon J. Kistemaker, vol. 4, New Testament Commentary - Exposition of the Pastoral Epistles, Baker Book House, 1953-2001, σελ. 157
  12. Α' Τιμ. 4, 12
  13. Adam Clarke, στο ίδιο
  14. William Hendriksen, ό.π.
  15. Πράξ. 16, 3
  16. Πράξ. 17,14
  17. Α' Θεσ. 3,2 κ.ε.
  18. Πράξ. 20, 4
  19. Πράξ. 19, 22. Α' Κορ. 4,17. 16, 10
  20. Α' Θεσ. 3,2-6. Α' Κορ. 4,17. 16,10-11. Φιλιπ. 2,19-24. Ρωμ 16,21
  21. Α' & Β' Θεσ., Β' Κορ., Κολ., Φιλήμ., Φιλιπ.
  22. Κολ. 1,1. Φιλήμ. 1. Φιλιπ. 1,1
  23. Β' Τιμ. 4, 9.11
  24. Β' Τιμ. 4, 13
  25. πρβλ. Α' Τιμ. 1, 3
  26. Α' Τιμ. 4, 12
  27. λήμμ. "Τιμόθεος", Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 11, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1967, στ. 770
  28. Β' Τιμ. 1, 4. 4, 9,21
  29. Δομιτιανός, Τίτος Φλάβιος (Titus Flavius Domitianus), Ρωμαίος αυτοκράτορας στο διάστημα 81-96 μ.Χ.
  30. Νέρων (Claudius Caesar Drusus Germanicus Nero), Άντιον 37–Ρώμη 68 μ.Χ.. Ρωμαίος αυτοκράτορας, ανέβηκε στον θρόνο το 54 μ.Χ..
  31. πρβλ. λημμ. "Τιμόθεος", εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ, τόμ. 30, Αθήνα 2004
  32. λήμμ. "Τιμόθεος" (#1), εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τόμ. 57, εκδ. Δίας, Αθήνα 2004
  33. Νικόδημος Αγιορείτης, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, τόμ. Α', Αθήνησι 1868, σελ. 401