Sturmgeschütz III
Το Sturmgeschütz III (StuG III) ήταν γερμανικό πυροβόλο εφόδου/αυτοκινούμενο πυροβόλο της περιόδου του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου το οποίο παρήχθη σε πολύ μεγάλους αριθμούς.[1] Ήταν βασισμένο στο σκάφος του άρματος μάχης Panzer III αλλά στη θέση του πύργου υπήρχε θωρακισμένη σταθερή υπερκατασκευή που έφερε ισχυρότερο πυροβόλο. Το StuG III σχεδιάστηκε ως όπλο υποστηρίξεως του πεζικού όμως κατοπινές εκδόσεις του που αναπτύχθηκαν εν μέσω του πολέμου ήταν εξειδικευμένοι κυνηγοί αρμάτων (γερμανικά: Jagdpanzer).[1]
Σχεδιασμός και ανάπτυξη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η ιδέα της ανάπτυξης πυροβόλων εφόδου (γερμανικά: Sturmgeschütz προέρχεται από τα συμπεράσματα που έβγαλαν οι Γερμανοί από τις επιχειρήσεις στο Δυτικό Μέτωπο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου κατέστη σαφές πως το πεζικό δεν διέθετε κατάλληλα μέσα ώστε να μπορεί να εξουδετερώσει τις ισχυρές οχυρώσεις του αντιπάλου.
Τα πυροβόλα της περιόδου ήταν βαριά και δυσκίνητα και κατά συνέπεια ήταν δύσκολο να συμβαδίζουν με το προελαύνον πεζικό ώστε να τοποθετούνται έγκαιρα στα κατάλληλα σημεία για να καταστρέψουν με άμεσες βολές καταφύγια, πολυβολεία και άλλες οχυρώσεις. Παρόλο που το πρόβλημα ήταν ευρέως γνωστό στον γερμανικό στρατό, θεωρείται πως εμπνευστής της ιδέας του «πυροβολικού εφόδου» (γερμανικά: Sturmartillerie) είναι ο στρατηγός Έριχ φον Μανστάιν (Erich von Manstein) καθώς αυτός είναι που υπέβαλε την αρχική πρόταση στον στρατηγό Λούντβιχ Μπεκ (Ludwig Beck) το 1935, προτείνοντας τη συγκρότηση μονάδων αυτοκινούμενων πυροβόλων που θα είχαν ρόλο άμεσης υποστήριξης των μεραρχιών πεζικού.
Στις 15 Ιουνίου 1936, η Daimler-Benz AG έλαβε εντολή να αναπτύξει ένα τεθωρακισμένο όχημα υποστήριξης πεζικού ικανό να φέρει πυροβόλο διαμετρήματος 7,5 cm. Η σταθερή υπερκατασκευή τύπου του πυροβόλου επέτρεπε περιορισμένη οριζόντια σκόπευση 20° και παρείχε προστασία για το πλήρωμα.[2] Το ύψος του οχήματος δεν έπρεπε να υπερβαίνει εκείνο ενός μέσου στρατιώτη.
Η Daimler-Benz AG χρησιμοποίησε ως βάση για το νέο όχημα το σασί και το σύστημα μετάδοσης κίνησης του μέσου άρματος Panzer III. Η κατασκευή των πρωτοτύπων ανατέθηκε στην Alkett, η οποία ολοκλήρωσε πέντε πρωτότυπα το 1937. Η υπερκατασκευή τους ήταν από μαλακό χάλυβα και διέθεταν ένα κοντόκαννο πυροβόλο Krupp 7,5 cm StuK 37 L/24. Τα οχήματα παραγωγής με αυτό το πυροβόλο ήταν γνωστά ως Gepanzerte Selbstfahrlafette für Sturmgeschütz 7.5 cm Kanone Ausführung A bis D (Sd.Kfz.142).
Σε αυτά τα πρωταρχικά στάδια της ανάπτυξης των StuG δεν ήταν ακόμα σαφές ποιο Όπλο του γερμανικού στρατού θα τα χρησιμοποιούσε. Οι μεραρχίες πάντσερ ήταν ο φυσικός χρήστης ερπυστριοφόρων οχημάτων αλλά δεν διέθεταν επαρκείς πόρους για τη συγκρότηση μονάδων εξοπλισμένων με StuG. Το πεζικό επίσης αδυνατούσε να τα υποστηρίξει και εν τέλει συμφωνήθηκε πως θα ήταν προτιμότερο τα χρησιμοποιούνταν από το πυροβολικό. Τα StuG οργανώθηκαν σε τάγματα (αργότερα μετονομάστηκαν σε «ταξιαρχίες» για λόγους παραπληροφόρησης) με δικό τους επιχειρησιακό δόγμα. Κύρια αποστολή τους ήταν η υποστήριξη του πεζικού ενώ αργότερα δόθηκε μεγάλη έμφαση στη χρήση τους ως αντιαρματικά πυροβόλα.
Όντας όπλα άμεσης υποστήριξης πεζικού, τα πρώιμα Stug III εξοπλίστηκαν με οβιδοβόλα χαμηλής ταχύτητας τύπου 7.5 cm StuK 37 L/24. Το συγκεκριμένο πυροβόλο ήταν παρόμοιο με εκείνα που χρησιμοποιούνταν στις πρώιμες εκδόσεις του Panzer IV. Τα βλήματα χαμηλής ταχύτητας είχαν λεπτό χαλύβδινο περίβλημα και ισχυρή εκρηκτική γόμωση και ήταν κατάλληλα για την καταστροφή μη θωρακισμένων στόχων και οχυρώσεων, αλλά δεν είχαν καλή διατρητική ικανότητα έναντι θωράκισης. Την άνοιξη του 1942, όταν πια οι γερμανικές δυνάμεις είχαν αντιμετωπίσει τα προηγμένα σοβιετικά άρματα KV-1 και T-34, τα StuG εξοπλίστηκαν με πυροβόλο υψηλής ταχύτητας 7.5 cm StuK 40 L/43 και το φθινόπωρο του ίδιου έτους με το ελαφρώς μακρύτερο 7.5 cm StuK 40 L/48.[1] Τα ίδια πυροβόλα τοποθετήθηκαν και στα Panzer IV, αλλά τα βλήματά τους είχαν μικρότερη εκρηκτική επίδραση έναντι πεζικού ή λοιπών οχυρώσεων. Αυτές οι εκδόσεις ήταν γνωστές ως 7.5 cm Sturmgeschütz 40 Ausf.F, Ausf. F/8 και Ausf. G (Sd.Kfz.142/1).
Στα τέλη του 1942 ήταν επιχειρησιακά τα StuG III Ausf. G τα οποία διέθεταν και ένα πολυβόλο MG34 των 7,92 mm που μπορούσε να τοποθετηθεί πάνω στην υπερκατασκευή για την προστασία του οχήματος από το εχθρικό πεζικό. Το 1944 καθιερώθηκε η χρήση ενός επιπλέον ομοαξονικού πολυβόλου των 7,92 mm.
Τα οχήματα της σειράς Sturmgeschütz ήταν φθηνότερα και ταχύτερα στην κατασκευή σε σχέση με τα σύγχρονά του άρματα μάχης· με κόστος 82.500 μάρκων, ένα StuG III Ausf. G ήταν φθηνότερο από ένα Panzer III Ausf. M που κόστιζε 103.163 μάρκων. Αυτό οφειλόταν στην απουσία πύργου, γεγονός που απλοποιούσε σημαντικά την κατασκευή.
Επιχειρησιακή ιστορία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Τα StuG III αποδείχθηκαν πολύ επιτυχημένα και έδρασαν σε όλα τα μέτωπα που πολέμησε η Βέρμαχτ, τόσο ως πυροβόλα υποστηρίξεως όσο και ως αντιαρματικά οχήματα. Λόγω του χαμηλού προφίλ τους ήταν εύκολο το καμουφλάρισμα και η απόκρυψή τους και αποτελούσαν δύσκολους στόχους για τον αντίπαλο. Μέχρι το τέλος του πολέμου είχαν κατασκευαστεί 11.300 StuG III και StuH 42,[3] αλλά εξαιτίας τωμ μεγάλων απωλειών, στις 10 Απριλίου 1945 παρέμεναν σε ενεργό υπηρεσία μόλις 1.053 StuG III και 277 StuH 42. Η χρήση των StuG ήταν αποδοτική και από οικονομικής άποψης σε σύγκριση με τα βαρύτερα γερμανικά άρματα όπως τα Tiger I και Panther, αν και ως αντιαρματικά όπλα έδιναν καλύτερα αποτελέσματα όταν οι γερμανικές δυνάμεις αμύνονταν, καθώς η απουσία περιστρεφόμενου πύργου και η λεπτή θωράκισή τους αποτελούσαν σοβαρό μειονέκτημα σε επιθετικό ρόλο. Καθώς η κατάσταση για τον γερμανικό στρατό επιδεινωνόταν περαιτέρω προς το τέλος του πολέμου, κατασκευάζονταν περισσότερα StuG από άρματα μάχης, κυρίως λόγω της ευκολίας στην παραγωγή τους.
Στο μέτωπο της Ιταλίας, τα StuG εκτιμήθηκαν ιδιαίτερα από τα πληρώματα που αντιμετώπιζαν τα συμμαχικά τεθωρακισμένα, αλλά αντιμετώπιζαν ζητήματα μηχανικής αναξιοπιστίας. Το μικρό κιβώτιο στο κάλυμμα των ερπυστριών, το οποίο κανονικά ήταν στερεωμένο στο διαμέρισμα του κινητήρα, περιείχε τα εργαλεία των ερπυστριών.[4]
Στα 1943-44 ο Φινλανδικός Στρατός παρέλαβε 59 StuG III Ausf. G και τα χρησιμοποίησε εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Η πρώτη παρτίδα παρελήφθη εντός του 1943 και τα συγκεκριμένα οχήματα κατέστρεψε τουλάχιστον ογδόντα επτά εχθρικά άρματα με απώλεια μόλις οκτώ StuG (ορισμένα από τα οποία καταστράφηκαν από τα ίδια τα πληρώματά τους για να αποτραπεί η αιχμαλωσία τους από τον εχθρό).[5] Η επόμενη παρτίδα παραδόθηκε το 1944 και επί της ουσίας δεν συμμετείχε σε μάχες. Μετά τον πόλεμο τα StuG έγιναν τα κύρια οχήματα μάχης του Φινλανδικού Στρατού έως τις αρχές της δεκαετίας του 1960, οπότε και ξεκίνησε η σταδιακή τους απόσυρση. Σε φινλανδική υπηρεσία είχαν το προσωνύμιο «Sturmi».
Εκατό StuG III Ausf. G παραδόθηκαν στη Ρουμανία το φθινόπωρο του 1943. Ήταν επισήμως γνωστά ως TAs (ή TAs T3 προκειμένου να μη συγχέονται με τα TAs T4 (Jagdpanzer IV)). Μέχρι τον Φεβρουάριο του 1945, 13 παρέμεναν σε ενεργό υπηρεσία με το 2ο Σύνταγμα Τεθωρακισμένων. Κανένα από αυτή την αρχική παρτίδα δεν επέζησε του πολέμου.[6] Τριάντα ένα TAs βρίσκονταν στα αποθέματα του ρουμανικού στρατού τον Νοέμβριο του 1947. Τα περισσότερα από αυτά ήταν πιθανότατα StuG III Ausf. G και ένας μικρός αριθμός Panzer IV/70 (V) (ίδια με τα TAs T4). Αυτά τα TAs είχαν παρασχεθεί από τον Κόκκινο Στρατό ή ήταν κατεστραμμένες οχήματα που επισκεύασαν οι Ρουμάνοι.[7] Όλος ο γερμανικός εξοπλισμός αποσύρθηκε από την υπηρεσία το 1950 καθώς η ρουμανική ηγεσία αποφάσισε ο στρατός της χώρας να εξοπλιστεί αποκλειστικά με τεθωρακισμένα σοβιετικής προέλευσης.
Τα StuG III εξήχθησαν επίσης σε άλλα κράτη φιλικά προς τη Γερμανία, συμπεριλαμβανομένων της Βουλγαρίας, της Ουγγαρίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας. Η Ουγγαρία χρησιμοποίησε τα StuG III της εναντίον των σοβιετικών δυνάμεων κατά την εισβολή τους στη χώρα στα τέλη του 1944 έως τις αρχές του 1945. Η Βουλγαρία έλαβε επίσης αρκετά StuG από τη Γερμανία, αλλά σχεδόν κανένα δεν χρησιμοποιήθηκε εναντίον των Σοβιετικών, καθώς η χώρα είχε τερματίσει τη συμμαχία της με τη Γερμανία αλλάζοντας πλευρά προς τους Συμμάχους πριν από τη σοβιετική εισβολή. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο παρέμειναν σε υπηρεσία για σύντομο χρονικό διάστημα πριν μετατραπούν σε σταθερές πυροβολαρχίες στη Γραμμή Κράλι Μάρκο, στα σύνορα με τη γειτονική Τουρκία.
Οι Γερμανοί έδωσαν μικρούς αριθμούς StuG III και σε άλλες χώρες του Άξονα. Μικρός αριθμός οχημάτων παραχωρήθηκε στους Ούστασε. Τα περισσότερα από αυτά πέρασαν τελικά στην κατοχή των παρτιζάνων του Τίτο. Αυτά χρησιμοποιήθηκαν από τον Γιουγκοσλαβικό Λαϊκό Στρατό μέχρι τη δεκαετία του 1950, όταν αντικαταστάθηκαν από πιο σύγχρονα τεθωρακισμένα. Η Ισπανία παρέλαβε δέκα περίπου StuG III από κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα οποία στη συνέχεια πωλήθηκαν στη Συρία μεταπολεμικά.
Το 1943 οι ιταλικές δυνάμεις παρέλαβαν δώδεκα StuG III Ausf.G τα οποία προηγουμένως ανήκαν σε γερμανικές που δρούσαν στην περιοχή. Αυτά δωρίστηκαν, μαζί με 12 Panzer III Ausf.N, 12 Panzer IV Ausf.G και 24 8,8 cm Flak 37 με τους ημιερπυστριοφόρους ελκυστήρες τους, στη Τεθωρακισμένη Μεραρχία «M», έναν σχηματισμό στελεχωμένο αποκλειστικά από Μελανοχίτωνες. Με την πτώση του φασιστικού καθεστώτος και την ανακωχή του Καζίμπιλε, οι Γερμανοί ανέκτησαν όλον τον εξοπλισμό που παραχώρησαν στους Ιταλούς και τον χρησιμοποίησαν εναντίον των Συμμάχων.[8]
Μετά το τέλος του πολέμου υπήρχαν πολυάριθμα StuG III σε περιοχές που είχαν δράσει οι γερμανικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια της σύρραξης. Εκατοντάδες οχήματα πέρασαν στην κατοχή των Σοβιετικών οι οποίοι παραχώρησαν τα περισσότερα από αυτά στη Συρία. Οι Σύριοι εγκατέστησαν ιταλικά πολυβόλα Breda-SAFAT των 12,7 mm[9] και τα διατήρησαν σε υπηρεσία, όπως και άλλα πλεονάζοντα τεθωρακισμένα που παρέλαβαν από την ΕΣΣΔ και την Τσεχοσλοβακία, έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Κατά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών (1967) πολλά από αυτά είχαν καταστραφεί, απογυμνωθεί για ανταλλακτικά η εγκατασταθεί σε μόνιμες θέσεις στα Υψίπεδα του Γκολάν σε μόνιμες θέσεις. Ορισμένα StuG III παρέμειναν σε υπηρεσία έως τον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ το 1973.[9]
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1 2 3 «StuG III». The Tank Museum (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 17 Μαΐου 2024.
- ↑ «Artillery in the Desert» (PDF). Military Intelligence Service - War Department. 23 Μαΐου 2003. σελ. 21. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 20 Μαΐου 2024. Ανακτήθηκε στις 7 Μαρτίου 2025. Unknown parameter
|orig-date=ignored (βοήθεια) - ↑ Sturmgeschütz wwiivehicles.com
- ↑ Anderson, Thomas (2017). Sturmgeschütz Panzer, Panzerjäger, Waffen-SS and Luftwaffe Units 1943–45. σελ. 20.
- ↑ «Sturmgeschütz III/IV». Achtung Panzer!. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Φεβρουαρίου 2007. Ανακτήθηκε στις 31 Ιουλίου 2006.
- ↑ Scafes and Serbanescu 2005, p.77
- ↑ Scafes and Serbanescu 2005, p.47
- ↑ Nicola Pignato "Atlante mondiale dei mezzi corazzati, I carri dell'Asse". Ermanno Albertelli Editore, Italy, 1983
- 1 2 Zaloga, Steven (July 1995). «Strangers In a Strange Land: Early Syrian Armor 1948-56». Museum Ordnance (Darlington, Maryland: Darlington Productions, Inc.) 5 (4): 5–6.
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Mueller, Peter· Zimmermann, Wolfgang. Sturmgeschütz III - Backbone of the German Infantry. History Facts. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 25 Δεκεμβρίου 2008.
- Walter J. Spielberger. Sturmgeschütz & Its variants - Schiffer Publishing - (ISBN 0-88740-398-0)
- Scafes, Cornel I· Scafes, Ioan I· Serbanescu, Horia Vl (2005). Trupele Blindate din Armata Romana 1919-1947. Bucuresti: Editura Oscar Print.
- Military Intelligence Service (25 Νοεμβρίου 1942). Artillery in the Desert. Special Series No. 6. Department of War, Washington, DC. – μέσω LoneSentry.com.
- «Sturmgeschütz III, StuIG33B, Sturmhaubitze 42» (PDF). Surviving Panzers. 14 Απριλίου 2023.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Πολυμέσα σχετικά με το θέμα Sturmgeschütz III στο Wikimedia Commons