Μοντέλο Αποδοχής Τεχνολογίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

To Μοντέλο Αποδοχής της Τεχνολογίας (Technology Acceptance Model - ΤΑΜ) αναπτύχθηκε από τον Davis και την ομάδα του προκειμένου να εξηγήσει και να προβλέψει την αποδοχή της Τεχνολογίας της Πληροφορικής (Information Technology) από άτομα. Το ΤΑΜ υιοθετεί τις αιτιακές σχέσεις της Θεωρίας της δικαιολογημένης δράσης προκειμένου να εξηγήσει τις συμπεριφορές αποδοχής της Τεxνολογίας που εκδηλώνουν τα άτομα. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, η Αντιλαμβανόμενη Ευκολία Χρήσης (Perceived Ease of Use) και η Αντιλαμβανόμενη Χρησιμότητα (Perceived Usefulness) από τη χρήση μιας συγκεκριμένης τεχνολογίας είναι οι δύο καθοριστικότεροι παράγοντες υιοθέτησής της. Ο Davis το 1989 όρισε την Aντιλαμβανόμενη Xρησιμότητα σαν «το βαθμό, στον οποίο ένα άτομο πιστεύει ότι χρησιμοποιώντας ένα συγκεκριμένο σύστημα θα αυξήσει την απόδοσή του στην εργασία του» και την Aντιλαμβανόμενη Eυκολία Xρήσης σαν «το βαθμό, στον οποίο ένα άτομο πιστεύει ότι η χρησιμοποίηση ενός συγκεκριμένου συστήματος δεν θα απαιτεί προσπάθεια».

Τα υπόλοιπα δύο μέρη του TAM είναι η Στάση προς τη Χρήση (Attitude Towards Use) και η Συμπεριφορική Πρόθεση για Χρήση (Behavioural Intention to Use) (Lederer et al., 2000). Η Στάση προς τη Χρήση είναι η αξιολόγηση του χρήστη όσον αφορά την τοποθέτηση μιας συγκεκριμένης εφαρμογής πληροφοριακών συστημάτων. Η Συμπεριφορική Πρόθεση για Χρήση είναι ένα μέτρο της πιθανότητας ότι ένα άτομο θα χρησιμοποιήσει μια συγκεκριμένη εφαρμογή (Ajzen και Fishbein, 1980). H εξαρτημένη τέλος μεταβλητή του TAM είναι η Πραγματική Χρήση (Actual Use). Συνήθως μετράτε με τη χρονική διάρκεια ή τη συχνότητα χρήσης μια συγκεκριμένης εφαρμογής. Η μέχρι σήμερα έρευνα έχει αποδείξει την ισχύ του συγκεκριμένου μοντέλο, το οποίο είναι πια ευρέως αποδεκτό (Legris et al., 2003).

Όσον αφορά την Αντιλαμβανόμενη Ευκολία Χρήσης και την Αντιλαμβανόμενη Χρησιμότητα στο Διαδίκτυο, η διεθνής βιβλιογραφία αναφέρει κάποια πρώτα συμπεράσματα (Davis et al., 1995). Τα συχνότερα προβλήματα όσον αφορά την ευκολία χρήσης είναι οι αργές συνδέσεις, η αδυναμία εύρεσης σελίδων που οι χρήστες γνωρίζουν ότι υπάρχουν, η αδυναμία οργάνωσης των σελίδων και των πληροφοριών που έχουν συγκεντρώσει, η αναξιοπιστία των ιστοσελίδων, οι ατελείς αναζητήσεις και η δυσκολία εύρεσης συγκεκριμένων πληροφοριών (Lightner et al., 1996). Η αντιλαμβανόμενη χρησιμότητα στο διαδίκτυο εντοπίζεται κυρίως στον όγκο της διαθέσιμης πληροφορίας, στη ευκολία αγοράς, και στην υποστήριξη συγκεκριμένων επιχειρησιακών λειτουργιών (Marketing, Έρευνα και Ανάπτυξη) (Lederer et al, 2000).

Ο Taylor και Todd το 1995 μελέτησαν τον ρόλο της προηγούμενης εμπειρίας στους χρήστες. Συνέκριναν τα αποτελέσματα από έμπειρους και άπειρους χρήστες πληροφοριακών συστημάτων. Οι άπειροι χρήστες έδωσαν διαφορετική έμφαση στους παράγοντες της πρόθεσης και της χρήσης (Usage) απ'ότι οι έμπειροι χρήστες. Υπήρχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων όσον αφορά την επιρροή της αντιλαμβανόμενης χρησιμότητας (PU), όπου ήταν και ο ισχυρότερος παράγοντας για την πρόθεση (Intention) για την άπειρη ομάδα, ενώ η αντιλαμβανόμενη ευκολία στη χρήση (PEOU) αποδείχθηκε πιο σημαντικός παράγοντας από την Στάση (Attitude). Αντίθετα, οι έμπειροι χρήστες έδωσαν μικρότερη βαρύτητα στην αντιλαμβανόμενη χρησιμότητα (PU). Υπήρχε μια ισχυρότερη σχέση μεταξύ της Συμπεριφορικής Πρόθεσης και συμπεριφοράς για τους έμπειρους χρήστες και αυτό γιατί είχαν στην Στάση τους εμπειρία που έχει κερδηθεί από προηγούμενες περιπτώσεις (Taylor και Todd, 1995).

Ωστόσο, το πρώτο Μοντέλο Αποδοχής Τεχνολογίας δεν περιλάμβανε καθόλου κοινωνικούς παράγοντες οι οποίοι διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη στάση ενός ατόμου. Γι’ αυτό το λόγω, ερευνητές πρότειναν ένα τροποποιημένο μοντέλο που θα αντισταθμίσει το προηγούμενο ελάττωμα. Οι Venkatesh και Davis (2000) πρότειναν το δεύτερο Μοντέλο Αποδοχής Τεχνολογίας (ΤΑΜ2), το οποίο περιελάμβανε έννοιες όπως: υποκειμενικά πρότυπα (subjective norm), εθελοντισμό (voluntariness), εικόνα (image) και νοητικές οργανωσιακές διαδικασίες (cognitive instrumental processes), σχετικότητα εργασίας (job relevance), ποιότητα απόδοσης (output quality), αποδειξιμότητα αποτελεσμάτων (result demonstrability) (Venkatesh και Davis, 2000).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ajzen, I., Fishbein, M., 1980. « Understanding Attitudes and Predicting Social Behavior», Prentice-Hall Inc., Englewood Cliffs, NJ.
  • Davis, F.D., 1989. Perceived usefulness, perceived ease of use, and user acceptance of information technology. MIS Quarterly (13), 319–339.
  • Davis, F.D., Bagozzi, R.P., Warshaw, P.R., 1989. User acceptance of computer technology: a comparison of two theoretical models. Management Science 35 (8), 982–1003.
  • M. Fishbein, I. Ajzen, Belief, Attitude, Intention, and Behavior: An Introduction to Theory and Research, Addison- Wesley, Reading, MA, 1975.
  • Lederer, DJ Maupin, MP Sena και Y Zhuang, 2000, «Technology acceptance model and the World Wide Web», Decision Support Systems.
  • Venkatesh, V., & Davis, F. D. (2000). A theoretical extension of the technology acceptance model: Four longitudinal field studies. Management Science, (46:2), 186-204.
  • S. Taylor, P.A. Todd, Understanding information technology usage: a test of competing models, Information Systems Research 6 (2), 1995, pp. 144–176.
  • P Legris, J Ingham και P Collerette, (2003), « Why do people use information technology? A critical review of the technology acceptance model », Information and Management.