Moναστήρι Μπάτσκοβο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 41°56′32″N 24°50′58″E / 41.94222°N 24.84944°E / 41.94222; 24.84944

H αυλή του Μοναστηριού

Το Moναστήρι Μπάτσκοβο, αρχικά Μοναστήρι Πετριτσόνι ή Μοναστήρι Θεομήτορος Πετριτσονίτισας, είναι σημαντικό μνημείο Χριστιανικής αρχιτεκτονικής και ένα από τα μεγαλύτερα και αρχαιότερα Ορθόδοξα μοναστήρια στην Ευρώπη. Βρίσκεται στη δεξιά όχθη του Ποταμού Ασένιτσα (ή Τσεπελάρε), 189 χλμ. από τη Σόφια και 10 χλμ. νότια του Ασένοβγκραντ και υπάγεται άμεσα στην Ιερά Σύνοδο της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το μοναστήρι είναι γνωστό και θεωρείται ως μοναδικός συνδυασμός Βυζαντινού, Γεωργιανού και Βουλγαρικού πολιτισμού, ενωμένων από την κοινή πίστη.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τοιχογραφία εικονογράφησης δωρητή του 14ου αιώνα του Βούλγαρου τσάρου Ιβάν Αλεξάνταρ στο οστεοφυλάκιο

Το μοναστήρι ιδρύθηκε το 1083 από τον Πρίγκιπα Γρηγόριος Πακουριανό, εξέχοντα πολιτικό και στρατιωτικό διοικητή στην υπηρεσία των Βυζαντινών, ως Βυζαντινό Ιβηριανό (το θέμα της Ιβηρίας περιελάμβανε αρκετά εδάφη της Γεωργίας και της Αρμενίας) Ορθόδοξο μοναστήρι, που ίδρυσε εκεί επίσης μια σχολή για νέους. Το πρόγραμμα σπουδών περιελάμβανε κατά πρώτο λόγο θρησκευτικά, αλλά επίσης και μαθηματικά, ιστορία και μουσική. Το 13ο αιώνα οι Βυζαντινοί Ιβηριανοί Μοναχοί έχασαν την κυριότητα του Μοναστηριού , αλλά οι παραδόσεις τους διατηρήθηκαν μέχρι τις αρχές του 14ου αιώνα και σώζεται μέχρι σήμερα ένα Αρμενικό Ευαγγέλιο του 10ου αιώνα. Κατά την περίοδο της Δεύτερης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας το Μοναστήρι τέθηκε υπό την προστασία του Τσάρου Ιβάν Αλεξάνταρ, όπως αποδεικνύεται από μια εικόνα του στις αψίδες του νάρθηκα του οστεοφυλακίου. Πιστεύεται ότι ο ιδρυτής της Φιλολογικής Σχολής του Τάρνοβο και τελευταίος πατριάρχης της μεσαιωνικής Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας Πατριάρχης Ευθύμιος εξορίσθηκε από τους Τούρκους και εργάσθηκε στη σχολή του μοναστηριού στις αρχές του 15ου αιώνα.

Αν και το μοναστήρι επέζησε των πρώτων κυμάτων της Τουρκικής εισβολής στα Βουλγαρικά εδάφη, αργότερα λεηλατήθηκε και καταστράφηκε αλλά ανακαινίστηκε προς το τέλος του 15ου αιώνα. Η τραπεζαρία, της οποίας οι τοιχογραφίες από ανώνυμο ζωγράφο έχουν μεγάλη καλλιτεχνική αξία, ανακατασκευάσθηκε το 1601 και η Εκκλησία της Παναγίας, που σώζεται ακόμη, ολοκληρώθηκε το 1604.

Το Μοναστήρι Μπάτσκοβο είναι η τελευταία κατοικία του Πατριάρχη Ευθύμιου (1330–1404), του Έξαρχου Στέφανου Α΄(1878-1957) και του Πατριάρχη Κύριλλου (1901–1971).

Συγκρότημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οστεοφυλάκιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Tο μεσαιωνικό οστεοφυλάκιο

Το μόνο τμήμα που έχει διασωθεί από το αρχικό κτίριο του μοναστηριού είναι το οστεοφυλάκιο, που έχει ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό σχεδιασμό και παλιές τοιχογραφίες και βρίσκεται 300 μέτρα από το σύγχρονο μοναστηριακό συγκρότημα. Φαίνεται απροσπέλαστο, βλέποντάς το από το βορρά. Το κτίριο έχει δύο ορόφους, από τους οποίους μόνο ο ένας φαίνεται από τα νότια. Από αρχιτεκτονική άποψη το σχέδιό του φαίνεται ξένο προς τις τοπικές παραδόσεις. Θυμίζει Συριοπαλαιστινιακούς νεκροθαλάμους, με τους δύο ορόφους του ταυτόσημου σχεδιασμού. Κάθε όροφος έχει ένα νάρθηκα, ένα ενιαίο κλίτος και μια αψίδα. Το ισόγειο προορίζεται για κρύπτη και έχει 14 θέσεις ταφής. Η αψίδα στον άνω όροφο, την κυρίως εκκλησία (γνωστή ως Εκκλησία της Αγίας Τριάδας), είναι ημικυκλική στο εσωτερικό και πενταγωνική στο εξωτερικό με 3 ανοίγματα που αφήνουν λίγο φως να περνά στο ιερό. Το κτίριο είναι θολωτό. Το οστεοφυλάκιο είναι ενδιαφέρον ως προς τον τρόπο κατασκευής του, αποτελώντας ένα μείγμα Αρμενικής, Γεωργιανής και Βυζαντινής κατασκευαστικής παράδοσης. Η πρόσοψη είναι όμορφα διαφοροποιημένη με 8 τυφλά αψιδώματα και μια σειρά από στρώματα τούβλου και πέτρας, που ενώνονται μεταξύ τους με κονίαμα.

Καθολικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύρια όψη του μοναστηριού

Το Καθολικό της Παρθένου Μαρίας (χρονολογούμενο από το 1604) είναι το μέρος, όπου φυλάσσεται μια πολύτιμη εικόνα της Παρθένου Μαρίας από το 1310 (προερχόμενη από τη Γεωργία). Σύμφωνα με θρύλο η εικόνα είναι θαυματουργή, προσελκύοντας πολλούς προσκυνητές. Αυτή η εκκλησία χτίστηκε στη θέση της παλιότερης εκκλησίας του μοναστηριού, που καταστράφηκε από τους Τούρκους. Το κτίριο έχει διατηρηθεί μέχρι σήμερα στην αρχική του μορφή της τρίκλιτης σταυροειδούς βασιλικής με τρούλο με τρεις πενταγωνικές αψίδες. Ένας επάργυρος σταυρός πάνω στον τρούλο φέρει την επιγραφή "Πάντα νίκα !" στα Γεωργιανά. Οι τοιχογραφίες στον ευρύχωρο νάρθηκα ζωγραφίστηκαν το 1643 και απεικονίζουν σε φυσικό μέγεθος τον Γκεόργκι και το γιο του Κονσταντίν, υψηλόβαθμους προύχοντες στην Κωνσταντινούπολη και δωρητές του ναού. Οι νωπογραφίες στον κυρίως ναό ζωγραφίστηκαν πολύ αργότερα, το 1850, από το Γιόαν Μος (Μόσκο). Οι δύο κεντρικές εικόνες στο εικονοστάσι, της Αγίας Παρθένου και του Ιησού Χριστού, χρονολογούνται με ακρίβεια (1793). Το ξυλόγλυπτο εικονοστάσι, ο επισκοπικός θρόνος και άλλα σχετικά χρονολογούνται από το 18ο αιώνα.

Εκκλησία των Αρχαγγέλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άλλη μεσαιωνική εκκλησία του μοναστηριού είναι η Εκκλησία των Αρχαγγέλων, πιθανόν του 12ου αιώνα, της οποίας ο θολωτός ανοιχτός νάρθηκας ζωγραφίστηκε το 1841 από το Ζαχάρι Ζογκράφ (το διασημότερο Βούλγαρο ζωγράφο της Βουλγαρικής Εθνικής Αναγέννησης, θεωρούμενο ιδρυτή της κοσμικής τέχνης στη Βουλγαρία, λόγω της εισαγωγής στο έργο του στοιχείων της καθημερινής ζωής). Το εσωτερικό της εκκλησίας ζωγραφίστηκε από τον καλλιτέχνη Γιόαν Μος το 1846.

Λωτόδενδρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πάνω από την αυλή απλώνονται τα μεγάλα κλαδιά ενός Διόσπυρου Λωτόδενδρου, που μεταφέρθηκε από τη Γεωργία πριν από πάνω από δυο αιώνες.

Έργα τέχνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μουσείο του μοναστηριού έχει μια πλούσια συλλογή δίσκων, εικόνων, βιβλίων, το ξίφος του Φρειδερίκου Α΄ Βαρβαρόσσα, ένα σουλτανικό φιρμάνι του 1452, ένα ξυλόγλυπτο σταυρό με μικροτεχνία. Μία νωπογραφία του Τέλους των Ημερών, ζωγραφισμένη από το Ζαχάρι Ζογκράφ το 1850, διατηρείται στην Εκκλησία του Αγίου Νικολάου και θεωρείται ένα από τα πιο ενδιαφέροντα έργα τέχνης της Βουλγαρικής Εθνικής Αναγέννησης.

Η τοιχογραφία "Πανόραμα"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τοιχογραφία "Πανόραμα"

Η τοιχογραφία "Πανόραμα", που διατρέχει τον εξωτερικό τοίχο της τραπεζαρίας, αναπαριστά ζωγραφισμένα την ιστορία του μοναστηριού. Προσφέρει μια πανοραμική θέα του μοναστηριού με όλα τα γύρω κτίρια την εποχή που ζωγραφίστηκε. Υπό την επίδραση διάφορων ατμοσφαιρικών συνθηκών, όπως βροχή, χιόνι, ομίχλη, κρύο, άνεμος, η μεγαλύτερη τοιχογραφία τοπίου των Βαλκανίων έχει διατηρήσει τη φρεσκάδα των χρωμάτων της. Ο ζωγράφος Αλέξι Ατανάσοφ, Βούλγαρος από την πόλη Νέγκους, εργάσθηκε σε αυτή την περιοχή το 19ου αιώνα. Μπορούμε να προσδιορίσουμε το έτος της διακόσμησης από μια επιγραφή που υπήρχε στους εξωτερικούς τοίχους της δυτικής πτέρυγας του μοναστηριού, που κάηκε το 1902. H επιγραφή ανέφερε : "Η παρακάτω απεικόνιση ολοκληρλωθηκε επί της διακονίας του Ηγουμένου Κυρίλλου στις 22 Ιουλίου 1846. Η απεικόνιση έγινε από τα δικά μου χέρια, Αλέξι Ατανάσοφ από το Νέγκους". Ως πρότυπο ο ζωγράφος χρησιμοποίησε μια χαλκογραφία, που είχε γίνει στη Βιέννη με την οικονομική βοήθεια του έμπορου από το Σάμοκοβ Πέταρ Πάνα, το 1807. Ο Αλέξι Ατανάσοφ πρόσθεσε επίσης δικές τρου πολύτιμες λεπτομέρειες και ζωγραφικά στοιχεία. Η τοιχογραφία "Πανόραμα" μας δίνει πλούσια πληροφόρηση για το αρχιτεκτονικό σύνολο του μοναστηριού το 19ο αιώνα. Ζωγραφίσθηκαν επίσης οι βόρειες όψεις των εκκλησιών Αγίων Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ και της Παναγίας. Μπορούμε να δούμε τα μοναστηριακά κτίσματα με τα μεγάλα τους αντερείσματα στην πλευρά του ποταμού. Κεντρική θέση δόθηκε στους ιδρυτές του μοναστηριού, που απεικονίστηκαν εδώ με μοναστηριακή ενδυμασία. Ανάμεσά τους είναι ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός. Δίπλα τους είναι επίσης οι δωρητές από το 14ο αιώνα Γεώργιος και Γαβριήλ. Δεν παραλήφθηκαν ούτε τα περίχωρα του μοναστηριού : το γυναικείο μοναστήρι στο Ασένοβγκραντ (Στενήμαχο), το κάστρο του Ασέν, τα παρεκκλήσια κοντά στο μοναστήρι. Ο ζωγράφος μας έδωσε μια καλή ιδέα από εθνογραφική άποψη της ενδυμασίας της αριστοκρατίας της Φιλιππούπολης και των γιορτινών ρούχων των γυναικών στη Ροδόπη, μέσω των ομάδων λαού, που ακολουθούν τη Λιτάνευση της Θαυματουργού Εικόνας. Δεν παραλήφθηκαν ούτε λεπτομέρειες, όπως το πηγάδι στη βόρεια αυλή και το καμπαναριό της Εκκλησίας των Αρχαγγέλων. Απεικονίζονται ακόμη σκηνές από τα πάθη των Αγίων Γεωργίου και Δημητρίου.

Η τοιχογραφία "Πανόραμα" είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα όχι μόνο λόγω του τεράστιου μεγέθους της αλλά επίσης λόγω της καλλιτεχνικής αξίας και αντίκτυπού της. Τα χρώματα έγιναν με μια συνταγή του ίδιου του ζωγράφου, πιθανόν από χλόη ανακατεμένη με γαλάκτωμα αυγού. Χρησιμοποιήθηκε η ζωγραφική τεχνική "fresco buono" που είναι τεχνική τοιχογραφίας, που εφαρμόζεται σε λείο υγρό γύψο. Το αποτέλεσμα αυτής της τεχνικής, μαζί με τη μεγάλη καλλιτεχνική μαεστρία, είναι η αιτία που οι τοιχογραφίες αυτές φαίνονται τόσο ζωηρές ακόμα και σήμερα.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα