Αγάθαρχος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Αγάθαρχος ο Σάμιος ήταν περίφημος αυτοδίδακτος[1] αρχαίος Έλληνας ζωγράφος από τη Σάμο, γιος του Ευδήμου. Ωστόσο, έζησε και σταδιοδρόμησε στην Αθήνα, στη σκηνογραφία και τοιχογραφία[2] κατά τη διάρκεια του «Χρυσού Αιώνα» (5ος αιώνας π.Χ.). Ο Αγάθαρχος φιλοτέχνησε τα σκηνικά πολλών τραγωδιών του Αισχύλου και πιθανότατα την τελευταία του, την Ορέστεια [3], διότι κατά τον Αριστοτέλη[4], ο πρώτος που εισήγαγε σκηνογραφίες στο θέατρο ήταν ο Σοφοκλής, ώστε ο Αγάθαρχος να εργάστηκε πρώτα σε αυτόν. . Επίσης, συνέγραψε σχετικό έργο που εξετάζει τα προβλήματα της προοπτικής στη ζωγραφική. Με τον τρόπο αυτό, ο Αγάθαρχος έγινε δάσκαλος των μεγάλων ζωγράφων της αρχαίας Ελλάδας, όπως του Ζεύξη και του Απολλοδώρου. Ο Πλούταρχος προσθέτει (Περ. ΙΓ) ότι στα χρόνια του Περικλή όταν άκουσε ο Ζεύξις που τον επαινούσαν ότι ζωγραφίζει γρήγορα απάντησε με τη φράση «Εγώ δ' εν μακρώ χρόνω»[5].

Για τον Αγάθαρχο γράφει με θαυμασμό ο Ρωμαίος Βιτρούβιος τον 1ο αιώνα π.Χ..


Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ραγκαβής, Αλέξανδρος Ρίζος (1888). «Ἀγάθαρχος». Λεξικόν της Ελληνικής Αρχαιολογίας. Αθήνα: Ανέστης Κωνσταντινίδης. 
  • Εγκυκλοπαίδεια Μαλλιάρης Παιδεία 2005
  • Thesaurus Linguae Graecae
  • Ιωάννης Κακαβούλιας: Ελληνική Γραμματολογία (αρχαία και βυζαντινή), εκδ. Νικόδημος, Αθήνα, σελ. 8

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Σουιδ. Άρποκρ. φ. Ολυμπιόδωρος
  2. Vitr, VII, Praef. 10
  3. Όλ. 80, β
  4. Aristoteles et Corpus Aristotelicum Phil., Poetica Bekker page 1449a, line 19: «καὶ τό τε τῶν ὑποκριτῶν πλῆθος ἐξ ἑνὸς εἰς δύο πρῶτος Αἰσχύλος ἤγαγε καὶ τὰ τοῦ χοροῦ ἠλάττωσε καὶ τὸν λόγον πρωταγωνιστεῖν παρεσκεύασεν· τρεῖς δὲ καὶ σκηνογραφίαν Σοφοκλῆς. ἔτι δὲ τὸ μέγεθος· ἐκ μικρῶν μύθων καὶ λέξεως γελοίας διὰ τὸ ἐκ σατυρικοῦ μεταβαλεῖν ὀψὲ ἀπεσεμνύνθη, τό τε μέτρον ἐκ τετραμέτρου ἰαμβεῖον ἐγένετο».
  5. Plutarchus Biogr., Phil., Pericles Chapter 13, section 3, line 1: «καίτοι ποτέ φασιν Ἀγαθάρχου τοῦ ζωγράφου μέγα φρονοῦντος ἐπὶ τῷ ταχὺ καὶ ῥᾳδίως τὰ ζῷα ποιεῖν ἀκούσαντα τὸν Ζεῦξιν εἰπεῖν· ἐγὼ δ' ἐν πολλῷ χρόνῳ».